Επικαλούμενος σχετικές έρευνες, ο μεγάλος Αμερικανός δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς υποστήριζε σε άρθρο του ότι οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ. Ο Νίκος Φωτάκης επιχειρεί να αντικρούσει τις θεωρίες του επικαλούμενος τα προσωπικά του πειράματα στο γυναικείο φύλο.

Ήταν μια Αμερικανίδα, μια Γαλλίδα και μια Πόντια – κάτι δεν πάει καλά με αυτή τη φράση, έτσι δεν είναι; Για την ακρίβεια, αν προσπαθήσεις να θυμηθείς όσα ανέκδοτα ξέρεις, ένα πολύ μικρό ποσοστό από αυτά αναφέρεται σε γυναίκες – με φωτεινή (;) εξαίρεση τα ανέκδοτα για τις ξανθές. Και με την ευκαιρία, όσο θα προσπαθείς να θυμηθείς τα ανέκδοτα, σκέψου πόσα από αυτά τα άκουσες από γυναίκες και πόσα από άντρες. Και πάλι το ποσοστό είναι συντριπτικό υπέρ των αντρών, έτσι;

Δεν ξέρω αν σημαίνει κάτι αυτό, αλλά από το συμπέρασμα «οι γυναίκες δεν λένε ανέκδοτα» το συμπέρασμα «οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ» απέχει ελάχιστα. Ακόμη κι ο Κρίστοφερ Χίτσενς, ένας από τους διαπρεπέστερους διανοούμενους του κόσμου, αυθεντία στον Όργουελ, το κυπριακό και την πολιτική θεωρία, αρθρογράφος του Slate.com και του Vanity Fair, έχει γράψει εκτενέστατο άρθρο στο VF προσπαθώντας να αποδείξει γιατί οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ. Για να τεκμηριώσει την άποψή του, επικαλέστηκε έρευνες επιστημόνων που εξέθεσαν άντρες και γυναίκες στις (κρύες) γελοιογραφίες του New Yorker - μέχρι τον ίδιο το Νίτσε. Μην τρομάζεις: εγώ θα επικαλεστώ μόνο τον εαυτό μου – άλλωστε για τον ίδιο αριθμό λέξεων εγώ πληρώνομαι περίπου το 1/10 από τον Χίτσενς. Παραθέτω λοιπόν τον προσωπικό μου ορισμό του χιούμορ – είναι φρεσκότατος, μόλις τον σκέφτηκα: Χιούμορ είναι η (προ)διάθεση να ανακαλύπτεις και να αναδεικνύεις την αστεία πλευρά των πραγμάτων. Με αυτό ως γνώμονα, θα ανατρέψω τη θεωρία του Χίτσενς.

 

Κι όμως, οι γυναίκες έχουν χιούμορ

Με το που διάβασα το Why Women Aren't Funny, δεν διαφώνησα ακριβώς, έγινα έξαλλος. Αυτό είναι περίπου εξαρτημένο αντανακλαστικό πια – η προσπάθεια να υπερασπιστώ το γυναικείο φύλο που με περιβάλλει από κατάφορα σεξιστικές επιθέσεις. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό η πιο αστεία ατάκα από το νούμερο stand up comedy της Σάρα Σίλβερμαν: «Είμαι στο κρεβάτι και γλείφω μαρμελάδα από την κοιλιά του φίλου μου, όταν ξαφνικά τρώω φλας και το συνειδητοποιώ - γίνομαι ίδια με τη μάνα μου». Αυτό για μένα είναι υπόδειγμα σύγχρονου χιούμορ: σε μερικές λέξεις καταφέρνει να σχολιάσει τόσο το θέμα της σεξουαλικότητας όσο και τη σχέση μάνας-κόρης (και τα δύο βασικά γυναικεία ζητήματα, παρεμπιπτόντως) με έναν τρόπο που σε ξαφνιάζει. Δεν είναι τυχαίο το ότι η Σίλβερμαν είναι σήμερα το πιο hot όνομα στην αμερικανική κωμωδία και το σόου της στο καλωδιακό κανάλι Comedy Central το πιο αστείο πράγμα που μπορεί να δει κανείς.

Ήδη από την εποχή της αθωότητας, τη δεκαετία του '50, η κυρίαρχη τηλεοπτική κωμική περσόνα δεν ήταν άλλη από τη Λουσίλ Μπολ, η οποία δημιούργησε με το I Love Lucy μια κλασική αμερικανική κωμωδία που παραμένει ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς. Βασισμένη στα στερεότυπα της νοικοκυράς που παραμένει υποταγμένη στον άντρα-αφέντη, η αδέξια Λούσι έκανε τη μια γκάφα μετά την άλλη, προσπαθώντας να γίνει η νοικοκυρά που ο άντρας της ήθελε, ενώ παράλληλα διεκδικούσε μια καλλιτεχνική καριέρα στο πλευρό του. Κι όλα αυτά χωρίς να θυσιάσει το ζουμερό σεξαπίλ της, τυπικό της εποχής της. Στη δική μας τηλεοπτική πραγματικότητα, περιπτώσεις όπως αυτή της Δήμητρας Παπαδοπούλου, της Ελένης Ράντου ή της Βίκυς Σταυροπούλου θα αρκούσαν για να κλείσουν για πάντα τα στόματα όσων θεωρούν ότι οι γυναίκες δεν έχουν χιούμορ.

