Ήταν το do μιας ολόκληρης δεκαετίας, το πιο εμπορικό τρεντ της σύγχρονης κομμωτικής. Πρόσφατα όμως, οι παραλλαγές πάνω στο ξανθό άρχισαν να πέφτουν σε δυσμένεια. Μια εκ πεποιθήσεως καστανή ρεπόρτερ (χαίρεται και) αναρωτιέται γιατί. Από τη Μελίνα Σπαθάρη

Ξεκινούν με σθένος, σκούρες καφέ, ενίοτε μαύρες. Δεν προλαβαίνουν όμως να διανύσουν μια απόσταση εβδομήντα χιλιοστών και γίνονται εκθαμβωτικά κίτρινες, σαν τον ήλιο που νομίζεις ότι θα λάμπει όλη μέρα, αλλά αμέσως σκοτεινιάζει το σύμπαν και εκείνες, αναποφάσιστες, παίρνουν το χρώμα του ψωμιού ολικής αλέσεως. Και λες αυτό ήταν, εδώ θα μείνουμε, γρήγορα όμως τις βλέπεις να βγαίνουν απ’ το δίλημμα και επανέρχονται δριμύτερες στην ώχρα του άχυρου, του πιο ξερού δεν γίνεται. Το πήγαινε-έλα των αποχρώσεων θα συνεχιστεί άλλη μια φορά, μέχρι να τελειώσει η τούφα, μαζί της και η περιπέτεια της τρίχας. Όλο αυτό στη γλώσσα των κομμωτών λέγεται «ρανσάζ πάνω στο ξανθό μες για να ανοίξει έναν τόνο η βάση με οξυζενέ 10άρι που δίνει ένα εφέ μοντέρνο και ανάλαφρο με φυσικά ρεφλέ στο χρώμα της στάχτης». Αλλά στη γλώσσα των ανθρώπων που ακόμη διατηρούν μια αίσθηση του στυλ, λέγεται σύγχρονος εφιάλτης.
 

Εξαπλώθηκε με ταχύτητα ιού Έμπολα στα τέλη της δεκαετίας του ’90, κι αφού βασάνισε την αισθητική μας σχεδόν για μια δεκαετία, προσφάτως έπεσε σε μελαγχολία και σύμφωνα με όλα τα μετεωρολογικά δελτία των κομμωτικών τάσεων δεν αποκλείεται να εξαφανιστεί. Ο λόγος δεν είναι ότι η Ριζ Γουίδερσπουν, η Μένα Σουβάρι ή η Σαρλίζ Θερόν τα έβαψαν σοκολατί, αλλά μια έρευνα που έδειξε ότι οι ξανθές μπορεί να έχουν όλο το φαν και την προσοχή, αλλά όταν ζητούν δουλειά τρώνε τη σκόνη των καστανών. Ακόμη κι αν καταφέρουν να τις προσλάβουν σ’ αυτούς τους δύσκολους οικονομικά καιρούς, ο μισθός τους είναι χαμηλότερος.

 

Μην ψάχνεις για λογική εξήγηση. Ακόμη κι αν οι εργοδότες μ’ αυτές θα ‘θελαν να βγουν το βράδυ, όταν πρόκειται να υπογράψουν τη σύμβαση επιλέγουν υποσυνείδητα, σύμφωνα με τα πανάρχαια σεξιστικά κλισέ που θεωρούν τις ξανθιές αφελείς, όχι και τόσο υπεύθυνες, όχι και τόσο καπάτσες και αποφασιστικές όσο οι μελαχρινές ανταγωνίστριές τους.

Δεν συμφωνώ καθόλου να συγχέεις αυτό που φαίνεται κάποιος μ’ αυτό που είναι. Και πιστεύω πως το μεγάλο στήθος και τα κοντά φουστάνια δεν σε κάνουν πιο «εύκολη». Ούτε είναι κακές φεμινίστριες όσες φορούν ψηλά τακούνια. Αλλά όταν ερχόμαστε στο ζήτημα του ξανθού, ομολογώ πως έχω θέμα. Κυρίως, γιατί το βλέπεις παντού, στα ταμεία της ΔΕΗ, στο δελτίο καιρού, στο Salumaio, στο σταθμό του μετρό στον Άγιο Αντώνιο, στο Next Top Model, στην εκκλησία, στην Κουμουνδούρου, στο συνέδριο αειφόρου ανάπτυξης, στην Ευρωβουλή, στον καθρέφτη σου.

