Ο Jean Paul Gaultier, το "L’Enfant Terrible" της γαλλικής μόδας, αποτελεί μια από τις πιο πληθωρικές, ανατρεπτικές και αγαπητές προσωπικότητες που πέρασαν ποτέ από την παγκόσμια σκηνή του στιλ. Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονούς του, ο Gaultier δεν είχε επίσημη εκπαίδευση σε σχολή μόδας. Γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1952 στο Arcueil, ένα προάστιο του Παρισιού, σε οικογένεια εργατικής τάξης. Ο πατέρας του ήταν λογιστής και η μητέρα του ταμίας σε ασφαλιστική εταιρεία. Ωστόσο, η καθοριστική φιγούρα της παιδικής του ηλικίας ήταν η γιαγιά του, η οποία εργαζόταν ως αισθητικός και τον μύησε από μικρό στον κόσμο της ομορφιάς, των κορσέδων, των εσωρούχων και της γυναικείας ένδυσης. Ο ίδιος έχει αφηγηθεί πολλές φορές ότι από την ηλικία των 9 ετών σχεδίαζε φορέματα και κορσέδες πάνω σε ένα αρκουδάκι, το οποίο ονόμαζε Nana, χρησιμοποιώντας χαρτί εφημερίδας και καρφίτσες.

Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε με έναν σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο. Την ημέρα των 18ων γενεθλίων του, το 1970, προσλήφθηκε από τον Pierre Cardin, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τα σχέδια που ο νεαρός Gaultier του έστελνε ταχυδρομικά. Αφού πέρασε από τους οίκους Patou και ξανά από τον Cardin, αποφάσισε το 1976 να παρουσιάσει την πρώτη του προσωπική συλλογή, αποδεικνύοντας πως δεν τον αφορά η κομψότητα και η ομορφιά με την παραδοσιακή τους έννοια. Έβαζε ηλικιωμένες γυναίκες και ανθρώπους με μη "ιδανικά" σώματα στην πασαρέλα, ανακάτευε ανδρικά και γυναικεία στοιχεία, χρησιμοποιούσε υλικά όπως PVC, λάτεξ και μέταλλο και προκαλούσε συστηματικά το κοινό. Γρήγορα απέκτησε το προσωνύμιο "l’enfant terrible de la mode”, το τρομερό παιδί της μόδας.
Το ξεκίνημα ήταν δύσκολο και φτωχικό, χρησιμοποίησε υλικά όπως ψάθα και σουπλά για να φτιάξει κοσμήματα, όμως η ενέργεια και η ικανότητά του να αναμειγνύει το υψηλό με το ταπεινό τράβηξαν αμέσως την προσοχή των κριτικών. Από εκείνη τη στιγμή, ο Gaultier βάλθηκε να γκρεμίσει κάθε στερεότυπο. Εισήγαγε τις φούστες για άνδρες το 1985, προκαλώντας σοκ στην παριζιάνικη κοινωνία, και καθιέρωσε τη μαρινιέρα ως το απόλυτο σύμβολο του οίκου του, εμπνευσμένο από την ταινία "Querelle" του Fassbinder.
Τα σκάνδαλα και η πρόκληση ήταν πάντα στο DNA του, αλλά ποτέ δεν γίνονταν χωρίς λόγο. Ο Gaultier ήταν ο πρώτος που έφερε το "street casting" στην υψηλή ραπτική, ανεβάζοντας στην πασαρέλα ανθρώπους που η μόδα αγνοούσε: ηλικιωμένους, άτομα με πολλά τατουάζ και πίρσινγκ, εύσωμες γυναίκες και drag queens. Για εκείνον, η ομορφιά βρισκόταν παντού. Κατά τη δεκαετία του 1980 και του 1990, η φήμη του εκτοξεύθηκε. Ένα από τα πιο εμβληματικά του δημιουργήματα ήταν ο κωνικός κορσές με τις μυτερές θήκες για το στήθος, που σχεδίασε για τη Madonna στην περιοδεία Blonde Ambition το 1990. Το ρούχο αυτό έγινε σύμβολο γυναικείας δύναμης, σεξουαλικής απελευθέρωσης και πρόκλησης, και καθιέρωσε οριστικά τον Gaultier ως pop icon.

