David Hockney | Πέθανε στα 88 του ο Βρετανός καλλιτέχνης που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε το χρώμα
Photo by Anthony Barboza/Getty Images/Ideal Image
Ο David Hockney πέθανε σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή έξι δεκαετιών: από τη βρετανική Pop Art και τις πισίνες του Los Angeles μέχρι τα ψηφιακά τοπία που δημιούργησε τα τελευταία χρόνια στη Νορμανδία.
Ο David Hockney, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και επιδραστικούς Βρετανούς καλλιτέχνες των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε σε ηλικία 88 ετών.
Την είδηση ανακοίνωσε η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεών του, Erica Bolton, αναφέροντας ότι ο καλλιτέχνης πέθανε ειρηνικά στο σπίτι του στο Λονδίνο, την Πέμπτη 11 Ιουνίου, περίπου έναν μήνα πριν από τα 89α γενέθλιά του.
Ζωγράφος, χαράκτης, φωτογράφος, σκηνογράφος και διαρκής πειραματιστής της εικόνας, ο Hockney υπήρξε μια από τις κεντρικές μορφές της βρετανικής και διεθνούς τέχνης από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα. Συνδέθηκε αρχικά με την Pop Art και τη σκηνή του Swinging London, όμως η πορεία του ξεπέρασε πολύ γρήγορα τις ετικέτες μιας συγκεκριμένης εποχής.
Γεννημένος στο Bradford του Yorkshire το 1937, μεγάλωσε σε μια οικογένεια εργατικής τάξης, την οποία ο ίδιος είχε περιγράψει ως ριζοσπαστική. Σπούδασε στο Bradford College of Art και στη συνέχεια στο Royal College of Art του Λονδίνου, σε μια περίοδο κατά την οποία η βρετανική τέχνη αναζητούσε νέες γλώσσες, νέα θέματα και νέους τρόπους να μιλήσει για τη ζωή μετά τον πόλεμο.
Η μετακίνησή του στο Los Angeles τη δεκαετία του ’60 υπήρξε καθοριστική. Εκεί βρήκε ένα φως, μια αρχιτεκτονική και έναν τρόπο ζωής που έγιναν αμέσως μέρος της εικόνας του. Οι πισίνες, οι βίλες, οι καθαρές επιφάνειες, οι σκιές και το σώμα μέσα στο νερό μπήκαν στο έργο του ως μια νέα οπτική γλώσσα.
Το "A Bigger Splash" και το "Portrait of an Artist (Pool with Two Figures)" έγιναν δύο από τα πιο γνωστά έργα του. Το δεύτερο πωλήθηκε το 2018 έναντι 90,3 εκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας τότε ρεκόρ για έργο εν ζωή καλλιτέχνη σε δημοπρασία.
Η φήμη του Hockney χτίστηκε πάνω σε μια ιδιότυπη ένωση απλότητας και πολυπλοκότητας. Τα έργα του έμοιαζαν συχνά άμεσα, φωτεινά, σχεδόν εύκολα προσβάσιμα. Όμως πίσω από αυτή την καθαρότητα υπήρχε μια επίμονη έρευνα πάνω στην προοπτική, στο βλέμμα, στη μνήμη και στον τρόπο με τον οποίο η εικόνα οργανώνει την εμπειρία.
Δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα μέσο. Δούλεψε με ζωγραφική, σχέδιο, φωτογραφικά κολάζ, χαρακτική, σκηνικά για όπερα, fax, Polaroids, iPad και ψηφιακές τεχνολογίες. Σε κάθε περίοδο έμοιαζε να ρωτά το ίδιο πράγμα: πώς μπορεί κανείς να δει ξανά κάτι που νομίζει ότι ήδη γνωρίζει;
Στα φωτογραφικά του κολάζ της δεκαετίας του ’80, διέλυσε την ενιαία προοπτική σε πολλαπλές ματιές. Στα τοπία του Yorkshire επανέφερε την ιδιαίτερη σχέση του με τη βόρεια Αγγλία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από τη Νορμανδία, σχεδίαζε δέντρα, χωράφια, λουλούδια και εποχές με τη βοήθεια ψηφιακών εργαλείων, επιμένοντας ότι η τεχνολογία δεν μειώνει την τέχνη όταν ο καλλιτέχνης ξέρει τι θέλει να δει.
