Virginie Viard: Όσα αποκαλύπτει στο βιβλίο της για την σχέση της με τον Karl Lagerfeld η πρώην creative director της Chanel
Δύο χρόνια μετά την αιφνίδια αποχώρησή της από τη Chanel, η Virginie Viard αποφασίζει να μιλήσει. Στο βιβλίο της Un Regard: Une Vie Chez Chanel, που κυκλοφόρησε μέσα στην Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού, η επί 37 χρόνια συνεργάτιδα του οίκου αφηγείται για πρώτη φορά τη δική της εκδοχή για την απομάκρυνσή της, τη σχέση της με τον Karl Lagerfeld και τα πέντε χρόνια που βρέθηκε στην κορυφή ενός από τους σημαντικότερους οίκους μόδας στον κόσμο.
Δεν πρόκειται ακριβώς για ένα βιβλίο αποκαλύψεων. Είναι περισσότερο η προσπάθεια μιας γυναίκας να ξαναγράψει τη θέση της στην ιστορία ενός οίκου από τον οποίο, όπως αισθάνεται, διαγράφηκε υπερβολικά εύκολα.

"Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν αυτά τα λόγια"
Η ιστορία ξεκινά στις 5 Ιουνίου 2024, την ημέρα που η Viard μαθαίνει ότι η Chanel αποφάσισε να τερματίσει τη συνεργασία τους. Έχει προηγηθεί η cruise συλλογή στη Μασσαλία, τον Μάιο, η οποία δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση και είχε πραγματοποιηθεί κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Η Viard συναντά για γεύμα τον Alain Wertheimer, έναν από τους ιδιοκτήτες της Chanel. Εκείνος τής λέει, σύμφωνα με την ίδια: "Θα το σταματήσουμε εδώ".
Η αντίδρασή της είναι αμηχανία και σοκ.
"Καταλαβαίνω τις λέξεις. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνουν. Είναι Ιούνιος. Οι προετοιμασίες για την haute couture βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Οι πωλήσεις δεν ήταν ποτέ καλύτερες. Όλα πηγαίνουν καλά. Γιατί τώρα; Γιατί έτσι; Η φωνή μου κάπου σφηνώνει ανάμεσα στον λαιμό και την καρδιά μου. Δεν υπάρχει συζήτηση να γίνει. Καμία εξήγηση. Μόνο αυτή η ξαφνική ανακοίνωση και η άφωνη σιωπή μου".
Την επόμενη ημέρα, τα προσωπικά της αντικείμενα έχουν ήδη συσκευαστεί και επιστρέφονται σε εκείνη. Τρεις εβδομάδες αργότερα παρουσιάζεται η haute couture συλλογή της Chanel στο Palais Garnier. Το όνομά της έχει εξαφανιστεί. Η συλλογή αποδίδεται απλώς στο "Fashion Creation Studio".
Για τη Viard, η αποχώρηση δεν σημαίνει μόνο το τέλος μιας καριέρας. Σημαίνει την απώλεια ενός ολόκληρου τρόπου ζωής.
"Η Chanel δεν ήταν μια δουλειά. Ήταν η ραχοκοκαλιά μου, ο σκελετός της ύπαρξής μου. Και όταν αυτό το πλαίσιο αφαιρείται —όχι σταδιακά, όχι με μεταβατικά στηρίγματα, αλλά όλο μαζί, με λίγες λέξεις ειπωμένες σε μια φωτεινή τραπεζαρία— δεν μπορείς πια να σταθείς. Δυσκολεύομαι να περπατήσω στον δρόμο. Φοβάμαι".
Η σκιά του Karl Lagerfeld
Για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει η Chanel για τη Viard, πρέπει να επιστρέψει στον Karl Lagerfeld.
Οι δυο τους συνεργάστηκαν για περίπου 30 χρόνια. Εκείνος είχε τις ιδέες, τα σκίτσα, τις αναφορές και το όραμα. Εκείνη ήταν ο άνθρωπος που μετέφραζε τη σκέψη του στα ateliers και φρόντιζε ώστε οι ιδέες να αποκτήσουν μορφή.
Ο Lagerfeld την αποκαλούσε "το δεξί μου χέρι και το αριστερό μου χέρι".
