Κάναμε check-in στη σύγχρονη γλυπτική | Το "MYTHOS MATERIA" του Θεόδωρου Βισβάρδη στο Olea της Ζακύνθου
Thomas Photos
Στο Olea της Ζακύνθου κάναμε check-in στην έκθεση γλυπτικής του Θεόδωρου Βισβάρδη, όπου ο αρχαίος μύθος συναντά τη σύγχρονη τέχνη.
Πάντα ενθουσιάζομαι όταν προκύπτει ένα ταξίδι για τη δουλειά. Όχι μόνο επειδή αλλάζει για λίγο το σκηνικό, αλλά επειδή κάθε αναχώρηση ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο να παρατηρείς έναν τόπο: να γνωρίζεις ανθρώπους, να δοκιμάζεις γεύσεις και να βλέπεις από κοντά χώρους και ιδέες που μέχρι πρότινος μπορεί να μην είχες σκεφτεί να επισκεφθείς.
Αυτή τη φορά, όμως, δεν είχα πάρει ακόμα την καλοκαιρινή μου άδεια και ήδη ο Δεκαπενταύγουστος είχε περάσει. Η χρονιά ήταν μεγάλη, το καλοκαίρι είχε προχωρήσει χωρίς παύση και η βαλίτσα για τη Ζάκυνθο ετοιμάστηκε με την αίσθηση μιας ακόμη επαγγελματικής υποχρέωσης. Μία διανυκτέρευση, δύο ημέρες, γεύματα, site inspection και το opening μιας έκθεσης γλυπτικής. Ένα πρόγραμμα αρκετά πυκνό ώστε εκείνη τη στιγμή να μη μοιάζει ακριβώς με απόδραση στο κεφάλι μου.
Και πράγματι, η πρώτη διαδρομή από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο αποκάλυψε μια όψη της Ζακύνθου διαφορετική από εκείνη της γνώριμης νησιωτικής καρτ ποστάλ. Χαμηλά κτίρια, επαγγελματικές επιγραφές και ένα δομημένο τοπίο με διαφορετικές αρχιτεκτονικές αναφορές συνέθεταν την πρώτη εικόνα. Η Ζάκυνθος κουβαλά στο δομημένο περιβάλλον της μια βίαιη ασυνέχεια. Τον Αύγουστο του 1953, η καταστροφική ακολουθία σεισμών και η πυρκαγιά που ακολούθησε αφάνισαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Η ανοικοδόμηση υπάκουσε στην επείγουσα ανάγκη της στέγασης και στις νέες αντισεισμικές προδιαγραφές, επιχειρώντας παράλληλα να διατηρήσει ίχνη της επτανησιακής μορφολογίας. Η σημερινή εικόνα του νησιού φέρει αναπόφευκτα τα ίχνη αυτής της ιστορικής τομής.
Όμως πολύ σύντομα οι επιγραφές αραίωσαν και άρχισαν οι ελιές. Τα φύλλα τους έσπαγαν το πρωινό φως σε μικρές, ασημένιες αναλαμπές, ενώ η ζέστη έμενε ήδη κολλημένη στα τζάμια του αυτοκινήτου.

Πρωινό πριν από το δωμάτιο
Στις δέκα φτάσαμε στο Olea All Suite Hotel, a Member of Design Hotels, υπό τη διαχείριση της SWOT Hospitality, επάνω σε έναν καταπράσινο λόφο στο Τσιλιβί, και πήγαμε κατευθείαν στο Omikron για πρωινό.

Ο χώρος είχε το γενναιόδωρο ύψος και τα μεγάλα ανοίγματα που θα συναντούσα ξανά σε όλο το ξενοδοχείο. Το φως έμπαινε άφθονο χωρίς να κάνει τον χώρο σκληρό, περνούσε από τις ξύλινες επιφάνειες και απλωνόταν στα τραπέζια και στα πιάτα.

