NDP
Η διάσημη οικονομολόγος που βρέθηκε στο forum του Economist στην Κρήτη δεν μιλά μόνο για κράτος, επενδύσεις και ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, η Mariana Mazzucato βάζει στο τραπέζι ένα ερώτημα που αφορά βαθιά την καθημερινότητα των γυναικών: τι θεωρούμε τελικά "αξία" και γιατί τόση δουλειά που κρατά την κοινωνία όρθια παραμένει αόρατη;
Η συζήτηση που έγινε στα Χανιά την Παρασκευή στο δυνέδριο του Economist είχε όλα τα συστατικά ενός μεγάλου αναπτυξιακού αφηγήματος: επενδύσεις, υποδομές, ενέργεια, τουρισμός, πράσινη μετάβαση. Στο συνέδριο Investing in change: How Crete is being transformed, που πραγματοποιήθηκε στο Μεγάλο Αρσενάλι, η ατζέντα απλωνόταν από τον ΒΟΑΚ και το αεροδρόμιο στο Καστέλι μέχρι τις ενεργειακές διασυνδέσεις και το μέλλον της βιώσιμης φιλοξενίας. Βασικοί συνομιλητές, μεταξύ άλλων, ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Mariana Mazzucato, καθηγήτρια Οικονομικών της Καινοτομίας και Δημόσιας Αξίας στο University College London.
Μόνο που η Mazzucato δεν είναι η οικονομολόγος που θα μείνει σε έναν πίνακα με νούμερα. Είναι από εκείνες τις γυναίκες που μπαίνουν σε μια αίθουσα γεμάτη πολιτικούς, επενδυτές και τεχνοκράτες και μετακινούν τη συζήτηση από το "πόσα" στο "γιατί" και, κυρίως, στο "για ποιον".
Η ίδια είναι καθηγήτρια στο UCL και ιδρύτρια του Institute for Innovation & Public Purpose, ενός ινστιτούτου που ασχολείται με το πώς κράτος, επιχειρήσεις και κοινωνία μπορούν να συνεργαστούν για να λύσουν μεγάλα προβλήματα, από την υγεία και το κλίμα μέχρι την ανισότητα και την τεχνολογία. Υπήρξε σύμβουλος κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, έχει προεδρεύσει στο Συμβούλιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τα Οικονομικά της Υγείας για Όλους και το 2025 τιμήθηκε ως Commander of the British Empire για την προσφορά της στα οικονομικά.
Το βιογραφικό της ακούγεται σαν να ανήκει σε άνθρωπο που ζει μόνιμα ανάμεσα σε panels, εκθέσεις και think tanks, ωστόσο η Mariana Mazzucato γεννήθηκε στη Ρώμη το 1968 και μετακόμισε μικρή στις ΗΠΑ, όταν ο πατέρας της, πυρηνικός φυσικός, πήγε να εργαστεί στο Princeton. Η μητέρα της δίδασκε ιταλική λογοτεχνία και μαγειρική, ενώ στα τραπέζια της οικογένειας λέγεται πως είχε βρεθεί και ο John Nash, ο νομπελίστας μαθηματικός που έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό από το A Beautiful Mind.
Υπ' αυτό το φόντο της επιστήμης, της πολιτικής, της λογοτεχνίας και της μαγειρικής - ίσως γι’ αυτό η σκέψη της έχει κάτι από τραπέζι συζήτησης και κάτι από εργαστήριο μαζί - η Mazzucato δεν μιλά για την οικονομία σαν κάτι μακρινό, άψυχο και αντρικά κωδικοποιημένο. Τη βλέπει σαν μια υπόθεση σχέσεων: ποιος φροντίζει, ποιος καινοτομεί, ποιος ρισκάρει, ποιος πληρώνεται, ποιος αποσιωπάται.
Η ιδέα που την έκανε διεθνώς γνωστή ήταν το The Entrepreneurial State. Εκεί η Mazzucato τόλμησε να πει κάτι που ίσως χαλάει λίγο τον μύθο της Silicon Valley, ότι δηλαδή πίσω από πολλές τεχνολογίες που θεωρούμε θριάμβους ιδιωτικής επιχειρηματικότητας υπήρχε δημόσια χρηματοδότηση και κρατικό ρίσκο. Το πιο διάσημο παράδειγμα είναι το iPhone. Σύμφωνα με τη θέση της, τεχνολογίες που το έκαναν "έξυπνο", όπως το διαδίκτυο, το GPS, η οθόνη αφής και η Siri, βασίστηκαν σε δημόσιες επενδύσεις ή έρευνα.
Αυτό έχει κάτι απελευθερωτικό αν το καλοσκεφτείς: μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε "ατομική επιτυχία" υπάρχει συχνά ένα αόρατο οικοσύστημα. Το ίδιο ισχύει και στην καθημερινή ζωή. Πίσω από μια καριέρα υπάρχει συχνά κάποιος που φροντίζει. Πίσω από ένα παιδί που μεγαλώνει, κάποιος που οργανώνει. Πίσω από έναν ηλικιωμένο που αντέχει, κάποιος που ξενυχτά. Πίσω από μια κοινωνία που λειτουργεί, υπάρχει μια τεράστια ποσότητα εργασίας που δεν φαίνεται.