Εκτός από τη Madonna, οι μούσες του ήταν πάντα γυναίκες με έντονη προσωπικότητα, όπως η Farida Khelfa, η Rossy de Palma, η Beth Ditto και η Dita Von Teese, ενώ διατηρούσε στενή φιλία με την Catherine Deneuve και τη Marion Cotillard, τις οποίες έντυσε επανειλημμένα για το κόκκινο χαλί των Καννών και των Όσκαρ. Σχεδίασε επίσης κοστούμια για ταινίες όπως "The Fifth Element” του Luc Besson, "Kika” του Pedro Almodóvar και "The Cook, the Thief, His Wife & Her Lover” του Peter Greenaway. Στις δημιουργίες του, τα κοστούμια λειτουργούσαν ως χαρακτήρες, όχι απλώς ως ρούχα.
Στην προσωπική του ζωή, η πιο καθοριστική φιγούρα ήταν ο σύντροφός του στη ζωή και στις επιχειρήσεις, Francis Menuge. Ο Menuge ήταν ο άνθρωπος που τον έπεισε να ξεκινήσει τον δικό του οίκο και εκείνος που διαχειριζόταν το επιχειρηματικό κομμάτι. Ο θάνατος του Menuge από επιπλοκές του AIDS το 1990 βύθισε τον Gaultier σε βαθιά θλίψη και τον έκανε σχεδόν να παρατήσει τη μόδα. Τελικά, αποφάσισε να συνεχίσει στη μνήμη του, μετατρέποντας τον πόνο του σε δημιουργία. Από τότε, ο Gaultier έγινε ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του amfAR και της μάχης κατά του AIDS, συγκεντρώνοντας εκατομμύρια δολάρια μέσω φιλανθρωπικών επιδείξεων και δημοπρασιών, ενώ πάντα υπήρξε πρωτοπόρος στην ορατότητα της LGBTQ+ κοινότητας.
Σκάνδαλα υπήρξαν πολλά, αν και συνήθως περισσότερο αισθητικά και κοινωνικά παρά προσωπικά. Κατηγορήθηκε για προσβολή θρησκευτικών συμβόλων, για υπερβολική σεξουαλικότητα, για βλασφημία, για χυδαιότητα. Εκείνος απαντούσε ότι η μόδα πρέπει να σοκάρει για να αφυπνίζει και ότι η διαφορετικότητα δεν είναι απειλή αλλά πλούτος.


Η καριέρα του γνώρισε έναν ακόμα θρίαμβο όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του οίκου Hermès, από το 2003 έως το 2010, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να δαμάσει την επαναστατική του φύση και να δημιουργήσει την απόλυτη πολυτέλεια. Οι δηλώσεις του πάντα αντανακλούσαν μια βαθιά ανθρωπιά και χιούμορ, με τον ίδιο να λέει συχνά πως "δεν υπάρχει μόνο ένας τύπος ομορφιάς" και πως "το να είσαι ο εαυτός σου είναι η μεγαλύτερη επανάσταση". Οι φιλίες του περιελάμβαναν προσωπικότητες όπως ο Karl Lagerfeld, ο Thierry Mugler, η Catherine Deneuve, ο Luc Besson και η Anna Wintour, αν και διατηρούσε πάντα μια ανεξαρτησία και μια απόσταση από τα "κλειστά κλαμπ" της μόδας. Το 2014 πούλησε την πλειοψηφία του οίκου του στον ισπανικό όμιλο Puig, διατηρώντας όμως καλλιτεχνικό έλεγχο για αρκετά χρόνια.

Ακόμα και όταν το 2020 αποφάσισε να αποσυρθεί από τις πασαρέλες με ένα φαντασμαγορικό show στο Théâtre du Châtelet, δεν σταμάτησε να παράγει τέχνη, εισάγοντας ένα νέο μοντέλο όπου κάθε σεζόν ένας διαφορετικός σχεδιαστής αναλαμβάνει να ερμηνεύσει την κληρονομιά του.
Ο Jean Paul Gaultier δεν δημιούργησε μόνο ρούχα. Δημιούργησε μια ολόκληρη γλώσσα αποδοχής και ελευθερίας. Από τα εμβληματικά αρώματα σε σχήμα κορμού, τα Le Male και Classique, μέχρι τις haute couture δημιουργίες που μοιάζουν με γλυπτά, το αποτύπωμά του είναι ανεξίτηλο. Είναι ο άνθρωπος που έβγαλε το εσώρουχο πάνω από το ρούχο, που έντυσε τους άνδρες με δαντέλες και τις γυναίκες με πανοπλίες, αποδεικνύοντας ότι η μόδα είναι το πιο δυνατό παιχνίδι αυτοέκφρασης. Η ζωή του, γεμάτη φως, απώλειες, γέλια και ασταμάτητη έμπνευση, παραμένει ο ορισμός της γαλλικής "joie de vivre" στην πιο ανατρεπτική της εκδοχή.
Έφτιαξε έναν κόσμο όπου το διαφορετικό είναι αποδεκτό, το περιθώριο γίνεται κέντρο και η πρόκληση μετατρέπεται σε τέχνη. Από το παιδί που έραβε κορσέδες σε ένα αρκουδάκι, μέχρι τον σχεδιαστή που έντυσε τη Madonna και άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το φύλο και την ταυτότητα, η διαδρομή του αποτελεί ένα από τα πιο τολμηρά και ανθρώπινα κεφάλαια στην ιστορία της παγκόσμιας μόδας.