Πειράζει, δηλαδή, που έχουμε κάποιες κρυφές συνήθειες; Και τι έγινε που μας αρέσουν κάποιες ταινίες και μερικά σαχλά τραγούδια; Τίποτα απολύτως. Γι' αυτό η Madame Figaro παρουσιάζει έτσι ξεδιάντροπα την Guilty Pleasure List της, για να νιώσουμε όλοι καλύτερα.
Από τον Δημήτρη Βραχνό

Πριν από καιρό είχε γίνει μόδα στο Τwitter και είχε πολλή πλάκα: Κάποιοι ευφάνταστοι δημοσιογράφοι παραδέχονταν ότι κατά βάθος αγαπούν την trash τηλεόραση ή ότι, αν και indie, τους αρέσουν κάτι μελιστάλαχτα τραγούδια και μελό ταινίες. Λίγα χρόνια πιο πριν, θυμάμαι, υπήρχε στην τηλεόραση και μια σχετική πανέξυπνη διαφήμιση ενός ραδιοφωνικού σταθμού με λαϊκά τραγούδια (βραβευμένη εκ των υστέρων). Έδειχνε ένα group therapy, όπου οι clean cut συμμετέχοντες παραδέχονταν δυνατά ότι ακούν Στανίση. Ειδικός δεν είμαι, αλλά φαντάζομαι ότι αυτό που έχει μεγάλη σημασία σε αυτά τα group therapy είναι η διαπίστωση πως τελικά υπάρχουν κι άλλοι που τραβούν το ίδιο «ζόρι» με εμάς.
Μία δημόσια παραδοχή, δηλαδή, μπορεί και να μας λυτρώσει.
Να μας λυτρώσει από τι; θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Από τη βιτρίνα μας, θα απαντήσω έτσι απλά και κομπογιαννίτικα. Πολλές φορές η εικόνα που έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας, αντί να μας ικανοποιεί, μας εγκλωβίζει και μας καταπιέζει. Κι όλα αυτά γιατί από μικροί έχουμε μάθει να δίνουμε μεγάλη συμβολική αξία σε κάθε μας κίνηση, σε κάθε μας πολιτιστική επιλογή, σε κάθε λογότυπο που φοράμε - προ κρίσης, τουλάχιστον.
Αυτές οι αυστηρές επιλογές μάς δίνουν
ταυτότητα. Γι’ αυτό και κάθε παρέκκλιση μάς πανικοβάλλει. Για να σπάσουμε -όσο μπορούμε- αυτό το φαύλο κύκλο, ετοιμάσαμε κι εμείς μία αντίστοιχη λίστα με ένοχες απολαύσεις. Τις συγκεντρώσαμε μέσα από κάποιες μίνι συνεντεύξεις. Επειδή, ωστόσο, το θεματάκι με τη βιτρίνα εξακολουθεί να υπάρχει, οι μαρτυρίες αυτές θα μείνουν ανώνυμες. Για πάντα.

 

ΣΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΑ ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.

Ναι, ναι, ξέρουμε. Όλα αυτά τυχαία πέφτουν στα χέρια μας, επειδή κάποιος άλλος τα αγόρασε. Εμείς διαβάζουμε κυρίως Καθημερινή, Ελευθεροτυπία και βλέπουμε μόνο ντοκιμαντέρ στον Σκάι και πολιτιστικές εκπομπές στην ΕΡΤ. Βέβαια, στα αεροδρόμια και στα ΚΤΕΛ ή σε κάποιο μεθυστικό Πρακτορείο Τύπου της επαρχίας κάτι μαγικό γίνεται, κάποια ανάγκη για μια περίεργη ταύτιση ξυπνά, και το χέρι μας πηγαίνει σε επώνυμες μαμάδες με μαγιό, σε πρόσωπα μικρών παιδιών με pixels, σε κάποιους αντρικούς αποτριχωμένους κοιλιακούς. Τι κι αν έχουμε πάρει μαζί μας αρκετά βιβλία. Θα βρούμε λίγο χρόνο για να ξεφυλλίσουμε, τάχα μου αδιάφορα, κάποια πρωτότυπα ρεπορτάζ του τύπου «Επώνυμοι στην παραλία», «Πώς έχασα τα κιλά της εγκυμοσύνης», «Χώρισαν;». Μη νομίζεις, για την παραλία τα παίρνουμε κυρίως. Όχι επειδή θέλουμε στα αλήθεια να μάθουμε πώς τα έχασε η άτιμη τα δέκα κιλά. Ούτε καν επειδή μόλις χωρίσαμε και θέλουμε να δούμε τι κάνουν οι άλλοι σε αυτές τις περιπτώσεις. Κοιτάζουμε αριστερά, κοιτάζουμε δεξιά. Παίρνουμε και τα δύο –αντίπαλα– περιοδικά.

ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΩ ΝΑ ΤΡΩΩ ΒΡΑΔΙΝΟ. ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΠΟ ΝΤΕΛΙΒΕΡΙ.

Αν έχω καταλάβει σωστά, το σωστό είναι το βράδυ να ανοίγουμε το ψυγείο μας και να βρίσκουμε μόνο γιαούρτια. Άντε, στο τσακίρ κέφι και λίγο ψωμί του τοστ (σικάλεως) με καμιά γαλοπούλα και τυράκι, για να φτιάξουμε κανένα τοστάκι. Γιατί λοιπόν επιβαρύνουμε τον οργανισμό μας με τρανς λιπαρά και κρυμμένα βούτυρα σε παλιομοδίτικες πίτσες και λαδωμένα σουβλάκια; Απλό. Επειδή είναι πολύ ωραίοοοο. Με αυτό το λαδερό τρόπο, λοιπόν, εξακολουθούμε να επιβραβεύουμε τον εαυτό μας, έστω και λανθασμένα, για μια κουραστική ημέρα, μια μελαχγολική διάθεση, ένα άδειο κρεβάτι. Λόγοι υπάρχουν πολλοί, δεν έχουμε παράπονο. Ακόμη ένας: το να μαγειρέψεις, και μάλιστα υγιεινά, προϋποθέτει ότι το προηγούμενο Σάββατο θυμήθηκες να πας σούπερ μάρκετ εγκαίρως και όχι στις 8 παρά 2 το βράδυ.

 

ΝΑΙ, ΚΑΝΩ GOOGLE ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ.

Σιγά την είδηση. Την ώρα που βαριέμαι στο γραφείο, επειδή με βλέπουν μέσα από το τζάμι κάθε φορά που παίζω πασιέντζα κι επειδή μας έχουν κόψει το facebook, βάζω στο google διάφορες λέξεις, όπως ογκρατέν, Αντίπαρος+ξενοδοχεία+δίκλινα. Όταν το βαρεθώ κι αυτό, βάζω το όνομά μου. Θα δείξει άραγε τη σελίδα μου στο facebook; Ναι. Με έχει κάνει κανείς tag σε κανένα βιντεάκι στο youtube; Όχι ακόμη. Πόσες συνωνυμίες υπάρχουν; Αρκετές. Με έχουν αναφέρει στα διάφορα fora από το τελευταίο μίτινγκ που κάναμε στη Ρόδο; Όχι, οι άχρηστοι. Με έχουν ακόμη όμως στο site της προηγούμενης δουλειάς μου. Ακόμη να με βγάλουν. Έφυγα και τα έχουν κάνει όλα ρημαδιό. Τι θα βγει αν βάλω το όνομά μου με greeklish; Όλοι αυτοί με το ίδιο επώνυμο στη Νέα Υόρκη συγγενείς μας είναι; Μακάρι.

