Γιατί οι ξένοι βραβεύουν κι αγαπούν (ξαφνικά) το νέο, παράξενο ελληνικό σινεμά; Από τον Δημήτρη Βραχνό.

Από τη μία, έχεις τις ελληνικές ταινίες τις λεγόμενες «κανονικές». Αυτές που θέλουν να μοιάσουν τόσο πολύ στις ταινίες της Φίνος Φιλμς κι έχουν πρωταγωνιστές τους ηθοποιούς που βλέπεις στα σίριαλ της τηλεόρασης. Από την άλλη, έχεις το λεγόμενο καλλιτεχνικό ή «ποιοτικό» ή «μη εμπορικό» σινεμά.
Το οποίο, από τη μεταπολίτευση και μέχρι το 2000, ίσως να λειτούργησε σαν τον απομονωμένο απουσιολόγο, που αρκούνταν στο να σηκώνει διαρκώς το χέρι του για να πει μάθημα, όταν όλοι οι άλλοι μουτζούρωναν νωχελικά το τετράδιό τους. Μιλάμε για τον
κινηματογράφο που οι πολλοί αποκαλούσαν «σινεμά για λίγους» ή, ακόμη πιο γλαφυρά, «σινεμά για τους λίγους φίλους του σκηνοθέτη».
Και μετά, εκεί γύρω στα τέλη των 00's, κάπως ξαφνικά, το νέο ελληνικό σινεμά άρχισε να συζητείται όλο και περισσότερο. Νέοι σκηνοθέτες άρχισαν να δημιουργούν ταινίες, οι οποίες έκλειναν το μάτι στον Έλληνα θεατή που δεν ήθελε να βλέπει ελληνικές ταινίες-κακέκτυπα των χολιγουντιανών κομεντί. Ούτε όμως και τις σοβαροφανείς
ταινίες-του-δημιουργού με θεοσκότεινα πλάνα, αργούς ρυθμούς και παρωχημένα κοινωνικά «κατηγορώ».
 

Μιλάμε για ένα νέο, επί τούτου περίεργο ή εύστοχα πρωτότυπο ελληνικό σινεμά, σχεδόν αποκομμένο από τον ομφάλιο λώρο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά το Σπιρτόκουτο τη (λεκτικά) βίαιη ταινία του Οικονομιίδη, που μάλλον έκανε την αρχή, τον Κυνόδοντα, το Attenberg, τις Άλπεις, τη Στρέλλα, τον Άδικο Κόσμο, το Wasted Youth, το L. Μία νέα κινηματογραφική ματιά, με αμήχανους διαλόγους, κόντρα σε οτιδήποτε παραδοσιακά «ελληνικό», έτσι όπως τη μοιράζονται μαζί μας έξυπνοι σκηνοθέτες (κάποιοι με θητεία στη διαφήμιση), που έχουν μεγαλώσει βλέποντας τα πάντα: Από σκουπίδια, τηλεταινίες, βιντεοκλίπ και μπλοκμπάστερ μέχρι κλασικά φιλμ-σταθμούς του αμερικανικού, γαλλικού και γερμανικού κινηματογράφου. Και μάλιστα χωρίς να συνοδεύουν τις επιλογές τους απαραίτητα από κάποιο ιδεολογικό στάτους, όπως συνέβαινε στα 80s και μέχρι πρότινος.
Τουλάχιστον αρχικά. Αυτά τα νέα, έξυπνα παιδιά, λοιπόν, έκαναν και κάτι ακόμη. Κατάλαβαν από νωρίς την παροιμία «ουδείς προφήτης στον τόπο του». Και τη συνδύασαν με το
ελληνικό δέος σε οτιδήποτε έρχεται ή επιστρέφει εδώ έχοντας δάφνες από το εξωτερικό. Κι έτσι στέλνουν τις δουλειές τους πρώτα στα ξένα φεστιβάλ και μετά στις ελληνικές αίθουσες. Τρανταχτό παράδειγμα ο Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου. Πρώτα βραβεύθηκε στις Κάννες και μετά τον μάθαμε στην Ελλάδα. Καλά ως εδώ. Αλλά υπάρχει ένα θέμα , πολύ σημαντικό. Από πού κι ως πού έχουν ενθουσιαστεί τόσο πολύ οι ξένοι με αυτό το είδος του «παράξενου ελληνικού κύματος», όπως πολύ έξυπνα το βάφτισε ο Στιβ Ρος, ο κριτικός κινηματογράφου της εξαιρετικής εφημερίδας Guardian;