Στο τραπέζι μπορούσες να παραγγείλεις à la carte πιάτα με αυγά, ενώ ο μεγάλος μπουφές συγκέντρωνε ζεστές και κρύες επιλογές, ψωμιά, πίτες, φρούτα, ξηρούς καρπούς και γλυκά. Παρήγγειλα eggs Benedict. Η hollandaise κάλυπτε τα αυγά και η σαλάτα κρατούσε την οξύτητα που χρειαζόταν το πιάτο.

Μου τράβηξε την προσοχή η ομάδα του service. Οι στολές κινούνταν στους σβησμένους τόνους της ελιάς και της γης, σαν να είχαν επιλεγεί μαζί με τα υφάσματα, τα έπιπλα και τις φυτεύσεις. Γλώσσες άλλαζαν διακριτικά από τραπέζι σε τραπέζι. Οι άνθρωποι πλησίαζαν, άφηναν ένα πιάτο, γέμιζαν ένα ποτήρι και απομακρύνονταν με κινήσεις ακριβείς, χωρίς τον μικρό πανικό που συχνά προδίδει το παρασκήνιο ενός γεμάτου ξενοδοχείου.

Ακουγόταν κυρίως ο ήχος των μαχαιροπίρουνων και των χαμηλών συνομιλιών και πολύ σύντομα η ηρεμία είχε ήδη πάψει να είναι μια αφηρημένη υπόσχεση του marketing. Είχε αποκτήσει υλικότητα: τον χαμηλό τόνο μιας φιλόξενης εξυπηρέτησης, την απόσταση ανάμεσα στα τραπέζια, το χρώμα ενός πουκαμίσου και τον σωστό χρόνο που έμενε ελεύθερος ανάμεσα στην παραγγελία και στην άφιξη του πιάτου.

Μια λίμνη ως masterplan
Το Olea ολοκληρώθηκε το 2018 από το ελληνικό αρχιτεκτονικό γραφείο Block722, το οποίο ανέλαβε το masterplan, την αρχιτεκτονική, τη δημιουργική κατεύθυνση και το interior design. Διαθέτει 89 σουίτες, οργανωμένες σε μικρές συστάδες χαμηλών κυβικών όγκων γύρω από μια σχεδόν λιμναία επιφάνεια νερού 4.000 τετραγωνικών μέτρων.

Η κρίσιμη σχεδιαστική επιλογή; Ότι το νερό δεν αντιμετωπίστηκε ως μία ακόμη ξενοδοχειακή παροχή. Έγινε ο βασικός μηχανισμός της σύνθεσης: ακολουθεί το ανάγλυφο, εισχωρεί ανάμεσα στα κτίρια, σχηματίζει νησίδες και περάσματα και συνδέει τις ιδιωτικές με τις κοινόχρηστες περιοχές χωρίς απότομα όρια.

Από ορισμένες σουίτες μπορείς να μπεις απευθείας στη μεγάλη πισίνα, ενώ κάποιες άλλες διαθέτουν τη δική τους, προστατευμένη από τις υψομετρικές διαφορές, τη φύτευση και τον προσανατολισμό. Πάντως το νερό επαναλαμβάνεται τόσο συστηματικά ώστε, έπειτα από λίγη ώρα, παύει να μοιάζει με εγκατάσταση και γίνεται μέρος του τοπίου.

Κατά τη διάρκεια του site inspection μετακινούμασταν με ένα μικρό ηλεκτρικό όχημα ανάμεσα σε ελιές, θάμνους, αρωματικά φυτά και μποστάνια. Οι δρόμοι καμπύλωναν μαζί με τον λόφο και πουθενά δεν εμφανιζόταν ένας ενιαίος κτιριακός όγκος ικανός να επιβληθεί στο περιβάλλον. Τα κτίρια παρέμεναν χαμηλά, ενώ ταράτσες, πέργκολες και φυτεύσεις διέκοπταν τη γεωμετρία τους.

