Στα τηλεοπτικά στρογγυλά τραπέζια η κριτική δεν έχει τακτ: «τραγανιστοί» τίτλοι, επιχειρηματολογία χωρίς οίκτο, οργή που ξεχειλίζει και εμπάθεια που γράφει στα πρόσωπα των τηλεσχολιαστών. Μήπως, όμως, οι φίλοι μας και εμείς μιλάμε πια και στις παρέες με τον ίδιο κυνικό τρόπο; Όχι για τους celebrities, αλλά ο ένας για τον άλλο; Από τον Δημήτρη Τσακούμη

Προχθές έζησα μια αποκαλυπτική εμπειρία – το «αποκαλυπτική» όχι έτσι ανώδυνο όπως το εκφωνεί ένα δελτίο ειδήσεων, αλλά όπως το συνέλαβε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Είχαμε μαζευτεί μεσοβδόμαδα πέντε-έξι φίλοι κολλητοί -άντρες και γυναίκες- για να παραγγείλουμε χωρίς τύψεις κάτι παχυντικό και να δώσουμε μια σπρωξιά-κουράγιο ο ένας στον άλλον, ώστε να βγάλουμε μια δύσκολη βδομάδα και να φτάσουμε κούτσα κούτσα στο σαββατοκύριακο. Όπως όμως το συνηθίζουμε τελευταία, οι αιχμηρές κουβέντες άρχισαν να πέφτουν σαν τις στάλες της βροχής και κανείς δεν κρατούσε ομπρέλα. Μέσα σε λίγη ώρα από αστείοι γίναμε χωρίς να το καταλάβουμε ξεροκέφαλοι, απόλυτοι στις απόψεις, αδιάφοροι για τα τρυφερά αισθήματα των άλλων, προσβλητικοί - όλο αυτό βέβαια τυλιγμένο σε ιλουστρασιόν κουβέντες και ευφυολογήματα, μαζί με ένα φιόγκο διασκεδαστικής εξυπνάδας. Τα λόγια μας ήταν σαν το delivery που καταναλώναμε: χορταστικά λιπαρά, όσο πρέπει αλμυρά και ετοιματζίδικα νόστιμα, αλλά μας άφησαν –ή τουλάχιστον έτσι ένιωσα εγώ– με έναν κόμπο στο στομάχι, σαν να έχεις ανάγκη αμέσως μετά ένα χάπι semeco για να χωνέψεις τόση αηδία. Σαν να μπερδέψαμε την επικοινωνία μεταξύ φίλων με το πινγκ πονγκ που παίζεται στα τηλεοπτικά παράθυρα και τα μεσημεριανά πάνελ και φύγαμε χορτασμένοι από άρτο και θεάματα, όπως οι Ρωμαίοι έφευγαν από το Κολοσσαίο, αγλαϊσμένοι που τα λιοντάρια έφαγαν όλους τους χριστιανούς για απόψε.

