Με ζεστό φαγητό πρωί-βράδυ, φρεσκοσιδερωμένα Dolce & Gabbana στην ντουλάπα, δωρεάν τηλέφωνο και adsl χωρίς πάγιο, απολαμβάνει τη διαμονή στο πατρικό και δεν βιάζεται καθόλου να μπει στην παραγωγική διαδικασία. Σπούδασε στα καλύτερα πανεπιστήμια, γιατί να τρέχει για 700 ευρώ;
Απο τη Βίκυ Νικολαϊδου

Στη σύντομη σφήνα ανάμεσα σε δύο ίντερβιου, κάθεσαι κάπου μεταξύ Da Capo και Ciao να τονώσεις τις δυνάμεις σου με έναν εσπρέσο, όταν έξαφνα συνειδητοποιείς πως βρίσκεσαι περιτριγυρισμένη από ένα πλήθος που συζητά, φωνάζει και γελά αμέριμνα σαν να ήταν εθνική αργία. Φρεσκοξυρισμένα αγόρια με ατσαλάκωτα τζιν και κορίτσια έτοιμα για φωτογράφηση, περιτριγυρισμένα από περιοδικά μόδας, ξένες εφημερίδες και ακριβοπληρωμένες σακούλες, που κατά διαστήματα διακόπτουν το chat για να μιλήσουν στο κινητό, να στείλουν sms και να κανονίσουν τα επόμενα ραντεβού για καφέ. Τι είναι όλοι αυτοί; Γιατί λιάζονται στο Da Capo και όχι σε κάποιο φοιτητικό καφέ; Κι αν τέλειωσαν τις σπουδές, γιατί δεν βρίσκονται σε κάνα γραφείο να καταστρώνουν εταιρικά πρότζεκτ; Κι αν δεν δουλεύουν, πού βρίσκουν λεφτά για τα Dolce & Gabbana τους;

«Ε, ναι, λοιπόν, είμαι χλιδάνεργη, πειράζει;» - η φράση μιας blogger ονόματι Λολίτα ηχεί ειρωνικά, σχεδόν προκλητικά, στα αφτιά του μέσου εργαζόμενου, που τρέχει νυχθημερόν χωρίς να προλαβαίνει καν να αναρωτηθεί γιατί. Το λήμμα της «χλιδ-ανεργίας», που πρόσφατα διάνθισε την ελληνική αργκό, ήρθε για να επισημάνει τη νέα κατάσταση συνειδητής ανεργίας των νέων που αρνούνται να συμβιβαστούν με μια δουλειά χαμηλού προφίλ, ικανοί να περιμένουν αενάως μέχρι να αναγνωριστούν τα προσόντα τους από τον κατάλληλο εργοδότη, με επαίνους και παχυλά μπόνους. «Δεν έβγαλα εγώ τα μάτια μου τόσα χρόνια, για να πληρώνομαι 700 ευρώ. Τόσα χρήματα έδωσαν οι δικοί μου για σπουδές, πρέπει να με ''πουλήσω'' ακριβά».
Αντίστοιχα, οι απόψεις των γονιών που
επένδυσαν τις οικονομίες τους στη γνώση και στο «μέλλον του παιδιού» δεν διαφέρουν και πολύ: «Ε, όχι και γραμματέας η κόρη μου! Στα καλύτερα πανεπιστήμια τη σπουδάσαμε! Να περιμένει μέχρι να βρει μια θέση αντάξιά της!». Το ίδιο βέβαια σκέφτονται χιλιάδες Ελλήνων γονιών, που ίσως αγνοούν ότι το βιογραφικό του τέκνου τους δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά μάλλον τον κανόνα στη σύγχρονη πραγματικότητα αναζήτησης εργασίας: «Σήμερα το 80% των νέων που ψάχνουν για δουλειά διαθέτει πτυχίο σε επίπεδο master», λέει η Χριστίνα Δακτυλίδου, διευθύντρια Τμήματος Στελέχωσης Μόνιμου Προσωπικού της πολυεθνικής εταιρείας εξεύρεσης ανθρώπινου δυναμικού Adecco. «Κι επειδή τα βιογραφικά που βλέπουμε είναι παρόμοια, αυτό που τελικά κάνει τη διαφορά είναι το προφίλ: να είναι κάποιος συγκρατημένος αλλά και επικοινωνιακός, να θέλει πρώτα να αποδείξει και ύστερα να απαιτήσει».

