Με αφρομή την έκθεση του MoMu της Αμβέρσας ανακαλύπτουμε πώς οι έξι Βέλγοι σχεδιαστές κατέκτησαν την παγκόσμια μόδα.
Στo MoMu Fashion Museum στην Αμβέρσα παρουσιάζεται η έκθεση "The Antwerp Six” αφιερωμένη στους Dries Van Noten, Ann Demeulemeester, Walter Van Beirendonck, Dirk Bikkembergs, Dirk Van Saene και Marina Yee, δηλαδή στην χρυσή εξάδα που ξεκίνησε από την Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Αμβέρσας για να κατακτήσει τον κόσμο της μόδας και να μετατρέψει το μελαγχολικό λιμάνι σε fashion capital.
Το προσωνύμιο που ποτέ δεν διάλεξαν οι ίδιοι, καθώς δε δούλεψαν ποτέ ως ομάδα όπως συχνά λανθασμένα τους αποδίδεται, το κέρδισαν το 1986, τη χρονιά που ταξίδεψαν στο British Designer Show, τη νεοσύστατη Εβδομάδα Μόδας του Λονδίνου στο Kensington Olympia, για να παρουσιάσουν τις συλλογές τους. Χωρίς την υποστήριξη ενός οργανωμένου μηχανισμού, χωρίς επικοινωνιακή στρατηγική και με ελάχιστους οικονομικούς πόρους, μετέφεραν τις συλλογές τους με ένα φορτηγάκι από την Αμβέρσα στο Λονδίνο, επιλέγοντας να παρουσιάσουν τη δουλειά τους σε έναν περιφερειακό χώρο, μακριά από τα καθιερωμένα venues.
Το γεγονός ότι χρειάστηκε να διανείμουν μόνοι τους προσκλήσεις και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον αγοραστών και δημοσιογράφων λειτουργεί σήμερα έχει πάρει τη διάσταση μύθου, ωστόσο έχει πάρα πολύ να κάνει με την οικονομική πραγματικότητα της συγκεκριμένης δεκαετίας. Αν η ιστορία τους ήταν meme, το κείμενο πάνω στην περιβόητη φωτογραφία στην λονδρέζικη διάβαση όπου μιμούνται το εξώφυλλο του Abbey Road των Beatles, θα έγραφε, "They walked, so we could run”.
Το βέλγικο πείραμα
Όπως αναφέρουν σε συνέντευξή τους στο EE72 οι επιμελητές της έκθεσης Geert Bruloot και Kaat Debo, η οικονομική κατάσταση της δεκαετίας του ’70 και των αρχών της δεκαετίας του ’80 ήταν πολύ δύσκολη. Είχαν σημειωθεί δύο πετρελαϊκές κρίσεις, υπήρχε ανεργία σε πολλούς κλάδους, ενώ στον τομέα της μόδας ξεκίνησε το πρώτο κύμα μεταφοράς της παραγωγής στο εξωτερικό. Στο Βέλγιο, η κυβέρνηση παρατήρησε κάτι σημαντικό. Εκείνη την εποχή το Βέλγιο διέθετε μια σημαντική βιομηχανία ενδυμάτων και κλωστοϋφαντουργίας, μία από τις σημαντικότερες εθνικές βιομηχανίες παράλληλα με τον άνθρακα και τον χάλυβα. Παρόλα αυτά οι εταιρείες έκλειναν και η ανεργία αυξανόταν. Προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα διαπίστωσαν ότι το Βέλγιο διέθετε μεν σημαντική βιομηχανία, αλλά δεν είχε την ταυτότητα που διέθεταν, για παράδειγμα, η Γαλλία ή η Ιταλία.
Έτσι εφήρμοσαν ένα φιλόδοξο πενταετές σχέδιο για την ενίσχυση του κλάδου, επενδύοντας όχι μόνο στην τεχνολογία παραγωγής αλλά και στους νέους δημιουργούς. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε ο διαγωνισμός Golden Spindle, που έφερε σε επαφή ανερχόμενους σχεδιαστές με εγχώριους κατασκευαστές, δίνοντάς τους για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παράγουν ολοκληρωμένες συλλογές σε επαγγελματικό επίπεδο. Παρά τις αισθητικές διαφορές μεταξύ designers και βιομηχανίας, η πρωτοβουλία αυτή, ενισχυμένη από διεθνή προσοχή και πρόσωπα όπως ο Jean Paul Gaultier που ήταν ήδη μεγάλο όνομα, συνέβαλε στη δημιουργία ενός πρωτόγνωρου ενδιαφέροντος γύρω από τη βελγική μόδα, η οποία άρχισε να αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό φαινόμενο.