Μέλος κριτικής επιτροπής

Γύρισα σπίτι κατάκοπος. Όχι τόσο απ’ όσα είχα ακούσει, όσο απ’ αυτά που είχα πει. Όλο το βράδυ προσπάθησα τόσο έντονα να είμαι χαριτωμένα επικριτικός με όλα τα στραβά και ανάποδα που έβρισκα στους γύρω μου, να είμαι ακραίος για να μην είμαι χλιαρός και να κάνω λογοπαίγνια με τις ανασφάλειες των άλλων και κυνικά αστεία με θέματα σοβαρά για εκείνους, που εξαντλήθηκα. «Η επίκριση», εξηγεί ο σύμβουλος ψυχικής υγείας Παναγιώτης Γκίκας, «είναι μια ακόμη μορφή επιθετικότητας και βίας», και αυτό που λέει το ένιωσα στο σώμα μου εκείνη τη νύχτα. Ήμουν σαν δαρμένος. Γιατί είναι άλλο πράγμα να παρακολουθείς τέτοιου είδους σαρκοβόρα ντιμπέιτ στην τηλεόραση με αφορμή τη νευρική ανορεξία ενός λιπόσαρκου μοντέλου, το χωρισμό ενός ζευγαριού, που έτσι και αλλιώς τα φτιάχνει και τα χαλάει κάθε βδομάδα, ή το πένθος μιας τραγουδίστριας που ποτέ δεν φόρεσε μαύρα και άλλο να υποδύεσαι τον πανελίστα με τη δηλητηριώδη γλώσσα στην καθημερινότητά σου. Πώς φτάσαμε, όμως, να στήνουμε συχνά ένα κίτρινο «μεσημεριανό» μέσα στην ίδια μας την παρέα;
Όταν δεν μιλάς για έναν ανοίκειο στάρλετ ή έναν εκούσια εκτεθειμένο στα φώτα κοσμικό, αλλά εκφράζεσαι για δικούς σου ανθρώπους, θα έπρεπε η συναισθηματική εμπλοκή να σε κάνει πιο προσεκτικό, πιο ισορροπιστή σε τεντωμένο σκοινί και λιγότερο μισότρελο κλόουν στο τσίρκο που είναι οι παρέες. Η αγάπη, η συνενοχή, η εκτίμηση, ο σεβασμός, η ευγένεια θα έπρεπε να σε συγκρατούν από το να ξεστομίζεις βαρύγδουπους αφορισμούς για ψύλλου πήδημα. Κι όμως, πολλές φορές ξεφεύγουμε από τα όρια και ανελέητα αρχίζουμε να επικρίνουμε τους γύρω μας, λες και είμαστε εμείς οι διορισμένοι φρουροί της αλήθειας και οι ορκισμένοι ιππότες της δικαιοσύνης, αυτοί που όπως συνήθως επαιρόμαστε μετά «έπρεπε να βάλουμε τον καθένα στη θέση του».
Δεν θα κάναμε τώρα λόγο, αν στην επίκριση καταφεύγαμε αραιά και πού ή έστω το κάναμε «για τα λεφτά», όπως οι πανελίστες στην τηλεόραση – αν και ξέρω πόσο ανήθικο ακούγεται αυτό το τελευταίο. Όμως, η ανάγκη να μειώσουμε τους άλλους, παρευρισκόμενους και μη, μοιάζει να έχει γίνει πια παθολογική, μια αρρώστια της ψυχής που τρέφεται από τις σάρκες της καθημερινής επικοινωνίας μας. «Η επίκριση ξεκινάει από τις ανασφάλειές μας», λέει ο κ. Γκίκας. «Αισθανόμαστε μάλλον μειονεκτικά και γι’ αυτό επιδιώκουμε να μειώσουμε όσο γίνεται τους άλλους προκειμένου να αισθανθούμε εμείς κάπως ανώτεροι. Με τα λόγια στοχοποιούμε πρώτα εκείνους, ώστε να αποφύγουμε να γίνουμε εμείς ο στόχος. Στην ουσία πρόκειται για άμυνα».

 