Η Viard περιγράφει τη σχέση τους ως ένα "φανταστικό δημιουργικό δίδυμο", βασισμένο στον "αμοιβαίο θαυμασμό" αλλά και σε μια "ανομολόγητη εξάρτηση". Παράλληλα, όμως, παραδέχεται ότι η σχέση αυτή την άφησε απροετοίμαστη για τη στιγμή που θα έπρεπε να σταθεί μόνη της.
"Μάλλον θα έπρεπε να είχα βρει έναν επαγγελματικό σύντροφο, κάποιον με τον οποίο να μιλάω. Αλλά δεν είχα κανέναν, ενώ ο Karl είχε εμένα".
Η ίδια δεν κρύβει ούτε τις δύσκολες πλευρές αυτής της σχέσης.

Οι τελευταίοι μήνες και ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Στο βιβλίο μιλά με ασυνήθιστη οικειότητα για τους τελευταίους μήνες της ζωής του Lagerfeld. Για το σώμα του που εξασθενούσε, τις επισκέψεις στο νοσοκομείο και την προσπάθειά του να συνεχίσει να εργάζεται.
Θυμάται ακόμη μικρές λεπτομέρειες από την καθημερινότητά τους. Όπως τις μικρές μερίδες πρωτεΐνης που ετοίμαζε για εκείνον όταν είχε χάσει περισσότερα από 18 κιλά μέσα σε έναν χρόνο, αλλά και την ιδιοσυγκρασιακή του συνήθεια να παραγγέλνει λευκό κρασί μαζί με λουκάνικα Φρανκφούρτης, πίνοντας τελικά μόνο "τρεις σταγόνες".
Την ημέρα του θανάτου του, ο Bruno Pavlovsky τής ανακοινώνει στο νοσοκομείο ότι εκείνη θα τον διαδεχθεί.
Η Viard αναρωτιέται αν ήταν επιλογή του ίδιου του Lagerfeld.
"Αν είχε έρθει από εκείνον, τότε ήταν το πιο όμορφο δώρο που μπορούσε να μου αφήσει. Αν με ήθελε, σήμαινε ότι αναγνώριζε τη θέση μου".
Αλλά αμέσως προσθέτει:
"Τον γνώριζα. Αν με ήθελε, ήταν επίσης επειδή δεν ήθελε κανέναν άλλον να τον διαδεχθεί".
Η Amanda Harlech και οι πληγές που έμειναν
Η σχέση τους, ωστόσο, δεν ήταν μόνο θαυμασμός και δημιουργική συντροφικότητα. Η Viard θυμάται και τις στιγμές που ένιωθε ότι η δική της δουλειά έμενε στη σκιά άλλων προσώπων.
Ιδιαίτερα αναφέρεται στην Amanda Harlech, τη Βρετανίδα αριστοκράτισσα που υπήρξε στενή συνεργάτιδα και μούσα του Lagerfeld. Η Viard θυμάται πόσο την πλήγωνε όταν η Harlech εμφανιζόταν πριν από τα shows και αναλάμβανε να παρουσιάσει τη συλλογή στους δημοσιογράφους, σαν να ήταν εκείνη υπεύθυνη για τη δουλειά.
"Πόσες φορές έκλαψα στο fitting room όταν η Amanda Harlech ερχόταν για να παρουσιάσει τη συλλογή στους δημοσιογράφους, σαν να τα είχε κάνει όλα εκείνη".
Κάποια στιγμή, μάλιστα, η Viard είχε σκεφτεί να φύγει από τη Chanel και να ακολουθήσει τον Marc Jacobs στη Louis Vuitton.
"Ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Υπήρχε κάτι σκόπιμα πληγωτικό σε όλο αυτό και εσύ το ήξερες. Ήξερες ακριβώς τι έκανες".
Τελικά έμεινε, επειδή πίστευε ότι αυτό που είχε δημιουργήσει με τον Lagerfeld ήταν αναντικατάστατο.
"Dear Karl"
Ίσως το πιο δυνατό κομμάτι του βιβλίου είναι ένα γράμμα 13 σελίδων που απευθύνει στον Lagerfeld μετά τον θάνατό του.