Οι ξανθές του κομμωτηρίου έχουν εποικίσει ολόκληρη τη γη και αν τις άφηνες ελεύθερες θα έφταναν στον Άρη. Αλλά τα τελευταία χρόνια ακόμη πιο απειλητική ήταν η εμφάνιση των τρέντι παραλλαγών του ξανθού: οι ξανθές ανταύγειες. Με το οξυζεναρισμένο πλατινέ της έκπτωτης σταχτοπούτας το παλεύαμε, γιατί τουλάχιστον εκείνες που το φόραγαν ήξεραν τι γύρευαν: προσοχή και ποδοσφαιριστές. Και το ξανθό της fashionista, κι αυτό το συνηθίσαμε, το τύπου Άγκνες Ντέιν - μισό αγοροκόριτσο, μισό αναβίωση των ’80s. Αλλά με εκείνο το αναποφάσιστο υβρίδιο που προέκυψε στους δοκιμαστικούς σωλήνες των τρέντι κομμωτηρίων του Κολωνακίου, που ξεκινά πάντα για «μελί» και καταλήγει λίγους μήνες μετά το ακριβές ισοδύναμο του λεοπάρ υφάσματοςπάνωστοκεφάλι,ναι,υπάρχειπρόβλημα.

 


Και τώρα από τη λαίλαπα μοιάζει να μη γλιτώνει εύκολα καμία άπαξ και πατήσει στα τριάντα. Το συνομωτικό διάλογο στο κομμωτήριο τον έχειςσίγουρα ακούσει:

«Αλέξιε, ήρθα για μια ψαλίδα, αλλά έχω κι αυτές τις άσπρες τρίχες».

«Άστο σε μένα, Νατάσα μου, θα σου κάνω κάτι ανταύγειες που θα συγκλονιστεί όλο το Ψυχικό».

«Ξανθές εννοείς; Άπαπα, δεν το αλλάζω, αγάπη μου, εγώ το καστανό που να με κάνεις χρυσή».

«Όχι ξανθές, Νατάσα μου, στο φυσικό σου, με λίγο μελί εκεί ψηλά και λίγο πιο σαντρέ στις άκρες. ΤιςέκανακαιστηνκυρίαΠαπανικολάουτοπρωί...».

Μετά από οκτώ δευτερόλεπτα οι αντιστάσεις της Νατάσας δήθεν κάμπτονται και το βράδυ στο ντινέ θα εξηγήσει ότι από λάθος βγήκαν έτσι, του ξέφυγε του Αλέξιου το οξυζενέ, «εγώ του είπα μην τυχόν, και δες τώρα πώς μ’ έκανε». Το χειρότερο με τις Νατάσες είναι ότι ποτέ δεν θα σε αφήσουν να τις χαρακτηρίσεις ξανθές. Είναι ξανθές σε άρνηση. Ωστόσο, δεν περνούν δυο εβδομάδες και τρέχουν στον Αλέξιο ζητώντας κι άλλο. Και σε λιγότερο από οκτώ μήνες έχουν αναπτύξει στο κεφάλι τους ολόκληρο το χρωματολόγιο σαντρέ αποχρώσεων της Βέκρο.

 

Το ξανθό της τηλεπαρουσιάστριας

«Ωραία, κι εσύ τι πρόβλημα έχεις;» ακούω κάποιες να λένε διαβάζοντας αυτές τις γραμμές. Το πρόβλημα που έχω είναι ότι από τη στιγμή που εμφανίστηκαν οι ανταύγειες, άρχισε να πεθαίνει το προσωπικό γούστο. Γιατί αυτό το ξανθό είναι ανώδυνο. Δεν βγάζει μάτι, δεν φωνάζει, δεν στενοχωρεί κανέναν. Είναι σαν να βάφεις όλο το σπίτι σου στο χρώμα της μανόλιας «επειδή αρέσει σε όλους». Είναι σαν τη ambient μουσική των σούπερ μάρκετ. Σαν το φυτό στα ισόγεια των πολυκατοικιών. Δεν τίθεται θέμα αν σ’ αρέσει, είναι οκ, δεν σ’ ενοχλεί. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς ενοχλεί.

