<p style="margin-bottom: 0cm; text-align: left;"><span lang="el-GR" style="font-family: times new roman,serif; color: #000000; font-size: 16px; font-style: normal;">Ένα <span data-scaytid="1" data-scayt_word="ακριβοθώρητο">ακριβοθώρητο</span> <span data-scaytid="3" data-scayt_word="πρώτο">πρώτο</span> <span data-scaytid="7" data-scayt_word="όνομα">όνομα</span> που δεν <span data-scaytid="10" data-scayt_word="δείχνει">δείχνει</span> <span data-scaytid="16" data-scayt_word="απλώς">απλώς</span> <span data-scaytid="18" data-scayt_word="προσγειωμένο">προσγειωμένο</span>. <span data-scaytid="20" data-scayt_word="Είναι">Είναι</span> <span data-scaytid="24" data-scayt_word="κιόλας">κιόλας</span>.</span></p>
Με αφορμή την επιστροφή του στην παραλία έπειτα από τρία χρόνια απουσίας, η Madame Figaro αποφασίζει να γνωρίσει καλύτερα τον Νίκο Βέρτη. Ένα ακριβοθώρητο πρώτο όνομα που δεν δείχνει απλώς προσγειωμένο. Είναι κιόλας. Από τον Δημήτρη Βραχνό.Ο Νίκος Βέρτης φορά ένα άσπρο κοστούμι και μια λεπτή μαύρη γραβάτα. Καπνοί. Το πρόγραμμα ξεκινά. Ξαφνικά εμφανίζονται στη σκηνή, κάτω από την κλασική μπάντα, περίπου 20 βιολιά. Που κάνουν τον ήχο, ομολογουμένως, πολύ καλύτερο. Εικόνα πρωτόγνωρη για «μπουζούκια». Η αλήθεια όμως είναι πως ένας ειδήμων μου το είχε επισημάνει εγκαίρως. «Πρόσεξε τα βιολιά, θα πάθεις πλάκα». Όντως. Είναι εντυπωσιακά. Έπειτα από μία μελαγχολική –για μπουζούκια, και πάλι– εισαγωγή, ξεκινά το πρώτο τραγούδι. Χαμός.
Ο διάσημος καλλιτέχνης τραγουδά το νέο του σουξέ : «Είμαι μαζί σου/κι έχω αλλάξει/βρήκα ξανά τον καλό μου εαυτό». Μας χωρίζουν περίπου πέντε τραπέζια. Και πολλοί, πάρα πολλοί θαμώνες. Οι άντρες φορούν πόλο Τ-shirt, ίσως ένα νούμερο μικρότερο από το κανονικό, προκειμένου να τονίζονται τα μπράτσα ενός κοπιαστικού χειμώνα στο γυμναστήριο και ίσως κάποιο τατουάζ. Οι γυναίκες έχουν περάσει πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη για να αποφασίσουν ποιο φόρεμα αφήνει τα περισσότερα υπονοούμενα. Είμαι σίγουρος ότι το δικό μου σύνολο τζιν-πουκάμισο-σημειωματάριο με κάνει να δείχνω σαν κάποιον άσχετο υπεύθυνο τροφοδοσίας που ξέμεινε εκεί κατά λάθος, ενώ θα έπρεπε να είχε φύγει στο ξεκίνημα του προγράμματος. Παρ' όλα αυτά ήμουν εκεί. Εξάλλου το ήθελε κι ο ίδιος ο Νίκος, για να πάρω μια αίσθηση του προγράμματος, πριν γράψω τη συνέντευξη. Είχε προηγηθεί βέβαια και η δική μου τολμηρή εξομολόγηση:
Δεν ξέρω πολλά τραγούδια σου, αν εξαιρέσεις το Πες το Μου Ξανά και άλλα δύο μεγάλα σου σουξέ.
Τέλεια, αυτό με κάνει και νιώθω πολύ καλύτερα. Είσαι του έντεχνου;
Γενικότερα, ναι.
Το προτιμώ. Τότε πρέπει να έρθεις μια μέρα και να κάτσεις μέχρι αργά, για να ακούσεις τα καλύτερά μου. Σήμερα, αναγκαστικά, πρέπει να βγάζουμε και τραγούδια που είναι εμπορικά. Προσπαθούμε όμως να κρατάμε μια ποιότητα, για να μην ξεφτιλιστούμε.
