top article

Είμαι, είναι η αλήθεια, κάπως σνομπ με τις εμπορικές ελληνικές ταινίες γιατί δεν εκτιμώ ούτε τις τηλεοπτικές ερμηνείες των ηθοποιών, ούτε τους διαλόγους σαν σχολικό σκετς, ούτε την παραγωγή που καμώνεται πως είναι χολιγουντιανή, ενώ στην καλύτερη τη λες αποκριάτικη (βλ. Ελ Γκρέκο και Χαβιάρι του Γιάννη Σμαραγδή).
Κι έχω πραγματικά κουραστεί με την αφασική μανιέρα και τον αυτισμό του Greek Weird Cinema, που ξεκινώντας από τον Κυνόδοντα και μέχρι το Miss Violence, είναι σαν να βλέπεις το ίδιο δυσφημιστικό σποτάκι της ελληνικής δυσλειτουργικής οικογένειας σε λούπα. Δεν λέω ότι δεν έχει ενδιαφέρον αυτό το πειραματικό video art της νοσηρότητας αλά γκρέκα, αλλά παρντόν κουράστηκα και μην υπολογίζετε πια το εισιτήριο μου στον έτσι κι αλλιώς φτωχό απολογισμό σας, κύριε.

Όμως, εκεί που νομίζεις ότι πάει, τελείωσε, δεν πρόκειται αυτή χώρα να βγάλει μια κανονική ταινία να γουστάρουμε, έρχεται ο Παντελής Βούλγαρης με τη «Μικρά Αγγλία» και γράφει ιστορία δις –όπως τότε με «Τα Πέτρινα Χρόνια».
Πολλοί είναι οι λόγοι που από την πρώτη στιγμή έγινε θρίαμβος:

-Η φωτογραφία, οι ερμηνείες, τα κοστούμια, ένα μίγμα άγριας καλαισθησίας και ρεαλισμού εποχής που δεν σε αφήνει ούτε λεπτό να βαρεθείς παρά τη μεγάλη διάρκεια που κυλά νεράκι. Η «Μικρά Αγγλία» είναι το δικό μας «Μαθήματα Πιάνου», αν καταλαβαίνεις τι εννοώ…

-Το υψηλό επίπεδο της παραγωγής που δεν επικαλείται δικαιολογίες (το κράτος, τις επιδοτήσεις που άργησαν, τα άστρα που δεν ευθυγραμμίστηκαν) όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά παραδίδει αυτό που υποσχέθηκε, χάρη στην αυτοθυσία και το φιλότιμο των τεχνικών, στο πάθος του σκηνοθέτη, στην Ιωάννα Καρυστιάνη που σαν Παναγιά στάθηκε δίπλα σε ένα φιλόδοξο σχέδιο και έκανε το θαύμα της, αλλά και χάρη στο ρεφενέ των κατοίκων της Άνδρου, που έδωσαν τα αρζαντερί και τα προικιά τους.

-Η αίσθηση ότι πρόκειται για μια ταινία επιτέλους «δική μας». Όχι σαν του Παπακαλιάτη που είναι όλοι λες και ζουν στο Notting Hill ή σαν του Λάνθιμου που λοξοκοιτάζει ηθικά και αισθητικά προς Αυστρία και Σκανδιναβία μεριά. Στη «Μικρά Αγγλιά» μπορείς να αναγνωρίσεις τα κύματα του Αιγαίου, τα φλιτζανάκια της γιαγιάς σου, τα λουλούδια στην εξοχή όταν είναι Πάσχα, ελληνικές μύτες, ελληνικές κουβέντες, ελληνικά κόμπλεξ -όχι ιντερνάσιοναλ. Κι όλα αυτά χωρίς διακοσμητική νοσταλγία. Εντόπιες ατμόσφαιρες για να ξετυλιχθεί η ιστορία, όπως χρειάζεται η Άγρια Δύση για να γίνει το γουέστερν.

-Και τέλος το στόρι. Το βιβλίο της Καρυστιάνη. Η κραυγή που όλοι κρατάμε μέσα μας –ο καθένας μια κραυγή που φυτρώνει από διαφορετικό σπόρο- και ώρες ώρες μάς έρχεται να βγούμε στα μπαλκόνια να την ξεφωνίσουμε. Το μυστικό μας, που εκεί μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, κάνει για λίγο παρέα με το μυστικό της Όρσας.
Είδα τη «Μικρά Αγγλία» μια Τρίτη στις 18:20 σε ένα ιστορικό μεγάλο σινεμά στους Αμπελοκήπους. Δεν έπεφτε καρφίτσα.

Ιούλιος 2018

>