 

ΠΟΙΟΣ ΒΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ;

Ακούγεται οξύμωρο, όμως οι περισσότεροι χλιδάνεργοι δεν έχουν το κοινωνικο-οικονομικό status να σνομπάρουν τη δουλειά - όχι τουλάχιστον για πολύ. Δεν είναι γόνοι πλούσιων οικογενειών, γιατί αν ήταν θα είχαν ήδη ενταχθεί ως consultants στην επιχείρηση του μπαμπά, του νονού ή των εύρωστων φίλων τους. Μεσοαστοί στην πλειοψηφία τους, ακολούθησαν το trend «σπουδάζω σε πανεπιστήμιο ή αγγλόφωνο κολέγιο της Ελλάδας και φεύγω στην Αγγλία για μεταπτυχιακό», επιστρέφοντας στη συνέχεια στα πάτρια εδάφη με την πεποίθηση ότι η ελληνική αγορά θα υποκλιθεί. Έτοιμοι να εξαργυρώσουν πλήρως και εφάπαξ τους φοιτητικούς τους κόπους, και με το σχετικό back-up από την οικογένεια, οι χλιδάνεργοι θέτουν τα στάνταρ για την πρώτη τους δουλειά σαν να ήταν οι άρχοντες του παιχνιδιού: ναι στο μάρκετινγκ – όχι στις πωλήσεις, ναι στο finance – όχι στο λογιστήριο, ναι στη θέση executive – όχι στη γραμματειακή υποστήριξη. «Αυτό που χαρακτηρίζει αρκετούς από τους σημερινούς υποψήφιους σε entry level, χωρίς καμιά επαγγελματική εμπειρία στο αντικείμενό τους δηλαδή, είναι ότι εμφανίζονται συχνά αδιάλλακτοι», παρατηρεί η Χριστίνα Δακτυλίδου, που γνωρίζει πολλούς νέους μέσω προσωπικών συνεντεύξεων. «Δεν είναι διατεθειμένοι να ψάξουν στην πορεία αυτό που μπορεί να τους ενδιαφέρει τελικά, ζητούν από την αρχή την ιδανική δουλειά. Και πιστεύω ότι η νοοτροπία αυτή τους καλλιεργείται και από το σπίτι».

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας «Η νέα γενιά στην Ελλάδα σήμερα», που οργάνωσε η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σε δείγμα 1.600 ατόμων μέχρι 29 ετών, το 68% των νέων ζουν ακόμα με τους γονείς τους. Αλλά, παρότι αποτελούμε εν γνώσει μας μία από τις πιο οικογενειο-κρατικές κοινωνίες του Δυτικού κόσμου, το φαινόμενο «είμαι νέος και θα το τραβήξω όσο πάει» δεν είναι μόνο ελληνικό. Για παράδειγμα, στην Ιαπωνία υπολογίζεται ότι 10 εκατομμύρια νέοι, ή αλλιώς το 60% των ανύπαντρων αντρών και το 80% των ανύπαντρων γυναικών μεταξύ 20 και 34 ετών, εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους. Οι Ιάπωνες αποκαλούν τη συγκεκριμένη ομάδα «παρασιτικούς εργένηδες», αφού αρκετοί από αυτούς εξακολουθούν να «ρουφάνε» τα προς το ζην από το οικογενειακό τους περιβάλλον, αλλά και στην αντίθετη περίπτωση σπάνια συνεισφέρουν στα όποια έξοδα του σπιτιού. Πίσω στα δικά μας, η έρευνα της ΓΓΝΓ υποστηρίζει ότι οι σύγχρονοι νέοι αποτελούν μια «αγχωμένη γενιά», αφού οι μισοί σχεδόν αντιμετωπίζουν το μέλλον τους με αβεβαιότητα, ενώ η κυριότερη αγωνία τους είναι η επαγγελματική αποκατάσταση και η εύρεση εργασίας. Αναφορικά με το θέμα της δουλειάς, σχεδόν το 40% αναζητά μέσα από αυτή το χρήμα, το 25% την ασφάλεια και το 17% τη δημιουργικότητα, με αμέσως επόμενη προτεραιότητα την κοινωνική αναγνώριση (8%). Εάν όμως το χρήμα είναι το πρώτο και βασικό κίνητρο, πώς εξηγείται η πολυσέλιδη έκδοση της Χρυσής Ευκαιρίας Business; Η τελευταία που έπεσε στα χέρια μου περιείχε 12.323 αγγελίες για όλα τα επαγγέλματα, από γαζώτριες και κούριερ μέχρι διευθυντικά στελέχη: αυτές τις δουλειές ποιος θα τις πάρει;

 

ΑΝΕΡΓΕΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ

 