TΟ ΠΡΩΙ ΦΤΙΑΧΝΩ ΦΡΑΠΕ ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΕΣΠΡΕΣΟ

Αδιαφορώ για το αν η μισή Ελλάδα μιλά για τις κάψουλες που κάνουν τον εσπρέσο όπως-έξω-στα-μαγαζιά-με-το-καϊμάκι. Στο σπίτι το πρωί, με το πού σηκώνομαι, προτιμώ τη φραπεδιά μου. Ξέρω καλά πως στην Ελλάδα π.Κ. (προ Κρίσης) ο φραπέ ήταν πασέ και το μόνο αυτονόητο ρόφημα κοινωνικοποίησης ήταν ο φρέντο. Ο δυνατός φραπέ, που σου τσίτωνε το νεύρο, είχε θεωρηθεί «λαϊκός», άγριος, πόλος έλξης για τουλάχιστον δύο μύγες που θα έβρισκαν καταφύγιο στον ξεραμένο αφρό στη μέση του ποτηριού. Ο φρέντο καπουτσίνο, ωστόσο, που είναι πιο ευγενικός, τελικά σου βγαίνει λίγο φλώρικος. Κόβει το αφρόγαλα, για παράδειγμα, και γίνεται μετά νερουλός. Πού να τολμήσεις να το ομολογήσεις όμως στα ψευτομίνιμαλ μοδάτα καφέ με τους διθέσιους καναπέδες, τα καφετί λαχούρια και τα φτηνά αμπαζούρ. Ενώ η φραπεδιά, έχει άλλη χάρη. Δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Άσε που είναι και πιο φτηνός. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς επήλθε αυτή η συλλογική απώλεια μνήμης. Ξεχάσαμε ακόμη και τον αστικό μύθο με τον Έλληνα οικοδόμο που ανακάλυψε πριν από χρόνια το φραπέ. Ντροπή μας.

 

ΓΕΛΑΩ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΤΣΑΝΕΣ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΚΥΝΩ ΠΟΙΑ ΘΥΣΙΑ, ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΑ, ΟΙ ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΙ ΔΕ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝΕ ΠΟΤΕ.

Η Άντζελα Δημητρίου είναι ένα περίεργο φαινόμενο. Από τη μία τροφοδοτεί τα μίντια με διάφορες ατάκες που γίνονται ανέκδοτα για το προαύλιο του σχολείου και από την άλλη σε κάνει να δείξεις -έστω και μεθυσμένος- το δέοντα σεβασμό σε μια λαίδη, που έχει πει τραγούδια-ύμνους χωρισμένων, με εύσημα μάλιστα ακόμη και από έντεχνους καλλιτέχνες. Ναι, είναι αλήθεια, εκφράζει μια άλλη Ελλάδα, ναι, είναι υπερβολική, ναι, τραβάει το σίγμα. Αλλά ποιος τα σκέφτεται όλα αυτά όταν έχει φάει το μεγάλο χαστούκι και στα αληθινά πιστεύει πως οι χωρισμένοι δεν γιορτάζουνε ποτέ; Και να το αλκοόλ, και να τσίτα η μουσική, και να το κινητό δίπλα στο ηχείο, για να τα ακούνε οι πρώην. Όλα αυτά στο σπίτι πλέον. Ποιος τολμά να μιλήσει για πίστα μέσα στην κρίση;

 

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΚΑΝΩ ΠΙΠΙ ΜΟΥ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.

Συγγνώμη για τη λέξη «πιπί», αλλά είπαμε να παραμείνουμε κόσμιοι, κι ας μιλάμε για κάτι τόσο πανανθρώπινο. Οι υπέρμαχοι, λοιπόν, αυτής της ένοχης θαλασσινής συνήθειας δεν μπορείς να φανταστείς τη χαρά που έχουν όταν συνειδητοποιούν ότι και κάποιος άλλος από την ίδια παρέα έκανε πριν από λίγο ακριβώς το ίδιο πράγμα. Οι συνένοχοι, μόλις αφήσουν το κλασικό υπονοούμενο «πρέπει επειγόντως να πάω για μια βουτιά», χαμογελούν και αυτόματα συμπαθούν ακόμη περισσότερο ο ένας τον άλλο γι' αυτή τη στροφή στη φύση, αυτό το δέσιμο, αυτή την άνεση, αυτή τη μορφή ελευθερίας. Σου λέει, στους θάμνους γίνεσαι ρεζίλι στους περαστικούς, στις τουαλέτες της πλαζ σιχαίνεσαι να πας, ενώ στη θάλασσα κολυμπάς, χαμογελάς στιγμιαία από την ανακούφιση, βγαίνεις και ούτε γάτα ούτε ζημιά.

