Ιέρεια του avant-garde κινηματογράφου, icon του κόκκινου χαλιού. Απόμακρη και ευγενική σαν γνήσια αριστοκράτισσα, μυστηριώδης και αιθέρια σαν καλλιτέχνης. Η Τίλντα Σούιντον κατέκτησε για άλλη μια φορά το σινεφίλ κοινό και τους απαιτητικούς κριτικούς με την ιταλικής παραγωγής ταινία Είμαι ο Έρωτας του σκηνοθέτη Λούκα Γκουαντανίνο. Απο τον Richard Gianorio Αποδοση: Μυρτω Σιμιτοπουλου Φωτογραφιες: Kate Barry

Τα μάτια της Τίλντα Σουίντον είναι εκθαμβωτικά πράσινα. «Είναι τα μάτια της μητέρας μου», απαντά στη μάλλον αμήχανη επισήμανσή μας. Τίποτα στην αριστοκρατικής καταγωγής Σκοτσέζα δεν είναι συνηθισμένο. Από την έμφυτη ευγένειά της, πρωτόγνωρη για προσωπικότητες τέτοιου βεληνεκούς, έως τα φίνα χαρακτηριστικά της: λαιμός κύκνου, διάφανη επιδερμίδα, λεπτό πρόσωπο, ψηλόλιγνη σιλουέτα. Η Τίλντα Σουίντον, η αριστοκράτισσα που αναδείχτηκε χωρίς να το επιδιώξει σε ιέρεια του κόκκινου χαλιού, είναι το όνειρο κάθε avant-garde στυλίστα και σχεδιαστή μόδας. Με προσωπικότητα που είναι αδύνατον να ενταχθεί σε κάποια κατηγορία, όπως εξάλλου και το γοητευτικό παρουσιαστικό της, επιλέγει τις δουλειές της σύμφωνα με τη δική της αισθητική, συνεργάζεται με μετρημένους στα δάχτυλα δημιουργούς και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη: για την Τίλντα Σουίντον το σινεμά αποτελεί δέσμευση και απόλυτη τέχνη. Εξ ου και μία φιλμογραφία που περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικά καλλιτεχνικές σινεφίλ δουλειές, με ελάχιστες παρεκκλίσεις σε χολιγουντιανές παραγωγές που ωστόσο της χάρισαν κι ένα Όσκαρ για την ερμηνεία της στην ταινία Μάικλ Κλέιτον το 2007.

Στο Είμαι ο Έρωτας (Io Sono LAmore), ένα μανιφέστο αισθητικής μεγαλειωδώς σκηνοθετημένο από τον Λούκα Γκουαντανίνο, υποδύεται μία Μιλανέζα μεγαλοαστή που ασφυκτιά στον μπουρζουά καθωσπρεπισμό του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Μέσα από την ερωτική της σχέση με το νεαρότερο φίλο του γιου της, μυείται στην ελευθερία του πνεύματος και του κορμιού, αλλά και στην τραγωδία. Η Τίλντα Σουίντον είναι παράλληλα το σώμα και η ψυχή αυτού του μελοδράματος, μαγευτική όσο και η μουσική του Τζον Άνταμς, του διάσημου συνθέτη που μέχρι σήμερα δεν είχε καταδεχτεί να δουλέψει για τον κινηματογράφο.

 

Έχετε μια ιδιαίτερη εμπλοκή σε αυτή την ταινία, η οποία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές για την αισθητική της.

Με το σκηνοθέτη Λούκα Γκουαντανίνο γνωριζόμαστε εδώ και είκοσι χρόνια. Η σχέση μας ουσιαστικά είναι μία συναρπαστική και αδιάκοπη συζήτηση γύρω από το σινεμά και τις δυνατότητές του. Είμαστε συνταξιδιώτες στο όνειρο. Πριν από έντεκα χρόνια είχαμε γυρίσει τους Πρωταγωνιστές, μία ταινία σχεδόν πειραματική, εντελώς διαφορετική από αυτήν εδώ. Έκτοτε δεν σταματήσαμε ποτέ να προετοιμάζουμε την επόμενη κοινή μας δουλειά, να τη φανταζόμαστε και να την τελειοποιούμε στο μυαλό μας, πριν την κάνουμε πραγματικότητα. Είχαμε την επιθυμία και την προσδοκία να δημιουργήσουμε μία ταινία που θα ταρακουνούσε τα νερά του σινεμά.