Με ζεστό φαγητό στην κατσαρόλα πρωί-βράδυ, φρεσκοπλυμένα και κολλαριστά τα επώνυμα ρούχα τους στην ντουλάπα, δωρεάν τηλέφωνο και adsl χωρίς πάγιο, οι Ελληνίδες των 20+ ετών απολαμβάνουν τη διαμονή τους στην πανσιόν La Mamma και δεν βρίσκουν κανένα λόγο να επισπεύσουν την είσοδό τους στην παραγωγική διαδικασία. «Συμβιβάζονται» με ένα ζευγάρι Camper τη σεζόν, με το παλιό Golf του μπαμπά και δύο εξόδους την εβδομάδα, αλλά, ενώ περιμένουν για το τέλειο job description, ο χρόνος δεν κυλάει απαραίτητα με το μέρος τους: «Για όλο αυτό το διάστημα αναμονής το βιογραφικό τους μένει κενό, γεγονός που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις σε μελλοντικούς εργοδότες», επισημαίνει η Χριστίνα Δακτυλίδου. «Παράλληλα, δεν εκμεταλλεύονται το βασικό όφελος που θα είχαν κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά, δηλαδή το να πληρώνεσαι και ταυτόχρονα να εκπαιδεύεσαι. Κι επίσης, δεν συγκεντρώνουν προϋπηρεσία, ώστε να διεκδικήσουν μια δουλειά που τους ενδιαφέρει». Όπως εξηγεί η κ. Δακτυλίδου, η μαγική λέξη «προϋπηρεσία» δεν συνεπάγεται ότι γνωρίζεις τα πάντα πάνω σε ένα αντικείμενο. Απλώς διασφαλίζει στους επόμενους εργοδότες ότι έχεις ήδη εκτεθεί στην αγορά και γνωρίζεις τις δυσκολίες της, ότι ξέρεις πώς να συμπεριφέρεσαι σε ένα εργασιακό περιβάλλον, κάτω από φόρτο εργασίας. Και χτίζοντας την προϋπηρεσία σου, δημιουργείς παράλληλα τις γνωριμίες που πιθανόν να σε οδηγήσουν στην καριέρα που επιθυμείς, αφού -σύμφωνα με στοιχεία της Adecco- το 67% των νέων θέσεων καλύπτεται μέσω προσωπικών συστάσεων.

Όπως σε κάθε κοινωνικό ζήτημα, έτσι και στην περίπτωση της «γενιάς των 700 ευρώ» υπάρχουν κάποιοι που πλήττονται πραγματικά και κάποιοι που το χρησιμοποιούν ως δικαιολογία. Υπάρχουν εκείνες που θα το επικαλούνται σταθερά ως πρόβλημα μέχρι να βρεθεί ο «γαμπρός-εργοδότης», οπότε και θα σκίσουν εν ριπή οφθαλμού τα πτυχία τους, και εκείνες που θα υποστηρίξουν τα ακριβά τους χαρτιά μέχρι τελικής πτώσης, γιατί τα κέρδισαν με κόπο, αξία και ουσία. Ειδικά όταν η δουλειά προβάλλεται ως lifestyle και βλέπεις δεκάδες αμφιβόλου ποιότητας συνομηλίκους σου να αποθεώνονται από τα τηλεοπτικά πλήθη για το τίποτα, δικαίως προσδοκάς υψηλότερες διακρίσεις για τον εαυτό σου. Όμως, η δουλειά στην καθημερινή της 9 to 5 πρακτική δεν είναι lifestyle:

Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, σχεδόν στην πλειοψηφία τους, τα πιθανά πρότυπά σας –από τον έγκριτο δημοσιογράφο μέχρι τον αξιόπιστο οικονομικό αναλυτή και το marketer που διαχειρίζεται εκατομμύρια ευρώ– ξεκίνησαν από αρκετά χαμηλά και για ένα μικρό ή μεγάλο διάστημα της ζωής τους δούλεψαν ως χαμηλόμισθοι, ενδεχομένως και αμισθί. Και αν η αναγνώριση δεν έρχεται τόσο νωρίς, ίσως να σχετίζεται λιγότερο με το σύγχρονο εργασιακό στάτους κβο και περισσότερο με τις προσωπικές μας επιλογές: παλιά ήταν της μόδας οι πολιτικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, σήμερα οι business consultants και οι marketing directors - κι εγώ ακόμα ψάχνω αυτόν τον ηλεκτρολόγο που θα τον πλήρωνα αδρά, κι ας είχε μόλις τελειώσει τη σχολή...

Ιούλιος 2018

>