Βεβαρημένο ιστορικό

Η σκληρή επίκριση δεν είναι σύγχρονη συνήθεια, αλλά ξεκινάει από τα «εξ αμάξης» των αρχαίων και φτάνει ως τις λαϊκές κουβέντες σαν μπουγαδόνερα που ανταλλάσσονται χωρίς ντροπή στο Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή. Τα τηλεοπτικά πάνελ μιμήθηκαν ό,τι ανέκαθεν γινόταν κατά κόρον στην ιδιωτική μας ζωή και όχι το αντίθετο, όπως πολλοί προσπαθούν να καταλογίσουν στο «κουτί του Σατανά». Η διαφορά με πριν είναι μάλλον ότι το δημόσιο ξεκατίνιασμα σε εθνικό δίκτυο νομιμοποίησε κατά κάποιον τρόπο μέσα μας μια από τις πιο ποταπές και επαίσχυντες συνήθειες που μέχρι πρόσφατα μισούσαμε να απολαμβάνουμε. Και επίσης, στολισμένη με λεκτικές περικοκλάδες και γλαφυρή σύνταξη, η επίκριση έγινε η καθημερινή μας «λογοτεχνία». Δεν είναι πια σκέτες σκληρές λέξεις.
Είναι γοητευτικά ειπωμένο «σοκ και δέος». Σαν να προσπαθούμε με κάθε κουβέντα σμιλεμένη με κακία και υστεροβουλία να ανεβάσουμε την προσωπική μας τηλεθέαση.
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Γκίκα, η ψυχολογία έχει πλήρως εξηγήσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς που προδιαγεγραμμένα κάνουν έναν άνθρωπο αυτό που απλά λέμε «επικριτικό» - χωρίς να είναι τελικά καθόλου απλό αυτό που του συμβαίνει. «Είναι πρώτα πρώτα ο συσσωρευμένος θυμός», εξηγεί, «ένας θυμός με πολλά πλοκάμια, που μπορεί να ξεκινάει από την παιδική ηλικία και να διαστέλλεται μέχρι και σήμερα από τις καθημερινές δυσκολίες στη δουλειά, στις σχέσεις, στο σπίτι. Είναι, επίσης, που μάλλον δεν τον αποδέχτηκαν ως παιδί, ήταν για χρόνια θύμα επίκρισης και τώρα με τη σειρά του το αναπαράγει. Και είναι και όλα αυτά που δεν του αρέσουν στον ίδιο τον εαυτό του, πράγματα για τα οποία αισθάνεται έτσι και αλλιώς ενοχές και επειδή ακριβώς τα αναγνωρίζει εύκολα, αφού τα κουβαλά μέσα του, σπεύδει να τα κατακρίνει κάθε φορά που τα συναντά στους άλλους».
Είναι και μια ανάγκη να εκτονωθείς, θα συμπλήρωνα εγώ, όπως ο ανήλικος που χτυπά ένα άλλο παιδί χωρίς πραγματικά να έχει κάτι μαζί του. Και, επίσης, μια ανάγκη να συμμετέχεις σε όλο αυτόν το σαματά του κουτσομπολιού και της παραφιλολογίας πάνω από ένα φλιτζάνι καφέ, χωρίς να γίνεσαι ποτέ βαρετός. Να κρέμονται από το στόμα σου, γιατί είναι το πιο αιχμηρό τσιγκέλι.

 

Καλύτερα να μασάς

Είναι, όμως, νόμος ότι η κακία καρμικά σου επιστρέφει έντοκη. Μη νομίζεις, δηλαδή, ότι είναι εύκολο σε όσους κατακρίνουν να συμβιώσουν ειρηνικά με τον εαυτό τους. Καταρχάς, αισθάνονται ενοχές, όπως εγώ εκείνο το βράδυ που μου φανερώθηκε ότι κάτι κάνω στραβά. Δεν σημαίνει ότι επειδή μοιάζεις τόσο σίγουρος για όσα λες, τα πιστεύεις κιόλας όπως ακριβώς τα λες, ότι τα αποδέχεσαι. Τις περισσότερες φορές γίνεσαι υπερβολικός από κεκτημένη ταχύτητα, επειδή δεν γίνεται να δαμάσεις τη μανία που σε πιάνει να πεις ακόμη περισσότερα ή κάτι με πιο εκκωφαντικό impact. Γίνεσαι ταυτόχρονα κάθετος στις απόψεις σου, δημιουργείς ένα απροσπέλαστο φρούριο και τάφρο με κροκόδειλους γύρω σου και είναι επόμενο να κλείνεσαι στον εαυτό σου, μελαγχολικά μόνος με δική σου ευθύνη. Και στο τέλος ακόμη και οι πιο στέρεες σχέσεις που είχες χτίσει με κόπο, διαλύονται από το κύμα που σήκωσες χωρίς να το θέλεις.
Και πώς θα μπορέσουμε να βγούμε από αυτόν το φαύλο κύκλο που αναπαράγεται μέσα στις παρέες και έχει γίνει τάση; Έλα ντε… Τα κλειδιά που προσφέρει ο σύμβουλος ψυχικής υγείας είναι δύο: να τα βρεις με τον εαυτό σου και να γίνεις πιο ανεκτικός στο διαφορετικό. Θα πρόσθετα και ένα τρίτο: να σταματήσεις να αυτοθαυμάζεσαι κάθε φορά που λες κάτι ωμό και ενοχλητικό με έξυπνο τρόπο. Όσο κι αν τη διανθίσεις με καλολογικά στοιχεία, μια κακία δεν πρόκειται ποτέ να μοσχοβολήσει λουλούδια.

* Ο Παναγιώτης Γκίκας είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας (τηλ. 210 2834705).

Ιούλιος 2018

>