Η σχέση του με το Los Angeles παρέμεινε πάντως η πιο αναγνωρίσιμη πλευρά του. Ο Hockney είχε μιλήσει πολλές φορές για το πώς, μεγαλώνοντας στη νεφελώδη βόρεια Αγγλία, πρόσεχε στις ταινίες του Hollywood τις έντονες σκιές και καταλάβαινε ότι εκεί υπήρχε πολύς ήλιος. Αυτή η παρατήρηση, απλή αλλά αποκαλυπτική, εξηγεί αρκετά για το έργο του: ο Hockney έβλεπε τη ζωγραφική ως άσκηση παρατήρησης πριν από οτιδήποτε άλλο.
Η δουλειά του ήταν επίσης από νωρίς συνδεδεμένη με την ορατότητα της queer εμπειρίας. Σε μια εποχή πολύ πιο συντηρητική, δεν απέφυγε να ζωγραφίσει τον ανδρικό έρωτα, την επιθυμία, την οικειότητα και το σώμα με έναν τρόπο που σήμερα διαβάζεται ως αυτονόητος, αλλά τότε είχε πολιτικό βάρος.
Φυσικά δεν έλειψαν οι κριτικές. Ορισμένοι είδαν στα έργα του για το Los Angeles υπερβολική ευκολία, επιφάνεια ή ηδονισμό. Η ιστορία της τέχνης, όμως, κινήθηκε αλλιώς. Εκεί όπου κάποιοι έβλεπαν διακοσμητικότητα, άλλοι αναγνώρισαν έναν καλλιτέχνη που καταλάβαινε τη σύγχρονη εικόνα πριν αυτή γίνει καθημερινή εμπειρία για όλους.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Hockney συνέχισε να εργάζεται με εντυπωσιακή συνέπεια. Είχε συχνά μιλήσει για τη σημασία της καθημερινής δουλειάς, της πειθαρχίας και της παρατήρησης. Δεν αντιμετώπιζε τη δημιουργία ως έμπνευση που έρχεται σπάνια, αλλά ως κάτι που απαιτεί παρουσία κάθε μέρα.
Η εγκατάστασή του στη Νορμανδία τού έδωσε ένα ακόμη μεγάλο θέμα: την αλλαγή των εποχών. Το έργο "A Year in Normandie", μια μεγάλη ψηφιακή ζωφόρος εμπνευσμένη και από την Tapestry of Bayeux, έδειξε ότι ακόμη και σε μεγάλη ηλικία συνέχιζε να μετακινείται, να δοκιμάζει και να συνδέει την παράδοση με νέα μέσα.
Ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη στον χώρο της τέχνης και της πολιτιστικής ζωής στη Βρετανία και διεθνώς. Ο Hockney δεν ήταν απλώς ένας δημοφιλής καλλιτέχνης με αναγνωρίσιμο ύφος. Ήταν ένας δημιουργός που επέμενε ότι το βλέμμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο και ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε ένα δωμάτιο, ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, ένα σώμα μέσα στο νερό.
Αυτό ίσως εξηγεί και τη διάρκεια της επιρροής του. Από τις πισίνες του Los Angeles μέχρι τα δέντρα της Νορμανδίας και από τα πορτρέτα φίλων μέχρι τις ψηφιακές συνθέσεις του, ο David Hockney έμεινε πιστός σε μια απλή αλλά απαιτητική ιδέα: ότι το να βλέπεις πραγματικά είναι κάτι που μαθαίνεται ξανά και ξανά.