Το να παραδέχεται κάτι τέτοιο μία από τις μεγαλύτερες πλέον μετοχές του παραλιακού νυχτερινού χρηματιστηρίου ,δείχνει άνθρωπο που -αν μη τι άλλο- ξέρει τι του γίνεται. Το να προτιμά, επίσης, να μιλήσει με κάποιον που δεν δηλώνει θαυμαστής και δεν ξέρει πολλά για εκείνον ούτε για το ρεπερτόριο που αντιπροσωπεύει δείχνει άνθρωπο ακομπλεξάριστο, που μάλλον έχει βαρεθεί από το μιντιακό μηχανισμό των μεσημεριανών πάνελ και των εβδομαδιαίων κολάκων.
Πίσω στο χρόνο. Τώρα είναι δώδεκα και μισή. Μία ώρα περίπου πριν από την έναρξη. Επάνω στη σκηνή τραγουδούν οι λεγόμενες «πρώτες φωνές» ένα μιξ από Χατζηγιάννη, Θεοδωρίδου και Ρέμο. Με οδηγούν σε ένα δαιδαλώδη διάδρομο, πολλά σκαλιά πίσω από τη σκηνή. Στο ξέφωτο, ένα μικρό σαλονάκι γεμάτο κόσμο. «Οι άνθρωποι του καλλιτέχνη» υποθέτω. Μια τηλεόραση στον τοίχο παίζει κάποιο ντοκιμαντέρ του Σκάι.
-Περάστε.
Καμαρίνι Νίκου Βέρτη. Ένα καμαρίνι απλό, λιτό. Δεν υπάρχει καμία φωτογραφία του καλλιτέχνη ή οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να μιλά φλύαρα για την επιτυχία του. Αντίθετα, υπάρχουν διάφορες μικρές εικονίτσες με αγίους και κάποια κομποσκοίνια που κρέμονται από την κορυφή του καθρέφτη. Του ζητώ να μου τα παρουσιάσει. Μου δείχνει ένα πιάτο-σουβενίρ. Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, ένας άνθρωπος πάει διακοπές και νιώθει τη μεγάλη ανάγκη να αγοράσει ένα δώρο και για τον αγαπημένο του καλλιτέχνη.
Και οι εικονίτσες; Κι αυτές δώρο;
Ναι.
Ξέρουν πως είσαι θρήσκος;
Πιστεύω στον Θεό, αλλά δεν είμαι θρήσκος.
Η σιγουριά του σε αυτή την απάντηση με κάνει να νιώθω πως πρώτον έχει απαντήσει ξανά με τον ίδιο τρόπο σε μια άλλη σχετική ερώτηση και δεύτερον πως πραγματικά πιστεύει στο Θεό, αλλά με την ταπεινότητα ενός πιστού που αισθάνεται εκ των προτέρων ότι δεν του αξίζει ο τίτλος του πιστού. Όση ώρα μιλάμε με τον Νίκο Βέρτη, η λέξη «σεμνότητα» είναι καρφωμένη διαρκώς στο μυαλό μου. Δεν ξέρω αν είναι αληθινή ή αν πηγάζει από τη διάθεση που έχουμε όλοι να βγάζουμε τον καλύτερο εαυτό μας όταν γνωρίζουμε κάποιον για πρώτη φορά ή όταν μιλάμε σ' ένα δημοσιογράφο. Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος απέναντί μου μού φαίνεται κανονικός. Ή, μάλλον, προσιτός. Διότι μερικές ερωτήσεις αργότερα, θα καταλάβω πως δεν ανήκει στους στερεοτυπικούς σταρ της πίστας.
Σε έχει επηρεάσει το γεγονός ότι είσαι παιδί μεταναστών;
Πάρα πολύ.
Έχεις αισθανθεί ενοχικά για τα λεφτά που βγάζεις;
Πολλές φορές, σχεδόν κάθε μέρα.
Και πώς καταπολεμάς τις ενοχές σου;
Οι γονείς μου, που έχουν περάσει πολύ δύσκολα στη ζωή τους, μου λένε «δεν έχεις κλέψει κανέναν ποτέ, δεν έχεις φερθεί άσχημα σε κάποιον, άρα χαλάλι σου, το αξίζεις».