Η αρχιτεκτονική γλώσσα συνδέει τη μεσογειακή λιτότητα με στοιχεία tropical modernism. Λείες επιφάνειες από σκυρόδεμα και textured plaster συναντούν πέτρα, ξύλο δρυός, μπαμπού και rattan. Οι καλαμωτές οροφές και οι κατακόρυφες ξύλινες περσίδες φιλτράρουν τον ήλιο. Τα έπιπλα μένουν χαμηλά, οι γήινοι τόνοι απορροφούν την ένταση του φωτός και τα μεγάλα ανοίγματα αφήνουν το βλέμμα να περνά μέσα από τα δωμάτια προς τα έξω. Η θέα απλώνεται στους ελαιώνες και, στο βάθος, ενίοτε βλέπεις μια λεπτή γραμμή Ιονίου, ενώ η ιδιωτικότητα στις σουίτες έχει επιτευχθεί χωρίς ψηλά, ασφυκτικά χωρίσματα. Τη δημιουργούσαν η στάθμη του εδάφους, η πυκνή βλάστηση, οι χαμηλές στέγες και η προσεκτικά ελεγχόμενη γωνία της θέας.

Το μεσημέρι στο Cocoon
Το μεσημεριανό σερβιρίστηκε στο Cocoon, δίπλα στις καμπύλες της κεντρικής πισίνας. Η άμμος στο δάπεδο, οι ψάθινες επιφάνειες και η χαμηλή επίπλωση έδιναν στον χώρο μια ανεπίσημη αμεσότητα. Η ζέστη παρέμενε αισθητή, αλλά το νερό και οι σκιές από τις κατασκευές μαλάκωναν την έντασή της. Στο τραπέζι έφτασαν ζεστό ψωμί και πίτες με τζατζίκι, χούμους, ελιές και πρέτζα, burrata με ντοματίνια, κουκουνάρι, χαρουπένια παξιμάδια και pesto βασιλικού, ceviche με ντοματίνια, κρεμμύδι, κάππαρη, ελιές και λεμόνι, καθώς και tagliatelle θαλασσινών με σαφράν, μάραθο και ελαφριά bisque.


Το μενού του Cocoon χειρίζεται την εντοπιότητα πρακτικά, χωρίς να τη μετατρέπει σε σκηνικό. Το ελαιόλαδο Ζακύνθου, η τοπική Verdea και τα μυρωδικά του κήπου μπαίνουν στις συνταγές δίπλα σε αναγνωρίσιμες διεθνείς φόρμες. Κάπου ανάμεσα στο τέλος του γεύματος και στην επιστροφή στη σουίτα, είχα σταματήσει να υπολογίζω πόσες ώρες απέμεναν μέχρι την πτήση της επιστροφής. Στο κινητό μου υπάρχει ένα βίντεο διάρκειας μόλις τρεισήμισι δευτερολέπτων. Δείχνει την καμπύλη της ιδιωτικής πισίνας, τις κορυφές από τις ελιές και τη θάλασσα στο βάθος. Σε αυτό δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε και γι’ αυτό μάλλον το κράτησα.

Ένα βραδινό check-in στη γλυπτική
Το πολιτιστικό κεφάλαιο του ταξιδιού άνοιξε το βράδυ στο Flow Dine & Wine. Εκεί, στο εσωτερικό του εστιατορίου και στους εξωτερικούς χώρους που συνδέονται άμεσα μαζί του, είχε στηθεί η έκθεση "MYTHOS MATERIA – The Eternity of the Gaze” του Θεόδωρου Βισβάρδη, στο πλαίσιο του Olea Creative Residency 2026.

Πρόκειται για τη δημιουργική πλατφόρμα του Olea, η οποία προσκαλεί καλλιτέχνες και δημιουργούς να αναπτύξουν έναν διάλογο με τον τόπο και το ελληνικό πολιτιστικό αποτύπωμα, με το έργο που προκύπτει να παρουσιάζεται μέσα στο ξενοδοχείο.