Είναι ένα γράμμα γεμάτο αντιφάσεις. Η Viard τον ευχαριστεί, τον θαυμάζει, θυμώνει μαζί του και ταυτόχρονα του εξομολογείται πόσο πολύ της λείπει.
Του θυμίζει τις στιγμές που την πλήγωσε, αλλά και εκείνες που ένιωθε ότι μόνο εκείνος μπορούσε πραγματικά να καταλάβει τη δουλειά της.
"Πώς μπορείς να εξηγήσεις ότι δίνεις τόσα πολλά σε κάποιον που σε πληγώνει τόσο συχνά;"
Και όμως, στο τέλος, ο θυμός υποχωρεί. Αυτό που μένει είναι η απώλεια.
"Θα ήθελα να ακουμπήσω το κεφάλι μου στον ώμο σου όπως παλιά, να κρατήσω το χέρι σου και, δίπλα σου, να θυμηθούμε".
Το γράμμα κλείνει με μια φράση που αλλάζει τον τόνο ολόκληρου του βιβλίου:
"Σου στέλνω όλη μου την αγάπη, η Virginie σου".
Κάτω από την πικρία υπάρχει τελικά πένθος. Ο Lagerfeld υπήρξε ο άνθρωπος που της έδωσε τη θέση της στη Chanel, αλλά και εκείνος από τον οποίο χρειάστηκε να προσπαθήσει να απελευθερωθεί για να μπορέσει να αποκτήσει τη δική της ταυτότητα.
Η δυσκολία να γίνει η "καλλιτεχνική διευθύντρια"
Ένα από τα ζητήματα που επανέρχονται στο βιβλίο είναι η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που εργαζόταν ο Lagerfeld και στον δικό της.
Ο Lagerfeld μπορούσε να σχεδιάσει ένα φόρεμα μέσα σε λίγες γραμμές. Η Viard παραδέχεται ότι δεν μπορεί να σχεδιάσει. Δουλεύει με κολάζ, εικόνες, μικρές λεπτομέρειες, ένα χρώμα, ένα καπέλο, ένα σκίτσο από κόμικ και στη συνέχεια συνεργάζεται με τα ateliers για να μετατρέψει αυτές τις αναφορές σε συλλογή.
Το πρόβλημα, όπως αναγνωρίζει εκ των υστέρων, ήταν ότι δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να εξηγήσει αυτή τη διαδικασία δημόσια.
"Όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις αυτό που κάνεις, οι άλλοι θα το ορίσουν για σένα".
Η ίδια θεωρεί ότι αυτή η σιωπή συνέβαλε στην ευάλωτη θέση της. Δεν έδωσε συνεντεύξεις, δεν προσπάθησε να δημιουργήσει γύρω της έναν δημόσιο μύθο και δεν έγινε ποτέ η celebrity designer που είχε γίνει ο Lagerfeld.
Ο ρόλος του φύλου
Σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου, η Viard αναρωτιέται αν η ίδια συμπεριφορά διαβάζεται διαφορετικά όταν την έχει ένας άνδρας και διαφορετικά όταν την έχει μια γυναίκα.
"Δεν ισχυρίζομαι ότι το γνωρίζω με βεβαιότητα, αλλά είναι μια θεωρία που δεν μπορώ να αποκλείσω. Ξέρω ότι η διακριτικότητα ενός επαγγελματία άνδρα διαβάζεται ως αυστηρότητα, συγκέντρωση και ευσυνειδησία. Η διακριτικότητα μιας επαγγελματία γυναίκας διαβάζεται ως αποστασιοποίηση, έλλειψη παρουσίας, ευθραυστότητα".
Είναι μια παρατήρηση που δύσκολα μπορεί να απορριφθεί εντελώς.
Η Viard μπορεί πράγματι να μην κατάφερε να δώσει στη Chanel τον δημιουργικό εκρηκτικό χαρακτήρα που είχε ο Lagerfeld ή που φαίνεται να επιχειρεί σήμερα ο Matthieu Blazy. Όμως είναι επίσης πιθανό ότι ένα μέρος της κριτικής που δέχθηκε αφορούσε όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα επέλεξε να ασκήσει την εξουσία της: χωρίς θεαματικές δηλώσεις, χωρίς έντονη δημόσια παρουσία, χωρίς να μετατρέψει τον εαυτό της σε πρωταγωνίστρια.