Την ίδια στιγμή, η διεθνής συγκυρία υπήρξε καθοριστική. Η δεκαετία του ’80 σηματοδότησε την ανάδειξη της μόδας ως βασικού εργαλείου έκφρασης ταυτότητας, με την άνοδο της ιαπωνικής αποδόμησης, του punk τη δυναμική του power dressing και την πιο παιχνιδιάρικη προσέγγιση δημιουργών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι μελλοντικοί Antwerp Six αποφοίτησαν, εργάστηκαν αρχικά σε εμπορικά brands και περιοδικά, και σταδιακά - κυρίως από τα τέλη των ’80s - ανέπτυξαν τα προσωπικά τους labels, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης μόδας, σε μια περίοδο που προανήγγειλε και την άνοδο των μεγάλων οίκων.
Dries Van Noten
Ο Dries Van Noten, γεννημένος το 1958 στην Αμβέρσα, τρίτης γενιάς σε οικογένεια εμπόρων υφασμάτων, μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στο ύφασμα πριν περάσει από τη Βασιλική Ακαδημία. Το 1986 ιδρύει το label του και, σε αντίθεση με πολλούς συνομηλίκους του, δεν επιδιώκει την ανατροπή για την ανατροπή· επιλέγει να χτίσει έναν κόσμο. Μέχρι τη συνταξιοδότησή τους το 2024, τα shows του λειτουργούσαν σαν πολιτισμικά κολάζ, όπου το brocade συναντά το military και το εξωτικό αποκτά καθημερινή υπόσταση. Ο Van Noten διέγραψε μια λαμπρή 40ετή πορεία στη βιομηχανία αποκτώντας φανατικό κοινό που λατρεύει τη μοναδική σχεδιαστική υπογραφή του, την οποία επάξια συνεχίζει ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του brand, Julian Klausner.
Ann Demeulemeester
Η Ann Demeulemeester, αποφοίτησε από τη βασιλική ακαδημία το 1981, δούλεψε δίπλα στον Martin Margela για λογαριασμό ενός ιταλικού brand και λάνσαρε το brand της στα μέσα των ’80s. Πολύ γρήγορα διαμορφώνει έναν σχεδιαστικό κώδικα που εκπορεύεται από τη μεγάλη της αγάπη για την ποίηση. Μαύρο, λευκό και σιλουέτες που μοιάζουν να αιωρούνται. Η συνεργασία και προσωπική της σχέση με τον φωτογράφο Patrick Robyn καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του οίκου, μέχρι την αποχώρησή της το 2013. Σήμερα, ο Stefano Gallici έχει τα ηνία του οίκου και μετά από μερικές αμήχανες σεζόν έχει βρει τα πατήματά του συνεχίζοντας την κληρονομία της Βελγίδας που πλέον ζει μακριά από το κέντρο της Αμβέρσας, αφιερωμένη στη γλυπτική.

Walter Van Beirendonck
Ο Walter Van Beirendonck υπήρξε εξαρχής η πιο ανήσυχη δύναμη της ομάδας. Από τα πρώτα του βήματα μετά την Ακαδημία, αντιμετώπισε τη μόδα ως πολιτική πράξη. Φύλο, σεξουαλικότητα, σώμα, όλα περνούν μέσα από τις συλλογές του με μια σχεδόν προκλητική ειλικρίνεια που ερμηνεύεται μέσα από έντονα χρώματα, γραφικά μοτίβα και μια αισθητική που αγγίζει το φουτουριστικό και το παιγνιώδες. Τη δεκαετία του ’90, με το project W.&L.T. (Wild & Lethal Trash), μετατρέπει το ρούχο σε φορέα μηνυμάτων. Υπήρξε επίσης επί χρόνια επικεφαλής του τμήματος μόδας της Ακαδημίας της Αμβέρσας, επηρεάζοντας ολόκληρες γενιές νέων σχεδιαστών.