Και πάλι όμως, η στατιστική καραδοκεί στη γωνία: όσα παραδείγματα κι αν παραθέσουμε, επί της ουσίας θα αποτελούν εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που θέλει, ακόμα και σε επαγγελματικό επίπεδο, η παραγωγή αστείων να είναι αντρική υπόθεση. Κάτι που στ' αλήθεια είναι ανεξήγητο.

 

Και ποιος είπε ότι οι άντρες έχουν πλάκα;

Λένε πως το χιούμορ είναι σημάδι ευφυΐας, αλλά το να βρεις ένα πραγματικά ευφυές δείγμα χιούμορ δεν είναι και τόσο εύκολο. Αναζητώντας παράδειγμα στο πεδίο των επαγγελματιών κωμικών βρέθηκα αντιμέτωπος με το δίλημμα: Δήμητρα Παπαδοπούλου ή Μάρκος Σεφερλής; Θεωρώ την απάντηση αυτονόητη. Εκεί όπου η Δήμητρα Παπαδοπούλου καταφέρνει να κάνει μια ξεκαρδιστική ανατομία της σύγχρονης μικροαστικής νοοτροπίας, βασισμένη κυρίως σε ευφυολογήματα, ο Μάρκος Σεφερλής διαπρέπει (δεν είμαι σίγουρος αν είναι αυτός ο κατάλληλος όρος) σε ένα είδος που βρίσκεται ανάμεσα στην παρωδία, τα φτηνά λογοπαίγνια και τη σωματική κωμωδία. Εντάξει, ίσως το παράδειγμα είναι ακραίο – θα μπορούσα να αναφέρω πιο “διανοούμενους” κωμικούς, όπως τον Λάκη Λαζόπουλο, αλλά το θέμα είναι ακριβώς αυτό. Ο Γούντι Άλεν θεωρείται αστείος από μία μόνο μερίδα του κόσμου, ο Χοντρός και ο Λιγνός όμως παραμένουν αρχετυπικά αστείοι. Και ελάχιστα γυναικεία υπόθεση.

Η σωματική κωμωδία –πεσίματα, γλιστρίματα, γκριμάτσες, τουρτοπόλεμοι– μπορεί να μας διαφωτίσει, αρκεί να σκεφτούμε δύο πράγματα: ποιοι τη φτιάχνουν (κυρίως άντρες) και σε ποιους αρέσει (κυρίως σε παιδιά). Το στοιχείο της παιδικότητας είναι πολύ σημαντικό: αυτό είναι που επιτρέπει στους άντρες να «ανακαλύπτουν την αστεία πλευρά των πραγμάτων». Και γιατί δεν το κάνουν αυτό οι γυναίκες; Γιατί οι άντρες, όπως και τα παιδιά, έχουν την άνεση να ζουν στο παρόν, ενώ οι γυναίκες τείνουν να σκέφτονται το μέλλον. Απέναντι στα πράγματα, δηλαδή, μια γυναίκα θα ανακαλύψει πρώτα όλες τις άλλες πλευρές, πριν φτάσει στην «αστεία». Δεν είναι η προτεραιότητά της. Δεν είναι θέμα ευφυΐας. Είναι θέμα ενστίκτου. Του ίδιου που διαφοροποιεί ριζικά τους άντρες και τις γυναίκες. Θα το θέσω αλλιώς: οι άντρες ΕΙΝΑΙ παιδιά, ενώ οι γυναίκες ΚΑΝΟΥΝ παιδιά. Κι αν μερικές γυναίκες μπορούν να είναι παιδιά, δεν υπάρχουν άντρες που μπορούν να κάνουν παιδιά. Μπορούν όμως να κάνουν τις γυναίκες να γελάνε, ώστε να τους διαλέξουν για να κάνουν παιδιά μαζί τους.

 