Η "παρένθεση" που την πλήγωσε
Όταν η Chanel ανακοινώνει ότι ο Matthieu Blazy θα είναι ο διάδοχός της, η Viard λέει ότι αισθάνεται ανακούφιση.
"Δεν θα είναι ούτε δικό μου ούτε του Karl. Δεν θα είναι συνέχεια, αλλά μια καθαρή ρήξη και οι καθαρές ρήξεις έχουν τουλάχιστον το πλεονέκτημα της σαφήνειας".
Η πραγματική πληγή έρχεται αργότερα, όταν διαβάζει ένα δημοσίευμα που παρουσιάζει την ιστορία της Chanel σαν να αποτελείται από τρεις πράξεις: την Gabrielle Chanel, τον Karl Lagerfeld και τον Matthieu Blazy.
Η ίδια απουσιάζει.
"Δεν αναφέρει καν το όνομά μου. Είμαι ο χώρος ανάμεσα σε δύο πράξεις. Η παρένθεση. Σταματάω στη λέξη. Τη διαβάζω ξανά. Η παρένθεση: η στιγμή που το κοινό σηκώνεται, πηγαίνει στην τουαλέτα, παραγγέλνει ένα ποτό, μιλά στον διάδρομο. Η στιγμή που τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει".
Είναι αυτή ακριβώς η λέξη που μοιάζει να βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρου του βιβλίου.
Η Viard θέλει να θυμόμαστε ότι υπήρξε εκεί. Ότι δημιούργησε συλλογές, έκανε shows, συνεργάστηκε με καλλιτέχνες, ξενύχτησε στα studios και, κυρίως, ότι κράτησε τη Chanel όρθια σε μια από τις πιο δύσκολες μεταβατικές περιόδους της ιστορίας της.
Τελικά, πόσο άδικη είναι η ιστορία μαζί της;
Η αλήθεια είναι ότι η Virginie Viard δεν απογείωσε δημιουργικά τη Chanel με τον τρόπο που το έκανε ο Lagerfeld. Και σήμερα, βλέποντας τη δουλειά του Matthieu Blazy, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς τη διαφορά: ένας νεότερος, πιο τολμηρός σχεδιαστής, με διαφορετική οπτική και πιθανώς μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία, φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο για τον οίκο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα πέντε χρόνια της Viard μπορούν να συμπυκνωθούν στη λέξη "παρένθεση".
Γιατί η Viard υπήρξε μία από τις ελάχιστες γυναίκες που βρέθηκαν πραγματικά στο κέντρο της δημιουργικής εξουσίας ενός κολοσσού όπως η Chanel. Υπήρξε επί δεκαετίες ο άνθρωπος πίσω από τον άνθρωπο που θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους σχεδιαστές του 20ού και του 21ου αιώνα. Και όταν εκείνος πέθανε, εκείνη ήταν αυτή που κλήθηκε να συνεχίσει.
Μπορούμε να κρίνουμε τις συλλογές της. Μπορούμε να πούμε ότι η Chanel χρειάζεται σήμερα μια πιο ριζοσπαστική, πιο σύγχρονη δημιουργική κατεύθυνση. Μπορούμε ακόμη να δεχθούμε ότι η ίδια δεν κατάφερε να επικοινωνήσει τη δουλειά της με τον τρόπο που απαιτεί η σύγχρονη βιομηχανία.
Αυτό που δύσκολα μπορούμε να δεχθούμε, όμως, είναι ότι δεν συνέβη τίποτα.
Για τους ανθρώπους της μόδας, η Virginie Viard δεν μπορεί να θεωρηθεί "παρένθεση". Ήταν ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Chanel, ίσως όχι το πιο θεαματικό, ίσως όχι το πιο επαναστατικό, αλλά ένα κεφάλαιο που γράφτηκε από μια γυναίκα η οποία πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της μέσα στον οίκο και, για πρώτη φορά, βρέθηκε να πρέπει να σταθεί στη θέση ενός μύθου.
Και τώρα, μέσα από το βιβλίο της, ζητά κάτι πολύ απλό: να μην εξαφανιστεί η δική της ιστορία όταν οι επόμενες πράξεις της Chanel γραφτούν.