Dirk Bikkembergs
Ο Dirk Bikkembergs, γεννημένος το 1959 στη Γερμανία, έφερε μια εντελώς διαφορετική ένταση στο group. Το σώμα ως εργαλείο και ως θέαμα. Ιδρύει το brand του το 1986 και επικεντρώνεται σχεδόν εμμονικά στο ανδρικό ένδυμα. Πολύ πριν το sportswear κατακτήσει τις πασαρέλες, εκείνος αντλεί από τον αθλητισμό (και ειδικά το ποδόσφαιρο) για να επαναπροσδιορίσει την έννοια της αρρενωπότητας, φτάνοντας μέχρι και σε συνεργασίες με επαγγελματικές ομάδες, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο. Το 2005, αποφάσισε να εξαγοράσει τον ιταλικό σύλλογο F.C. Fossombrone και ξεκίνησε μια εκτεταμένη διαδικασία ανανέωσης της εικόνας του, μετονομάζοντάς τον σε F.C. Bikkembergs Fossombrone, με στόχο να χρησιμοποιήσει την ομάδα ως εργαστήριο για το styling και την τεχνολογία υφασμάτων, ώστε όλα τα σχέδιά του να δοκιμάζονται και να προωθούνται απευθείας από τους ποδοσφαιριστές. Την πούλησε το 2010.
Dirk Van Saene
Ο Dirk Van Saene κινήθηκε πάντα και συνειδητά εκτός συστήματος. Μετά την αποφοίτησή του, αντί να ακολουθήσει την κλασική πορεία ενός brand, ανοίγει το δικό του κατάστημα στην Αμβέρσα και παρουσιάζει συλλογές σχεδόν χειροποίητες, συχνά μοναδικές. Η συμμετοχή του στο W.&L.T. (μαζί με τον Beirendonck) επιβεβαιώνει τη διάθεσή του για πειραματισμό, όμως η ουσία της δουλειάς του παραμένει αλλού. Σε μια εικαστική αντίληψη του ρούχου που αρνείται να υπακούσει στους ρυθμούς της αγοράς.
Marina Yee
Η Marina Yee, ήταν ίσως η πιο σιωπηλή αλλά και η πιο σύγχρονη φωνή της εξάδας. Μετά τις πρώτες της συλλογές στα τέλη των ’80s, αποσύρεται σχεδόν από τη βιομηχανία, επιλέγοντας μια πιο εσωτερική διαδρομή με σποραδικές εμφανίσεις. Μεταξύ του 2000 και του 2002, σχεδίασε γυναικείες συλλογές για τον ομόσταβλό της Dirk Bikkembergs. Όταν επιστρέφει με δικό της brand, το κάνει με όρους που σήμερα μοιάζουν προφητικοί: επαναχρησιμοποίηση, μεταμόρφωση του υπάρχοντος. Το 2003, ιδρύει ένα ατελιέ στις Βρυξέλλες, όπου δημιουργεί ρούχα από υπάρχοντα ενδύματα και μεταχειρισμένα υφάσματα. Τελευταία φορά παρουσίασε δουλειά της το 2018 με το M.Y. Project που περιλάμβανε πέντε σχέδια και παρουσιάστηκε στο Τόκιο. Το έργο της δεν ακολουθούσε τη μόδα, την προσπερνά, άφησε όμως πίσω του μια ήσυχη αλλά βαθιά επιδραστική παρακαταθήκη.
Η έκθεση στο MoMu Fashion Museum επιλέγει να μην παρουσιάσει τους Antwerp Six ως ενιαίο σύνολο, αλλά να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της κάθε διαδρομής, μέσα από αρχειακό υλικό, πρωτότυπα σχέδια και ενδύματα που λειτουργούν περισσότερο ως τεκμήρια σκέψης παρά ως απλά αντικείμενα. Αυτή η προσέγγιση είναι κομβική για την κατανόηση του φαινομένου των Antwerp Six, καθώς απομακρύνεται από τη λογική της νοσταλγίας και εστιάζει στην ανάλυση της επιρροής τους στο σύγχρονο τοπίο.
Γιατί, τελικά, η σημασία των Antwerp Six δεν περιορίζεται στη δεκαετία του ’80 ούτε στη συγκεκριμένη γεωγραφία. Η επιρροή τους διαπερνά τη σύγχρονη μόδα σε επίπεδο μεθοδολογίας, αισθητικής και στάσης απέναντι στη δημιουργία. Σε μια εποχή όπου η ταχύτητα και η αναπαραγωγή κυριαρχούν, η δική τους πορεία υπενθυμίζει ότι η ουσιαστική καινοτομία δεν προκύπτει από την προσαρμογή, αλλά από τη ρήξη.