ΣΤΟ FACEBOOK ΚΑΝΩ «LIKE» ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ.

Αφού γίναμε μαλλιά κουβάρια, κι αφού προχωρήσαμε και οι δύο σε άλλες ιστορίες, τώρα έχουμε περάσει στη φάση «Σουηδία». Δηλαδή, πέρα από το να ανταλλάσσουμε καλημέρες και διάφορα στιγμαία lol, πέρα από το να παρακολουθώ ποια/ποιος μπαίνει στον τοίχο τους και τι γράφουν, τώρα απέκτησα ακόμη μια νέα ένοχη συνήθεια: να πατάω «like» με την πρώτη ευκαιρία σε όποια εξόφθαλμα στημένη φωτογραφία και σε όποιο ηλίθιο τραγούδι ανεβάζουν οι πρώην μου. Έτσι, από τη μία δηλώνω τη διακριτική μου παρουσία κι από την άλλη δείχνω ανωτερότητα, ενώ στα αλήθεια θέλω να ξεμαλλιάσω τον όποιο ανταγωνισμό μου.

 

ΝΑΙ, ΣΤΟΝ ΜΠΟΥΦΕ ΒΑΖΩ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΙΑΤΟ

Και να σου πω και κάτι; Όσο πιο βήτα είναι ο μπουφές, τόσο περισσότερο αφηνιάζω. Θέλω να δοκιμάσω τα πάντα: τις πένες τέσσερα τυριά, τα φιλετάκια, όλα τα α λα κρεμ, τα ντολμαδάκια, τον κρητικό ντάκο και το κακό ριζότο. Όμως ένα πιάτο δεν χωράει όλη την γκάμα των επιλογών μου, όταν έχω ως βασική αρχή το πιάτο μου στους γάμους να είναι λιτό και τίγκα στη σαλάτα. Έτσι λοιπόν, σηκώνομαι διακριτικά, πηγαίνω ξανά στο μπουφέ λέγοντας «α, να πάρω λίγη σαλάτα ακόμη». Και κάτω από τη σαλάτα φροντίζω να καταχωνιάζω τεχνιέντως ό,τι δεν μπόρεσα να πάρω την πρώτη φορά.

ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΤΑ ΙΝΦΟΜΕΡΣΙΑΛ ΜΕ ΝΑΝΟΥΡΙΖΟΥΝ

Βαλεριάνα, ζεστό γάλα, χαμομήλια, λουίζες... Τίποτα. Εμένα δεν με πιάνει τίποτα. Το μόνο που φαίνεται να λειτουργεί ευεργετικά είναι μια ωραία δόση από τηλεμάρκετινγκ. Κάθε βράδυ, λοιπόν, κάθομαι στον καναπέ μου και ύστερα από ένα ανούσιο ζάπινγκ, συνειδητοποιώ ότι τα ινφομέρσιαλ είναι η μοναδική παρέα στις αϋπνίες μου. Μιλάμε για εξάρτηση. Αν δεν δω τα εξωγήινα μηχανήματα για κοιλιακούς που δεν επιβαρύνουν τη μέση, την ειδική χτένα-αστακοδαγκάνα για αριστοκρατικούς κότσους, τις κουρευτικές μηχανές που κάνουν τις τρίχες σε απίθανα σημεία ακόμη χειρότερες, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Θέλω να βλέπω ασπρόμαυρα πλάνα από το «πριν» και έγχρωμα, χαρούμενα πλάνα από το «μετά». Έτσι θα έπρεπε να είναι και η ζωή μας εξάλλου. Για κάθε πρόβλημα να υπάρχει και μία λύση-πατέντα, και να μας τη στέλνουν με αντικαταβολή. Και να έχει ξένο όνομα με ελληνικά γράμματα. Προτείνουμε σε πρώτη φάση τα Ριλέισιονσιπ Φάιντερ, Ίζι Ντιβόρς, Ντιπρέσιον Ριμούβερ.

Ιούλιος 2018

>