Νιώθω πως ο Νίκος Βέρτης στ’ αλήθεια πιστεύει πως υπάρχουν μόνο καλοί ή κακοί άνθρωποι, αλλά δεν τολμώ να ξεκινήσω αυτή την κουβέντα, διότι ο χρόνος μας στο καμαρίνι είναι λιγοστός. Εξάλλου, βρισκόμαστε στο εξής ενδιαφέρον σημείο της κουβέντας μας: στο πόσο διαφορετικά από μένα βλέπει ο Νίκος Βέρτης το θέμα «γαρίφαλα». Εγώ, ας πούμε, το βλέπω σαν να παίρνεις τρία-τέσσερα χαρτονομίσματα, να τα σκίζεις, να τα κάνεις χαρτοπόλεμο και να τα φυσάς στον αέρα. Εκείνος, πάλι, φωτίζει το θέμα αλλιώς.
Απόψε θα σου πετάξουν λουλούδια;
Λογικά, ναι. Οι Έλληνες έχουμε αποδείξει ότι σε εποχές κρίσης το ξέσπασμά μας είναι η διασκέδαση.
Μα εδώ μιλάμε για πολλά λεφτά σε καιρό κρίσης.
Όχι όμως σαν κι αυτά που ξόδευαν πριν από λίγα χρόνια. Τώρα υπάρχει κόσμος που έχει λεφτά και φοβάται να το δείξει. Κάποτε ήταν αλλιώς ο Έλληνας. Πετούσε γαρίφαλα κι έλεγε «ας με δουν – να δουν ποιος είμαι».
Χαίρομαι που αλλάζει αυτό πάντως.
Να σου πω τι γίνεται όμως; Ζει πάρα πολύς κόσμος από τα λουλούδια. Το δικό μας μαγαζί απασχολεί πάνω από εκατό άτομα. Πόσα εργοστάσια ξέρεις που να απασχολούν πάνω από εκατό άτομα;
Βέβαια, οι φορολογικές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες.
Παλιά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Αυτό συνέβαινε σε όλες τις δουλειές – αυτή ήταν η νοοτροπία του Έλληνα.
Ναι, αλλά είναι κρίμα, γιατί η νύχτα είναι η μεγάλη μας βιομηχανία.
Κι έτσι πρέπει να είναι. Αυτά που πουλάμε στο εξωτερικό είναι η διασκέδαση και ο τουρισμός. Τι άλλο πουλάμε; Ψυγεία ή αυτοκίνητα μήπως;
Με την ευκαιρία μού αναφέρει ότι απόψε στο μαγαζί θα είναι περίπου δέκα παρέες Ισραηλινών τουριστών, που έρχονται για μια-δυο μέρες. «Έρχονται επίσης εύποροι της Κωνσταντινούπολης. Κι αυτό είναι συνάλλαγμα, που πρέπει να το εκμεταλλευτούμε» συνεχίζει. Οι επόμενες ερωτήσεις επιστρέφουν στο θέμα «παιδί μεταναστών στην Ολλανδία», επειδή πιστεύω ότι αυτή η ιδιότητα έχει παίξει τεράστιο ρόλο στη σεμνή δημόσια εικόνα του, όπως ακόμα και στον τρόπο που τραγουδά. Έχοντας γνωρίσει πώς είναι η ζωή στην Ολλανδία, ξέρει πολύ καλά τι θα πει ξενιτιά.
Άρα τι θα έλεγες σε όσους φεύγουν τώρα από τη χώρα για να βρουν δουλειά έξω;
Ότι είναι οι καλύτεροι Έλληνες. Αυτοί που δεν αντέχουν και φεύγουν. Αυτοί που δεν έχουν το θράσος να πολεμήσουν εδώ και να ακολουθήσουν αυτήν τη νοοτροπία.