Λέγεται και ξανθό της τηλεπαρουσιάστριας, γιατί πρώτες το λάνσαραν οι μεγάλες κυρίες των καναλιών και έκτοτε αποτελεί αναπόσπαστο αξεσουάρ της καθωσπρέπει «στολής» του ειδησεογραφικού. Πότε και πώς έφτασε η σημειολογία ενός χρώματος να αποκλίνει τόσο από τα αρχικά του σημαινόμενα είναι ένα ερώτημα, αν σκεφτείς ότι κάποτε το ξανθό ήταν συνώνυμο της σέξι πρόκλησης και το καστανό ήταν το μπανάλ. Σίγουρα έπαιξε το ρόλο του η κατάρρευση του χρηματιστηρίου του ’99 και η διάψευση των υλιστικών ονειρώξεων που άφησαν πίσω τους σαν νευρικό τικ τη λατρεία στην ψεύτικη λάμψη, σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θυμίζει τη χλιδή που δεν έκατσε.

 


Εν μια νυκτί γέμισε η χώρα φέικ ξανθιές που κρατούσαν το φέικ Vuitton και ζούσαν το φέικ όνειρο διακοπών στη Ζαχλωρού, που ήταν το φέικ Σαμονί και πήγαινε λέγοντας... Ξέρω κάποια που τα έβαψε ξανθά τύπου Γκουίνεθ Πάλτροου γιατί, όπως λέει, πίστευε πως οι ξανθές «το ‘χουν» και πως ένας μαγικός κόσμος θα άνοιγε τις πόρτες του γι’ αυτήν - «δεν έχεις προσέξει που στις διαφημίσεις απορρυπαντικών εκείνες που έχουν τα καθαρά ρούχα είναι πάντα ξανθιές, ενώ η λούζερ με τη βρόμικη μπουγάδα είναι η μελαχρινή;» Οι άντρες θα έπεφταν ξεροί στα πόδια της, οι γυναίκες θα την έπαιρναν πιο σοβαρά σαν ανταγωνίστρια. Αλλά τζίφος. «Αν όλες γύρω σου είναι ξανθιές, ποιος να γυρίσει να σε κοιτάξει;». Κι έτσι το ξαναγύρισε στο καστανό.

Είναι οι καστανές πιο έξυπνες; Ναι, γιατί ξοδεύουν λιγότερη ώρα στα κομμωτήρια διαβάζοντας περιοδικά που σου καίνε τον εγκέφαλο, και σίγουρα έχουν περισσότερα λεφτά για να ξοδέψουν εποικοδομητικά αφού δεν τα τρώνε για να περνάνε κάθε μήνα τις ρίζες τους. Το ξανθό είναι φουλ τάιμ δουλειά, απαιτεί ενέργεια, είναι επένδυση χρόνου και χρήματος - κάτι ξέρουν και οι recessionistas που το γύρισαν στο φυσικό τους.

Κι έτσι πλέον δεν έχεις καμιά δικαιολογία για να βαφτείς. Ή μήπως έχεις; Δες την περίπτωση της Λίλι Άλεν για παράδειγμα. Ή της Σκάρλετ Γιόχανσον που αλλάζει το χρώμα των μαλλιών της σε εβδομαδιαία βάση. Μια άλλη γενιά, τελείως διαφορετική, που δεν διστάζει να παίξει με τα στερεότυπα και να τα κάνει φύλλο και φτερό. Η Άλεν εμφανίστηκε πριν μήνες σε δυο εξώφυλλα γκλόσι περιοδικών συγχρόνως. Στο ένα ήταν καστανή, στο άλλο ξανθιά. Ένα μήνα μετά τα είχε κάνει ροζ. Η λεζάντα θα μπορούσε να είναι «μη σου περάσει από το μυαλό να με κρίνεις από το χρώμα των μαλλιών μου». Λέω να υπακούσω. Οπότε κάπου εδώ μάλλον τελειώνει η συζήτηση.

Ιούλιος 2018

>