Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΜΑΜΑΣ
Τι πρέπει να κάνεις αν θέλεις να αναθρέψεις, σήμερα, παιδιά-θαύματα;
Από την Έλενα Λαναρά
Ποιος είπε ότι για να είσαι τέλεια μαμά πρέπει να θηλάζεις το παιδί σου μέχρι να βγάλει δόντια, να αφήσεις τη δουλειά σου και να κλαέισεις, γενικά, ως γυναίκα; H αμερικανίδα δημοσιογράφος, Judith Warner δεν το πιστεύει καθόλου αυτό και παραθέττει τα επιχειρήματά της στο βιβλίο της, Μητέρες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης, (εκδόσεις Albin Michel).
Όπως παρατήρησε η Warner, σε όλες τις γυναίκες, ανεξάρτητα από ηλικία ή κοινωνική τάξη, το μήνυμα που περνάει είναι το ίδιο. Και είναι οπισθοδρομικό. Τους λέμε -ξανά, ύστερα από δεκαετίες- ότι πρέπει να βάλουν στο περιθώριο την ύπαρξή τους για χάρη της οικογένειας. Η μητρότητα έχει αναχθεί σε θρησκεία, με την έννοια ότι εμπεριέχει τις έννοιες του Καλού και του Κακού. Θεωρείται καλό να θηλάζεις το μωρό για ένα χρόνο, και ακόμη περισσότερο, να το κρατάς αδιάκοπα στην αγκαλιά σου, να κοιμάσαι μαζί του για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, το να μην το πηγαίνεις σε εξωσχολικές δραστηριότητες φαντάζει σαν εγκατάλειψη ανηλίκου! Ενώ το να είσαι μια γυναίκα δραστήρια, με ενδιαφέροντα πέρα από τη μητρότητα, θεωρείται επιζήμιο για το παιδί. Αυτές οι πεποιιθήσεις σύμφωνα με τη Warner, είναι αυθαίρετες. Δεν υπάρχουν άλλωστε αρκετές αποδείξεις ότι τα παιδιά υποφέρουν αν τα αφήσεις στο πάρκο τους ή αν η μαμά τους είναι μια δραστήρια γυναίκα. Ποτέ καμία έρευνα για τα παιδιά εργαζόμενων μητέρων δεν έδειξε ότι η εργασία εκτός σπιτιού έχει από μόνη της αρνητικό αντίκτυπο στον παιδικό ψυχισμό.
Μεγαλώνοντας παιδιά-θαύματα
Στο παρελθόν βιώσαμε την εποχή του «Leave the kids alone», ως αντίδραση στην παλιά σχολή ανατροφής. Σύμφωνα με το σύνθημα αυτής της τάσης, έπερεπε να αφήσεις τα παιδιά ελεύθερα, χωρίς να τα περιορίζεις. Μετά περάσαμε στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης, κατά την οποία έλεγαν στις μαμάδες ότι αν εργάζονταν -αντί να πνίγουν τα παιδιά με την παρουσία τους- τους πρόσφεραν ένα θετικό, δυναμικό πρότυπο. Ήταν η εποχή που οι γυναίκες έβαλαν ταγέρ με βάτες και βγήκαν στην αγορά εργασίας να κάνουν καριέρα. Στο επόμενο βήμα, οι ειδικοί αποφάσισαν ότι τα παιδιά είναι φτιαγμένα από πολύ εύθραυστο υλικό και ότι έχουν συνεχή ανάγκη επίβλεψης και καλλιέργειας.
«Το μεγάλωμα του παιδιού», λέει η Warner, «έχει γίνει μια τεράστια βιομηχανία με πλήθος εκπαιδευτικά παιχνίδια και κασέτες που υπόσχονται να μεταμορφώσουν το μωρό σε Μότσαρτ ή Αϊνστάιν. Έτσι δημιουργείται ένα υπερβολικά πιεστικό αίσθημα ευθύνης για τους γονείς». Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τελικά τους γονείς καταναλωτές αυτής της βιομηχανίας; Ίσως το γεγονός ότι στην εποχή του φιλελευθερισμού, μια εποχή ολοένα πιο σκληρή και ανταγωνιστική, δεν υπάρχει πλέον χώρος παρά μόνο για τους νικητές. Για πρώτη φορά στην ιστορία, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, πολλοί γονείς δεν μπορούν να προσφέρουν στο παιδί τους ούτε καν αυτά που τους είχαν προσφέρει οι δικοί τους γονείς.
Αν οι γονείς δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στο παιδί τους ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, νιώθουν ότι πρέπει να αναπτύξουν το δυναμικό του, ώστε να μην γίνει στο μέλλον ένας αποτυχημένος αφού θα έχει στερηθεί τα εφόδια που απαιτεί η ανταγωνιστική κοινωνία μας. Για να το πετύχουν αυτό προσπαθούν να του προσφέρουν το καλύτερο.
Μαμάδε σε απόγνωση
Στις μέρες μας, για να αναθρέψεις σωστά ένα παιδί, δεν αρκεί να του παρέχειςεις τροφή, στέγη και εκπαίδευση. Χρειάζεται να ακονίζεις την εξυπνάδα του, να του προσφέρεις ερεθίσματα, να ανακαλύπτεις και να καλλιεργείς τα ταλέντα του, μονίμως να το επιβλέπεις. Ο συνδυασμός ευθύνης, άγχους και τελειομανίας μπορεί να οδηγήσει τις μητέρες σε ψυχική κατάπτωση. «Είναι πολλές αυτές που καταφεύγουν στις αμφεταμίνες προκειμένου να παραμένουν στις επάλξειςς 24 ώρες το 24ωρο. Η περσόνα της Λινέτ στις Desperate Housewives, η οποία έχει εθιστεί στο Ritaline, yp;arxei sthn pragmatικότητα. Αυτές οι γυναίκες δεν έχουν ερωτική επιθυμία. Χωρίς να το ομολογούν εκδικούνται τους άντρες τους αρνούμενες το σεξ. Καταλήγουν να γίνουν μαμάδες ασεξουαλικές, που χρησιμοποιούν το σεξ -ή τη στέρησή του- ως όπλο σε αυτή τη νέα και λυπηρή μάχη ανάμεσα στα δύο φύλα», προσθέτει. «Όταν οι γυναίκες αυτές ανοίγονται», λκέει, «ομολογούν ότι νιώθουν νεκρές στο ίδιο τους το σώμα».
Για να αλλάξει κάτι ωστόσο πρέπει να αλλάξει ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Πρέπι να προσπαθήσουμε να αποδεχτούμε τα παιδιά μας όπως είναι, αντί να προβάλλουμε σε αυτά την τελειομανία μας. Πρέπει να πάψουμε να φοβόμαστε ότι θα αναθρέψουμε ένα αποτυχημένο. Να δεχτούμε ότι ένα παιδί που δεν θα σπουδάσει στο Χάρβαρντ - ή ακόμη, που δεν θα περάσει καν στο πανεπιστήμιο- μπορεί να γίνει ένας ολοκληρωμένος και ευτυχισμένος άνθρωπος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για τους γονείς. Και όχι το να φορτώσουν στο παιδί τους μία ακόμη εξωσχολική δραστηριότητα.