Η έκθεση δεν απλωνόταν σε ολόκληρο το ξενοδοχείο ούτε παρενέβαινε διαρκώς στην εμπειρία της διαμονής. Είχε τη δική της, σαφώς αναγνωρίσιμη περιοχή γύρω από το Flow. Μέσα σε αυτήν, όμως, τα περισσότερα από 25 έργα του Θεόδωρου Βισβάρδη δεν ακολουθούσαν τη συμβατική διάταξη μιας λευκής αίθουσας. Άλλα βρίσκονταν στο εσωτερικό, άλλα εμφανίζονταν στις εξωτερικές διαδρομές και στις φυτεύσεις, ενώ ορισμένα δέχονταν τις αντανακλάσεις από το κοντινό νερό.Στις οκτώ το βράδυ, το φυσικό φως υποχωρούσε και τα γλυπτά αποκτούσαν μεγαλύτερη ένταση. Οι φωτισμένες επιφάνειες του μαρμάρου εναλλάσσονταν με αδρές τομές και σκόπιμες ατέλειες.

Κεφαλές με αναγνωρίσιμα κλασικά χαρακτηριστικά έμοιαζαν να έχουν μόλις αποσπαστεί από την πέτρα, πριν προλάβει το υλικό να παραδώσει ολοκληρωτικά τη θέση του στη μορφή.Μάλιστα από απόσταση, ορισμένα έργα μπορούσαν να θυμίσουν αρχαιολογικά ευρήματα. Από κοντά, αυτή η πρώτη εντύπωση ανατρεπόταν. Το μάρμαρο συναντούσε βότσαλα, ξύλο, κόκαλο, χαλκό, ηφαιστειακά πετρώματα, σταλαγμίτες, φύλλα χρυσού και ημιπολύτιμους λίθους. Οι ρωγμές, οι γρατζουνιές και οι χρωματικές αποκλίσεις της επιφάνειας δεν είχαν διορθωθεί. Παρέμεναν ορατές σαν μέρος της βιογραφίας του ίδιου του υλικού.




Ο Βισβάρδης επιμένει στη χειρωνακτική επεξεργασία της πέτρας, σε έναν ρυθμό πολύ πιο αργό από εκείνον που επιτρέπουν τα σύγχρονα ηλεκτρικά εργαλεία. Και νομίζω πως αυτή η επιλογή έχει και τεχνική και αισθητική σημασία: ο κραδασμός μπορεί να τραυματίσει ή να σπάσει το υλικό, ενώ το χέρι επιτρέπει στον γλύπτη να παρακολουθεί τις αντιστάσεις του.
Έτσι, η ατέλεια δεν αντιμετωπίζεται ως σφάλμα που πρέπει να εξαφανιστεί αλλά ως ένδειξη ότι το μάρμαρο προϋπήρχε του έργου και συνεχίζει να διατηρεί τη δική του υπόσταση.

Γεννημένος στη Ζάκυνθο το 1993, ο Θεόδωρος Βισβάρδης είναι δικηγόρος και αυτοδίδακτος γλύπτης. Η σχέση του με την τέχνη ξεκίνησε από τη ζωγραφική στα μαθητικά του χρόνια, όμως η επίπεδη εικόνα δεν του αρκούσε και αναζητούσε μια μορφή με μεγαλύτερη σωματική διάρκεια, κάτι που θα μπορούσε να αντισταθεί διαφορετικά στον χρόνο.