Ο άνθρωπος απέναντί μου ξέρει από σκληρή δουλειά. Το νιώθω από τον τρόπο που μιλάει. Δεν μιλά ως «πρώτο όνομα», αλλά αποπνέει τον αέρα του καλού ηγέτη. Που ξέρει από ζόρια. Που έφτασε ως εδώ χωρίς να ονειρεύεται από μικρός να γίνει επιτυχημένος. Που δέχεται όλα όσα του συμβαίνουν ως θείο δώρο. Γι’ αυτό και μένει μέχρι τα ξημερώματα υπογράφοντας αυτόγραφα και τσεκάροντας ταυτόχρονα τους θαυμαστές για το κατά πόσο έμειναν ικανοποιημένοι ή αν υπήρχε κάποιο παράπονο με το σέρβις. Γι’ αυτό και θέλει να πηγαίνει στο μαγαζί δύο ώρες πριν ξεκινήσει. Για να δει αν όλα είναι εντάξει. Για να μιλήσει με τους παρκαδόρους, με τα παιδιά που δουλεύουν στα μετόπισθεν, με τους μουσικούς. Μου είχε κάνει εντύπωση η πληροφορία ότι το απόγευμα εκείνης της ημέρας ο Νίκος Βέρτης θα παρακολουθούσε την πρόβα τους. Όταν αργότερα είδα τα είκοσι βιολιά επί σκηνής, τότε κατάλαβα το κόλλημά του με τον ήχο, που τον κάνει τόσο ξεχωριστό από κάποιους απλά νάρκισσους συναδέλφους του. Μου θύμισε την κλασική ιστορία με τον Φίνο της Finos Films. Που έδινε πρώτα σημασία στα τεχνικά και μετά στα υπόλοιπα.
Γι’ αυτό και μετά δεν μου έκανε εντύπωση το παράδειγμα που χρησιμοποίησε όταν του ζήτησα να μου αναφέρει μερικούς από τους ανθρώπους που τον έχουν βοηθήσει να φτάσει ως εδώ.
«Ένα αυτοκίνητο έχει έναν κινητήρα. Εγώ είμαι το σκάφος. Αν από τον κινητήρα φύγει μια βιδούλα μικρή, ο κινητήρας δεν θα λειτουργεί. Οπότε αν ονομάσω τρεις, θα αδικήσω τους υπόλοιπους».
Διπλωματική απάντηση; Μπορεί ναι, μπορεί όμως και όχι. Γιατί, μια τέτοια απάντηση δείχνει έναν άνθρωπο που έχει επεξεργαστεί πως η πορεία όλων μας είναι η συνισταμένη από τις επιρροές και τη βοήθεια που δεχόμαστε από τους ανθρώπους γύρω μας. Κάπως έτσι, φαντάζομαι, είπε «ναι» σε προτάσεις έξυπνων ενορχηστρωτών για να του δώσουν το ιδιαίτερο «στυλ Βέρτη»: οι τρομπέτες για σλάβικη ατμόσφαιρα, οι πρωτότυπες πινελιές στο Πες το Μου Ξανά.
Θέλω να μάθω κι άλλα για την προσωπικότητά του. Κάποια στιγμή τον ρωτάω αν έχει τσακωθεί ποτέ με τους γονείς του ή αν, τέλος πάντων, τους είχε ποτέ αμφισβητήσει σε μία περίοδο – απαραίτητη κατά την ψυχανάλυση– πολέμου μαζί τους. Ήμουν σίγουρος για την απάντηση, αλλά ήθελα να την ακούσω, για να επιβεβαιώσω την εικόνα του «καλού παιδιού», που έχω ήδη σχηματίσει για εκείνον. «Μακάρι και τα παιδιά μου να έχουν έστω και το μισό σεβασμό από αυτόν που έχουμε ο αδελφός μου κι εγώ προς τους γονείς μας». Βέβαια, η έννοια «καλό παιδί» ούτως ή άλλως ενισχύεται και από το πώς προστατεύει τον εαυτό του από τη μιντιακή φθορά.
Έχω ακούσει πως είσαι πολύ κλειστός άνθρωπος.
Είμαι κλειστός όσον αφορά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Με τους φίλους μου παραείμαι “έξω καρδιά”.
Το ψυχογράφημα συνεχίζεται. Οι δύο αγαπημένες τους ταινίες είναι Η Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ και Ο Νονός. Πώς να βγάλεις συμπέρασμα από τα δύο αυτά αντίθετα άκρα; Μερικά στοιχεία ακόμα. Είναι προληπτικός. Αγαπά το τζετ σκι. Ποτέ δεν είχε στόχο να γίνει διάσημος. Όταν γυρίζει σπίτι νωρίς το πρωί, πηγαίνει σε ένα δωμάτιο που έχει φτιάξει με πολλά παράθυρα. Εκεί χαζεύει το ξημέρωμα. Και τα καράβια που φεύγουν για Κρήτη και τα υπόλοιπα νησιά. «Τα βλέπω και νιώθω πως ταξιδεύω κι εγώ μαζί τους».
Το νέο άλμπουμ του Νίκου Βέρτη Είμαι Μαζί Σου κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τη Universal.