Σεξ; Ας γελάσω

«Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σε γοητεύει σε έναν άντρα;» Η ερώτηση είναι ένα από τα πιο σταθερά κλισέ των συνεντεύξεων και λαμβάνει σταθερά την ίδια κλισέ απάντηση: «το χιούμορ του». Ο λόγος που κανένας άντρας δεν έχει πιστέψει ότι αυτή μπορεί να είναι ποτέ ειλικρινής απάντηση, είναι γιατί κανένας άντρας δεν θα σκεφτόταν ποτέ ότι το χιούμορ παίζει οποιοδήποτε ρόλο στο ερωτικό παιχνίδι. Οι άντρες θα κοιτάξουν τα πάντα, το στήθος, τον πισινό, τα πόδια, τα μάτια, τα χείλη, τις φίλες της, τη μουσική που ακούει, τη μαγειρική της, το πόσο μοιάζει ή όχι με τη μάνα τους, θα εξαντλήσουν τα πάντα και μετά θα αναρωτηθούν αν η γυναίκα τους έχει χιούμορ ή όχι. Έτσι, θεωρούν αντιστοίχως ότι στο ερωτικό παιχνίδι οι άντρες έχουν να βασιστούν στα εξής προσόντα: ύψος, πλάτες, γυμνασμένο σώμα, θεληματικό πιγούνι, δυναμισμό, χρήματα, αυτοκίνητο. Όσοι δεν έχουν τίποτα από αυτά, καταφεύγουν στο χιούμορ. Και πολλές φορές κερδίζουν το κορίτσι.

Οι άντρες θεωρούν τόσο δεδομένο το χιούμορ (τους), που δεν κάθονται ποτέ να σκεφτούν ότι χωρίς αυτό, κάθε κοινωνική συναναστροφή γίνεται αυτομάτως βαρετή – όσο για το φλερτ, εντελώς ανύπαρκτο. Την εποχή που το φλερτ γινόταν με εξωγλωσσικούς τρόπους –κυνηγάς μαμούθ, παίρνεις κορίτσι– το χιούμορ ήταν μάλλον περιττό, αν και είναι βέβαιο ότι και τότε, αν κάποιος έπεφτε από τη ράχη του μαμούθ, οι σύντροφοί του θα γελούσαν. Σήμερα (δηλαδή εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια), που τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, οι άντρες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν το χιούμορ ως όπλο – και ως ερωτικό κάλεσμα.

Όσο για τις γυναίκες, μαθαίνουν να αναπτύσσουν μια αίσθηση του χιούμορ για να αντιμετωπίσουν όλα αυτά τα είδη αντρών που είναι αναγκασμένες να συναντήσουν κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους αναζήτησης – δεν είναι καθόλου τυχαία η εμφάνιση του είδους «γυναικεία κωμωδία» (Sex and the City, το Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς), που περιγράφει αυτό ακριβώς.

Το χιούμορ είναι η άμυνά σας

Έστω ότι το παραπάνω αληθεύει – ότι, δηλαδή, οι άντρες χρησιμοποιούν το χιούμορ για να γίνουν ελκυστικοί στις γυναίκες (ενώ οι γυναίκες είναι έτσι κι αλλιώς ελκυστικές στους άντρες). Τότε, γιατί οι άντρες δεν σταματάνε να είναι αστείοι όταν κατακτήσουν το στόχο τους; Είναι ζήτημα κτητικότητας; Πρέπει να παραμείνουν αστείοι για να μη χάσουν τη γυναίκα τους; Πρόκειται για ψυχαναγκασμό; Οφείλουν να είναι σε διαρκή ετοιμότητα; Η αλήθεια είναι πως το «να ανακαλύπτεις την αστεία πλευρά των πραγμάτων» είναι μια νοοτροπία πολύ χρήσιμη στις κοινωνικές μας συναναστροφές. Είναι το καλύτερο καμουφλάζ. Ένας άνθρωπος αστείος είναι αυτόματα ένας άνθρωπος συμπαθής, που κερδίζει το συνομιλητή του.
Το χιούμορ δημιουργεί αυτό
το αίσθημα ζεστασιάς και οικειότητας ανάμεσα στους ανθρώπους. Και ίσως γι' αυτό οι επαγγελματίες του χιούμορ να είναι (συνήθως) τόσο μελαγχολικοί άνθρωποι. Γιατί καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι ψευδαίσθηση. Ο χιουμορίστας κρύβεται πίσω από το χιούμορ του. Καλύπτει με αστεία την απόσταση ανάμεσα στον ίδιο και το συνομιλητή του, κρύβοντας έτσι τις αδυναμίες του.
Ίσως γι' αυτό τα κορίτσια που αναπτύσσουν το χιούμορ τους να είναι αυτά που βρίσκονται σε διάλογο με τη θηλυκότητά τους. Γιατί οι γυναίκες εκπαιδεύονται ώστε να κρύβονται πίσω από τα σύμβολα της θηλυκότητας – τα σέξι εσώρουχα, το νάζι, τη στάση ζωής που διδάσκει η Μπάρμπι (το λιγότερο αστείο παιδικό παιχνίδι – και δημοφιλέστερο στα κορίτσια). Αυτό, δηλαδή, που αντιμετωπίζουμε ως αναπηρία (η έλλειψη χιούμορ) στην αλήθεια δεν είναι παρά η απροθυμία να κρύψεις με το χιούμορ μια άλλη αναπηρία (τις ανασφάλειες με τις οποίες μας φορτώνει η κοινωνία, η οικογένεια, η ζωή). Φαίνεται πως οι γυναίκες είναι καλύτερα θωρακισμένες απέναντι σ' αυτό. Ειδικά οι ξανθές.

Ιούλιος 2018

>