Η εξοικείωσή του με τη χειρωνακτική πράξη έχει οικογενειακή αφετηρία. Θυμάται τον πατέρα του να σκαλίζει και τον ίδιο να βρίσκεται παιδί δίπλα του, χωρίς οργανωμένα μαθήματα και χωρίς την τυπική σχέση δασκάλου - μαθητή. Σε ένα από τα έργα του μάλιστα, επανέρχεται ακόμη και η ατσαλόπετρα που βρισκόταν στην αυλή του παππού του, ένα υλικό δεμένο με την εργασία, τη σπίθα που παράγει όταν χτυπηθεί και την παιδική μνήμη.
Αυτό εξηγεί ίσως γιατί οι μεγάλοι μύθοι στο έργο του δεν μένουν ποτέ εντελώς μακριά από την προσωπική εμπειρία. Ο Προμηθέας μεταφέρεται στο παρόν ως ένας άνθρωπος που πρέπει πρώτα να αναμετρηθεί με όσα τον κρατούν ακίνητο, ενώ ο Έρωτας εμφανίζεται χωρίς το τόξο του, έχοντας χάσει την πίστη στη δύναμή του, μέχρι η ελπίδα να του επιστρέψει τη δυνατότητα να στοχεύσει ξανά.
Στη δική του εκδοχή της Ζακύνθου, το νησί αποκτά γυναικεία μορφή. Στο κεφάλι της φέρει την αρχαία Ακρόπολη, ενώ τα μαλλιά παραπέμπουν συγχρόνως στη Μέδουσα και στα κύματα του Ιονίου. Το σώμα της, όμως, είναι τραυματισμένο. Πάνω του εγγράφονται η καταστροφή, η άναρχη ανάπτυξη και η περιβαλλοντική πίεση. Η πατρίδα δεν παρουσιάζεται ως ανέγγιχτη καρτ ποστάλ, αλλά ως τόπος ομορφιάς, ιστορικού τραύματος και σύγχρονης ευθύνης.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει και η Υπατία. Η σύνθεση χρειάστηκε δυόμισι χρόνια δουλειάς και συνδυάζει, μεταξύ άλλων, χρυσό 22 καρατίων, ξύλο, κόκαλο και σκληρή πέτρα. Η Αλεξανδρινή φιλόσοφος γίνεται η αφετηρία για μια συζήτηση γύρω από τη γνώση και τη δυνατότητά της να περνά από γενιά σε γενιά, ενώ ακόμη και η κατασκευή του έργου απέκτησε τη δική της μεταφορά: για να μπορέσει η προεξέχουσα μορφή να σταθεί χωρίς να σπάσει, χρειάστηκε να αφαιρεθεί βάρος από το εσωτερικό της.

Ο αρχαίος κόσμος λειτουργεί επομένως ως λεξιλόγιο και όχι ως έτοιμη απάντηση. Ο Προμηθέας, ο Έρωτας, η Πανδώρα και η Υπατία δίνουν στον Βισβάρδη μορφές μέσα από τις οποίες μπορεί να μιλήσει για τον φόβο, την απώλεια της πίστης, τη γνώση, τη φθορά και την ανάγκη να συνεχίσει κανείς.

Η τεχνική του διαδρομή έχει ήδη συνοδευτεί από διεθνείς διακρίσεις. Το 2025 απέσπασε το πρώτο Διεθνές Βραβείο Γλυπτικής στο Festival InterArtia και ανακηρύχθηκε Artist of the Year από την International Art Society & Academy, ενώ το 2026 τιμήθηκε με το Yorgos Foydoylis Culture Award. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μιλά για τη δουλειά του με την περιέργεια ενός ανθρώπου που λύνει κάθε φορά ένα νέο πρακτικό πρόβλημα, ακόμη κι αν χρειαστεί να κατασκευάσει μόνος του το εργαλείο που λείπει.