Σας αγγίζει η ιδέα της μούσας και του Πυγμαλίωνά της;

Δεν ξέρω... ή μάλλον με τον ίδιο τρόπο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «μούσα» το γαϊδουράκι στην ταινία Στην Τύχη ο Μπαλταζάρ του Ρομπέρ Μπρεσόν (γελάει). Αλλά για τον Πυγμαλίωνα δεν είμαι και τόσο σίγουρη, ίσως σε ένα βαθμό υποσυνείδητο: δεν είμαι μία ακόμα Ελίζα Ντούλιτλ -ηρωίδα του έργου Ωραία μου Κυρία- που της μαθαίνουν μία ξένη γλώσσα. Όχι, αυτό που εγώ περιγράφω είναι ουσιαστικά μία συζήτηση με ένα φίλο που με ενδιαφέρει. Αυτό ακριβώς το είδος σχέσης είχα με τον Ντέρεκ Τζάρμαν (σ.σ. εικαστικός, ριζοσπαστικός σκηνοθέτης και σύμβολο του gay σινεμά), με τον οποίο γύρισα επτά ταινίες. Πριν καλά καλά ολοκληρώσουμε μία δουλειά, γεννιόταν μέσα μας μία ανυπέρβλητη ανάγκη να προχωρήσουμε στην επόμενη. Και συνεχίσαμε αυτόν το διάλογο μέχρι το θάνατό του, το 1994.

Έχετε δηλώσει «έγινα ηθοποιός για να απαντήσω στα δικά μου ερωτηματικά».

Πραγματικά εκπλήσσομαι από αυτή τη δήλωσή μου, γιατί σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ τον εαυτό μου ηθοποιό. Θα έλεγα ότι είμαι ερασιτέχνης, σαν τη δωδεκάχρονη κόρη μου όταν παίζει σε σχολική παράσταση. Κατά τ’ άλλα, ναι, προφανώς όλες οι ταινίες στις οποίες έχω συμμετάσχει απαιτούν κάποια προσωπική εμπλοκή, ανταποκρίνονται σε προσωπικές ανάγκες, και είναι βασισμένες σε δουλειές φίλων όπως ο Ντέρεκ Τζάρμαν, ο Ερίκ Ζονκά και η Λιν Ράμσεϊ. Εξάλλου έχω κληθεί και σε κάποιες εμπορικές ταινίες στην Αμερική, όπου αισθανόμουν σαν τουρίστρια. Είχα την ελάχιστη δυνατή εμπλοκή. Κάτι τέτοιο δεν με αφορά, δεν αγγίζει ούτε τον κόσμο μου ούτε τη ζωή μου.

 

Κάποιοι σας ταυτίζουν –και όχι άδικα– με έργο τέχνης.

Σίγουρα δεν το κάνουν για να με στεναχωρήσουν, καθώς από αυτόν τον κόσμο προέρχομαι, από τον κόσμο των καλλιτεχνικών πειραματισμών. Στα 19 μου χρόνια συνάντησα τυχαία τον Ντέρεκ Τζάρμαν και μαζί με αυτόν και τον κόσμο των τεχνών. Δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος σκηνοθέτης, ήταν και εξαιρετικός ζωγράφος. Οι περισσότεροι φίλοι μου είναι ζωγράφοι, με συνδέουν ιδιαίτεροι δεσμοί με αυτούς τους ανθρώπους. Εξάλλου, θεωρώ τον εαυτό μου μοντέλο τους, δεν θα έγραφα ποτέ «ηθοποιός» στην ταυτότητά μου. Δεν γνωρίζω προσωπικά πραγματικές ηθοποιούς, ωστόσο υπάρχουν κάποιες για τις οποίες αισθάνομαι απεριόριστο θαυμασμό. Αυτή που έχω παρακολουθήσει περισσότερο είναι η Ντελφίν Σερίγκ. Την είχα συναντήσει σε ένα συνέδριο για τις γυναίκες και με ώθησε να επισκεφθώ πολλές γκαλερί. Είχα κι ένα προαίσθημα ότι μοιάζαμε πολύ.