Η Mazzucato, λοιπόν, δεν είναι από εκείνους τους ομιλητές που χωρούν εύκολα σε μια οικονομική είδηση, γιατί δεν μιλά σαν τεχνοκράτης που βλέπει την ανάπτυξη ως απλή άσκηση αριθμών. Το δικό της ενδιαφέρον βρίσκεται στο πιο δύσκολο σημείο: ποιος δημιουργεί την αξία, ποιος παίρνει το ρίσκο, ποιος απολαμβάνει την ανταμοιβή και ποιος μένει εκτός λογαριασμού εν τέλει.
Στα Χανιά, αυτή η σκέψη φάνηκε καθαρά. Η ίδια υπογράμμισε ότι το θέμα δεν είναι απλώς αν το κράτος είναι "μικρό" ή "μεγάλο", αλλά αν είναι στρατηγικό. Είπε επίσης ότι δεν αρκούν γενικά οι επενδύσεις, χρειάζονται "καλές επενδύσεις", με σημασία όχι μόνο στο τι γίνεται, αλλά και στο πώς γίνεται. Στην ίδια συζήτηση, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του συνεδρίου, τόνισε την ανάγκη να μην κοινωνικοποιείται το ρίσκο και να ιδιωτικοποιείται η ανταμοιβή.
Και να που ένα φαινομενικά "βαρύ" οικονομικό θέμα γίνεται ξαφνικά προσωπικό. Γιατί η ερώτηση της Mazzucato - τι μετράμε ως αξία; - δεν αφορά μόνο έναν αυτοκινητόδρομο, ένα αεροδρόμιο ή μια ενεργειακή διασύνδεση. Αφορά και τη γυναίκα που εργάζεται οκτώ ώρες, επιστρέφει σπίτι και συνεχίζει να δουλεύει χωρίς κανείς να το ονομάζει δουλειά. Τη γυναίκα που οργανώνει το σπίτι, τα παιδιά, τους γονείς, τα ραντεβού στον γιατρό, τα ψώνια, τα φάρμακα, τις εκκρεμότητες και τις συναισθηματικές ανάγκες όλων. Είναι όλα εκείνα που δεν εμφανίζονται σε μισθοδοσία, αλλά χωρίς αυτά δεν λειτουργεί τίποτα.
Η Mazzucato προφανώς δεν το λέει με όρους "mental load”, όπως θα το λέγαμε σήμερα στα social media, αλλά με τη γλώσσα της οικονομίας - και μπορεί αυτό να έχει και μεγαλύτερη δύναμη.
Στο βιβλίο της The Value of Everything, η βασική της ερώτηση είναι απλή αλλά τολμηρή: ποιος δημιουργεί πραγματικά πλούτο και πώς αποφασίζουμε την αξία όσων κάνουν οι άνθρωποι; Η θέση της είναι ότι η σύγχρονη οικονομία συχνά ανταμείβει περισσότερο όσους αποσπούν αξία από όσους τη δημιουργούν. Με άλλα λόγια, το ότι κάτι πληρώνεται πολύ ακριβά δεν σημαίνει πάντα ότι είναι και το πιο πολύτιμο, όπως και το ότι κάτι δεν πληρώνεται δεν σημαίνει ότι δεν είναι απολύτως αναγκαίο.
Και όχι η Mazzucato δεν είναι μια φεμινίστρια επιστήμων, που γράφει αποκλειστικά για τις γυναίκες, αλλά το πλαίσιο της σκέψης της μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά την πιο υποτιμημένη εργασία στον κόσμο: τη φροντίδα.
Το πιο καθαρό σημείο σύνδεσης με τους δικούς μας παραλληλισμούς ίσως βρίσκεται στη δουλειά της με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η Mazzucato προήδρευσε στο WHO Council on the Economics of Health for All, ένα all-female συμβούλιο 10 οικονομολόγων και ειδικών, που δημιουργήθηκε για να ξανασκεφτεί πώς μετριούνται η υγεία και η ευημερία μέσα στην οικονομία. Στην τελική έκθεση του Συμβουλίου, υπάρχει μια φράση που μοιάζει σχεδόν γραμμένη για να μπει δίπλα στην καθημερινότητα εκατομμυρίων γυναικών: το ΑΕΠ, λέει η έκθεση, δίνει μια στενή και παραμορφωμένη εικόνα, γιατί αποκλείει ζωτικές δραστηριότητες, ανάμεσά τους και την απλήρωτη εργασία φροντίδας των γυναικών.
Και κάπως έτσι η οικονομία κατεβαίνει από το πάνελ και μπαίνει στην κουζίνα, στο παιδικό δωμάτιο, στο σπίτι της ηλικιωμένης μητέρας, στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου. Η φροντίδα δεν είναι "βοήθεια". Δεν είναι "φυσικό γυναικείο ένστικτο". Δεν είναι κάτι που απλώς συμβαίνει στο περιθώριο της κανονικής ζωής. Είναι εργασία. Και αν δεν μετριέται, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Σημαίνει ότι η οικονομία έχει μάθει να κοιτάζει αλλού.