Το επίσημο opening στο Flow συνοδεύτηκε από τη σοπράνο Αμαλία Λιόλιου και την τσελίστρια Κατερίνα Σεμιτεκόλου. Η μουσική πρόσθετε μια δεύτερη γραμμή στη βραδιά, ενώ ο ίδιος ο καλλιτέχνης περνούσε από έργο σε έργο και μιλούσε όχι τόσο ως ξεναγός, αλλά ως άνθρωπος που ξανασυναντά μπροστά σε κοινό τις αποφάσεις, τις δυσκολίες και τις αναμνήσεις που προηγήθηκαν κάθε μορφής που σχημάτισε.


Εκεί βρίσκεται και το ουσιαστικό ενδιαφέρον ενός creative residency μέσα σε ένα ξενοδοχείο. Η τέχνη δεν επιλέγεται απλώς για να καλύψει έναν άδειο τοίχο, αλλά προκύπτει μέσα από μια συνεργασία που συνδέει τον δημιουργό με τον τόπο και δίνει στους επισκέπτες πρόσβαση στη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή έξω από το καθιερωμένο μουσειακό πλαίσιο.

Εν προκειμένω η επιλογή ενός νέου Ζακυνθινού καλλιτέχνη προσέθετε στη διοργάνωση μια πραγματική σχέση με το νησί. Η Ζάκυνθος δεν λειτουργούσε ως γραφικό φόντο μιας έκθεσης που θα μπορούσε να είχε στηθεί οπουδήποτε. Επέστρεφε μέσα στα έργα ως πέτρωμα, οικογενειακή μνήμη, μύθος, φυσικό τοπίο και πληγωμένο σώμα.


Η ίδια διάθεση σύγχρονης επεξεργασίας της ελληνικότητας συνεχιζόταν στο τραπέζι του Flow. Υπό τη δημιουργική διεύθυνση του chef Michalis Nourloglou, το seafood-led εστιατόριο οργανώνει το βραδινό του μενού σε τρεις degustation προτάσεις. Red mullet sashimi με tartare ψητής ντομάτας, αστακός σε αστακός σε lasagna με φιστίκι και ελαφριά béchamel και σφυρίδα με σελινόριζα, φουντούκι και σάλτσα από νεροκρέμμυδα μεταφέρουν γνώριμες πρώτες ύλες σε μια πιο τεχνική, σύγχρονη σύνταξη.



Όσα μένουν μετά το check-out
Το επόμενο πρωί επιστρέψαμε στο Omikron για πρωινό και η ημέρα κύλησε ανάμεσα στις πισίνες μέχρι τη βραδινή πτήση καταλήγοντας ξανά στο Cocoon.

Αυτή τη φορά, στο τραπέζι ήρθαν Angus beef sliders, χειροποίητα στριφτούδια με μοσχαρίσιο ragout και παλαιωμένη γραβιέρα, σαλάτα Caesar και ένα τετράγωνο tiramisu σκεπασμένο με λεπτές φλούδες σοκολάτας.
Στις επτά το απόγευμα φορτώσαμε ξανά τις βαλίτσες.

Στην πτήση της επιστροφής, το κινητό μου είχε γεμίσει με μικρά βίντεο στα οποία δεν συνέβαινε σχεδόν τίποτα: νερό, σκιές, ξύλινες περσίδες, φύλλα ελιάς, ένα μαρμάρινο πρόσωπο. Πίστευα ότι δύο ημέρες δεν αρκούν για να αποσυνδεθείς πραγματικά. Κι όμως, με το νερό να επαναλαμβάνεται γύρω από τα κτίρια, τις ελιές να χαμηλώνουν τον ορίζοντα και τον χρόνο να μην απαιτεί συνεχώς κάτι από εμένα, κατάφερα να χαλαρώσω. Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα ξεκουραστεί πραγματικά. Σκέφτομαι ότι αν μία νύχτα μπορούσε να αφήσει μέσα μου τόσο χώρο, τότε ίσως η ξεκούραση να μην εξαρτάται πάντοτε από τη διάρκεια, αλλά από το αν βρίσκεσαι, έστω για λίγο, στον σωστό τόπο.