Εξάλλου και ο σύζυγός σας είναι γνωστός ζωγράφος.

Δεν είμαι παντρεμένη, αλλά έχω δύο παιδιά με τον Τζον Μπερν, που αποδείχτηκε εξαιρετικός πατέρας. Ζούμε στο ίδιο σπίτι στη Σκοτία, ωστόσο ο εραστής μου είναι ο Σάντρο, ο οποίος με συνοδεύει παντού. (Μας παρουσιάζει τον Σάντρο, τον χαμογελαστό Γερμανό καλλιτέχνη με τον οποίο έχουν έρθει μαζί για τη συνέντευξη).

Εξού και οι επίμονες φήμες που σας θέλουν εγκλωβισμένη σε ένα ερωτικό τρίγωνο...

Η πραγματικότητα δυστυχώς δεν είναι τόσο πικάντικη όσο θέλουν να πιστεύουν αυτοί που διαδίδουν τέτοιες φήμες. Από τη μία είναι ο πατέρας των παιδιών μου, τον οποίο λατρεύω αλλά δεν αποτελούμε πλέον ζευγάρι, κι από την άλλη ο αγαπημένος μου. Η κατάσταση είναι ξεκάθαρη και καθόλου αντιφατική. Και είναι πραγματική ευλογία για τα παιδιά μου: ζω αρμονικά με τους ανθρώπους που αγαπώ, αυτό είναι όλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι προϊόν φαντασίας και προσωπικών ερμηνειών. Αδιαφορώ. Δεν με απασχολούν οι ανυπόστατες φήμες.

 

H Έμα, η ηρωίδα του Είμαι ο Έρωτας που επιλέγει να ξαναγεννηθεί, σας μοιάζει;

Όχι, η προσωπικότητα με την οποία έχω τα περισσότερα κοινά στοιχεία είναι η κόρη της: όπως κι αυτή, έτσι κι εγώ ένιωσα καλλιτέχνης από πολύ νωρίς, παρόλο που στην οικογένειά μου δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη κλίση προς αυτό το χώρο.

Επίσης κι εσείς κατάγεστε από ένα αριστοκρατικό περιβάλλον.

Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει σύγκριση. Στην ταινία πρόκειται για μία μπουρζουά οικογένεια, προϊόν του σύγχρονου καπιταλισμού. Στη δική μου οικογένεια υπήρχε μεγάλη περιουσία, αλλά λίγα μετρητά (γελάει). Και κυρίως είχαμε μία ιστορία, ένα ένδοξο παρελθόν: η οικογένειά μου είναι από τις πιο παλιές της Σκοτίας. Επιπλέον, η παιδική μου ηλικία δεν είχε τίποτα το ασφυκτικό, τίποτα το προσποιητό: στην οικογένειά μου έμαθα ότι είναι ευλογία να λες την αλήθεια και αυτή την αρχή την κράτησα σε όλη μου τη ζωή. Μπορεί να αλλάζω γνώμη και απόψεις, αλλά ψέματα δεν λέω ποτέ.

Ως ηθοποιός, η ιδέα μιας ταυτότητας που ξανακερδίζεται -όπως η Έμα, η Λομβαρδή που ξαναγίνεται Ρωσίδα- σας αγγίζει;

Πιστεύω στις αλλαγές, αλλά όχι στις ταυτότητες. Τη μία μέρα μπορεί να πιστεύουμε ένα πράγμα και την επόμενη κάτι διαφορετικό. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι αλλαγές, που θεωρώ όχι μόνο αναπόφευκτες, αλλά και απαραίτητες. Η δυνατότητα αλλαγής αποτελεί εγγύηση ελευθερίας. Στη δουλειά μου συνδέομαι στενά με προσωπικότητες που μεταμορφώνονται και, με τον ίδιο τρόπο, η αντίσταση στην αλλαγή είναι ένα συγκινητικό στοιχείο στο σινεμά.

