Ο Νίκος Κανόγλου φέρνει την εμβληματική "Κεφαλή της Αθηνάς" στο σήμερα μέσα από ένα έργο που διακρίνεται για την εστίασή του στη λεπτομέρεια.
Η χαρακτική είναι ίσως η πιο απαιτητική εικαστική τέχνη. Δεν επιτρέπει εύκολες διορθώσεις, ούτε αυθόρμητες μεταβολές της τελευταίας στιγμής. Ίσως για αυτό οι περισσότεροι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της διεθνώς αφιερώνουν τη ζωή τους σε αυτή. Ο σπουδαίος Λάμπρος Ορφανός είναι ένας από αυτούς που μετέτρεψαν τη χαρακτική σε αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής τους εστιάζοντας μάλιστα σε ένα από τα πιο δύσκολα πεδία της: τη χάραξη τραπεζογραμματίων.
Η νέα ομαδική έκθεση στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος τιμά το έργο και την προσωπικότητα του σημαντικού Έλληνα χαράκτη. Αυτόν τον λυρικό ρεαλισμό που διέπνεε τα έργα του και τη δεξιοτεχνία, η οποία χαρακτήριζε κάθε του δημιούργημα. Η νέα αυτή έκθεση, η οποία παρουσιάζεται στο Μέγαρο Διομήδη έως τις 26 Ιουνίου, επιχειρεί να αναδείξει όχι μόνο τη διαχρονική σημασία του έργου του Ορφανού, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η χαρακτική του γλώσσα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενεργό πεδίο εικαστικού διαλόγου για τους δημιουργούς του σήμερα.

Ανάμεσα στους σύγχρονους εικαστικούς που συμμετέχουν και ο Νίκος Κανόγλου με την "Κεφαλή Αθηνάς", μία εκτεταμένη εικαστική μελέτη πάνω στη μορφή της Αθηνάς από τη γνωστή χάραξη του χαρτονομίσματος των 100 δραχμών του 1978, έργο του Λάμπρου Ορφανού. Ο καλλιτέχνης δεν αντιμετωπίζει τη μορφή ως εικονογραφικό πρότυπο προς αναπαραγωγή, αλλά ως οργανωμένο σύστημα μορφής, φωτός και μνήμης.

Εκεί όπου η χαρακτική του Ορφανού συγκροτεί τη μορφή μέσα από τη φωτεινή σαφήνεια και την ακρίβεια της γραμμής, ο Κανόγλου επιχειρεί μια αντιστροφή των τονικών συνθηκών. Η μορφή της Αθηνάς αναδύεται μέσα από σκοτεινές τονικές διαβαθμίσεις, ξηρές ορυκτές σκόνες και στρώσεις γραφίτη, μετατοπιζόμενη από τη φυσιογνωμική βεβαιότητα προς το αρχέτυπο και τη μνήμη.
Η εργασία αναπτύσσεται σε υπερκλίμακα, υπερβαίνοντας τα δύο μέτρα ύψους, μετατρέποντας τη ζωγραφική πράξη σε σωματική εμπειρία. Ο καλλιτέχνης εργάζεται αποκλειστικά στην πίσω πλευρά του καμβά, επάνω στο κάμποτο και την πλέξη του υφάσματος, χρησιμοποιώντας ξηρές ύλες, γραφίτη και συρμάτινες βούρτσες, επιτρέποντας στη μορφή να εμφανιστεί όχι ως άμεση εικόνα αλλά ως ίχνος πίεσης, φθοράς και διείσδυσης μέσα στην ίδια την ύλη.

Το έργο αναπτύσσει έναν ουσιαστικό διάλογο με τη χαρακτική σκέψη του Λάμπρου Ορφανού, διατηρώντας τη λιτότητα και την πειθαρχία της μορφής, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρει την εικόνα από το πεδίο της περιγραφής στο πεδίο της βιωματικής εμπειρίας. Η Αθηνά παύει να λειτουργεί ως σταθερό εθνικό σύμβολο και μετασχηματίζεται σε ένα εύθραυστο αρχέτυπο παρουσίας και απουσίας.

Παράλληλα παρουσιάζεται η εγκατάσταση "Ἀθέσπιστος ἐν Ἀθήναις (2026) – Θραύσματα εξορίας", ένα έργο που εξερευνά την έννοια της εξορίας, της απομάκρυνσης και της λανθάνουσας απειλής μέσα στις ίδιες τις δομές προστασίας. Μέσα από μια τελετουργική πομπή σωμάτων και τη μετατροπή του χώρου πυρόσβεσης σε συμβολικό τόπο μνήμης, οι κόκκινες φιάλες πυρόσβεσης μετασχηματίζονται από μηχανισμοί ασφάλειας σε σημεία μιας αθέατης αγωνίας, κάτω από το διαρκές και σιωπηλό βλέμμα της Αθηνάς.
Η επιμέλεια της παράλληλης έκθεσης πραγματοποιείται από την επιμελήτρια και ιστορικό τέχνης Μαρία Λεμπέση, η οποία συγκροτεί έναν πολυφωνικό διάλογο ανάμεσα στη χαρακτική παράδοση και στις σύγχρονες εικαστικές πρακτικές, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα του έργου του Λάμπρου Ορφανού να εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενεργός πυρήνας καλλιτεχνικής σκέψης και έμπνευσης.