 

Η ιδιαίτερη εμφάνισή σας, η μοναδική σας ομορφιά, δεν αποτελεί πλεονέκτημα στον κινηματογράφο;

Μπορεί να είναι μοναδική για εσάς, αλλά για μένα, που βλέπω αυτό το πρόσωπο από την ημέρα που γεννήθηκα, δεν κρύβει κανένα μυστήριο. Κοιμάμαι και ξυπνάω με μένα, τίποτα πιο συνηθισμένο από αυτό. Είτε αρέσει είτε όχι, δεν είναι πρόβλημα, δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Όταν μου κάνουν κάποιο κομπλιμέντο το δέχομαι, όμως για μένα το παρουσιαστικό μου δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο. Μοιάζω με όλα τα μέλη της οικογένειάς μου, τα πράσινα μάτια μου είναι ίδια με της μητέρας μου, είμαι χαρακτηριστικό δείγμα των ανθρώπων του πλανήτη μου. (Γελάει). Η βάση της εμφάνισής μου είναι πολύτιμη για τη δουλειά μου, στην οποία πρέπει να μεταμορφώνομαι, αλλά τον υπόλοιπο καιρό παραείμαι τεμπέλα για να βάλω μάσκαρα ή για να ασχοληθώ με το μήκος των μαλλιών μου.

Το Όσκαρ που κερδίσατε άλλαξε κάτι στη ζωή σας;

Είναι σαν να μου έβαλαν μία ρακέτα στο χέρι και να με έριξαν στο τερέν για τον τελικό του Γουίμπλεντον. Ένιωσα σαν απατεώνας και για αρκετό καιρό αισθανόμουν αμήχανα. Αδυνατώ να συλλάβω τη φαντασμαγορική δύναμη αυτού του βραβείου. Είναι παράλογο να θυμούνται οι άνθρωποι τα ονόματα όσων έχουν πάρει Όσκαρ και να αγνοούν ποιος πήρε το τελευταίο Νόμπελ ιατρικής. Ακόμα και άτομα που δεν έχουν καμία σχέση με τη βιομηχανία του σινεμά ονειρεύονται κάποια στιγμή ένα Όσκαρ και τον ευχαριστήριο λόγο που θα έλεγαν στην απονομή. Εμένα ποτέ δεν μου είχε γεννηθεί αυτή η επιθυμία. Χωρίς να θέλω να φανώ αχάριστη, δεν είμαι Αμερικανίδα και κάποια πράγματα δεν τα κατανοώ. Σίγουρα είμαι ευγνώμων και αναμφίβολα αυτό το βραβείο με βοήθησε να συγκεντρώσω χρήματα για την ταινία Είμαι ο Έρωτας, που εξάλλου άρεσε πολύ και στην Αμερική.

Συχνά σας περνάνε για Αγγλίδα.

Δεν είμαι Αγγλίδα, είμαι Σκοτσέζα. Γεννήθηκα στο Λονδίνο τυχαία, επειδή ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός και ταξίδευε πολύ. Και πώς αναγνωρίζουμε μία γνήσια Σκοτσέζα; Είναι ένα κορίτσι που είτε παραμένει για πάντα στη Σκοτία είτε αισθάνεται νοσταλγία κάθε φορά που απομακρύνεται. Είναι ένα κορίτσι που δακρύζει μόλις ακούσει τον ήχο της γκάιντας. Και τέλος, είναι ένα κορίτσι που λατρεύει, διαβάζει και ξαναδιαβάζει αδιάκοπα Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον.

Πώς είναι η ζωή σας στη Σκοτία;

Όπως είναι η ζωή κάθε ευτυχισμένης γυναίκας με δύο δίδυμα 12χρονα παιδιά, με κότες, σκύλους και χελώνες. Που δεν χορταίνει να κοιτάζει την πλαγιά από το σπίτι της, το οποίο είναι χτισμένο ψηλά στο λόφο.

Ιούλιος 2018

>