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΤΙΑ

Όταν κάποιος ξαφνιάζεται ευχάριστα, ενθουσιάζεται και κολλάει με τη νέα του ανακάλυψη. Και μάλλον κάτι τέτοιο να συνέβη κι εδώ. Η αλήθεια είναι πως εδώ και χρόνια οι ξένοι σινεφίλ γνώριζαν την ύπαρξη του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και πριν από αυτόν ίσως να είχαν στο μυαλό τους κάποιες θολές αναμνήσεις από κάδρα του Κακογιάννη. Σίγουρα πάντως, είχαν στο μυαλό τους και κάποιες πιο έντονες αναμνήσεις. Εκείνες του κλασικού μοτίβου «διακοπές, θάλασσα, ατελείωτο φαγητό, λαμογιές».
Από την άλλη, ούτε κι ο νεότερος,
μη εμπορικός κινηματογράφος τούς αφορούσε. Ίσως γιατί δεν έβρισκαν κάποιο ενδιαφέρον στους δικούς μας πάγιους εθνικούς καημούς: τον εμφύλιο και τη Χούντα δηλαδή, με τον παλιομοδίτικο και κουλτουριάρικο συναισθηματισμό που τις συνόδευε. Ενώ τώρα βλέπουν πως υπάρχουν Έλληνες που σκέφτονται όπως εκείνοι, που ανιχνεύουν, δηλαδή, την ανθρώπινη συμπεριφορά με κώδικες πανανθρώπινους, χωρίς τις προφανείς σφραγίδες με ονομασία προέλευσης. Κι όλα αυτά μέσα σε πλάνα, πότε γρήγορα σε ρυθμούς MTV και πότε αργά, με τον ήχο στο φόντο να είναι εξαιρετικά δυνατός για να τονίζει τη σιωπή των ηρώων.

ΧΩΡΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ = ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΣΙΝΕΜΑ

Όπως κι εμείς, την εποχή των παχιών αγελάδων, που βλέπαμε ιρανικό σινεμά και λέγαμε μπράβο που μια τόσο ιδιαίτερη χώρα κάνει τόσο ωραίες ταινίες, έτσι κι εκείνοι τώρα, που μας θεωρούν μία απομονωμένη, χρεωκοπημένη χώρα, βλέπουν το δικό μας ανανεωμένο σινεμά ως μία ευκαιρία να γνωρίσουν μια άλλη Ελλάδα, διαφορετική από εκείνη που φαίνεται στα δελτία ειδήσεων του CNN και στα πρωτοσέλιδα της Bild.
Μια Ελλάδα έτσι όπως αναδύεται μέσα από παράξενες ιστορίες, περίεργη υποκριτική και ουδέτερα, «μη ελληνικά» σκηνικά. Από τις πιο ωραίες σχετικές κριτικές που διαβάσαμε ήταν και πάλι αυτή του Στιβ Ρος στον Guardian: «Είναι άραγε σύμπτωση που η πιο μπερδεμένη χώρα του κόσμου φτιάχνει το πιο μπερδεμένο σινεμά του κόσμου»;

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Αυτό που βλέπουν σίγουρα στο νέο ελληνικό σινεμά είναι η απουσία των ελληνικών στερεοτύπων και την αντικατάστασή τους από μία άλλη προσέγγιση. Η θάλασσα δεν είναι μόνο γαλάζια, αλλά και γκρίζα. Η Αθήνα δεν παρουσιάζεται ως μία δυτική μητρόπολη, αλλά ως ένα περίεργο βαλκανικό μέρος, χαοτικό, χωρίς την ισοπεδωτική σοσιαλιστική «τάξη» των υπολοίπων βαλκανικών πόλεων.
Τα διαμερίσματα που φιλοξενούν τις αλλόκοτες ή ελιτίστικα μίζερες ιστορίες μας είναι ποτισμένα ακόμα με την κλεισούρα των νεανικών μας αναμνήσεων, τα κακόγουστα σκρίνια με τις σαλοτραπεζαρίες, τα δαντελωτά σεμέν κι έχουν για σάουντρακ αυτόν τον εκνευριστικό, σχεδόν υπνωτικό ήχο του ρολογιού στον τοίχο. Οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες απομονώνουν το εγχώριο κιτς και το φωτίζουν αλλιώς, δημιουργώντας αληθινή τέχνη. Κι αυτό δεν περνά απαρατήρητο από τα μάτια των ξένων οπαδών του νέου ελληνικού σινεμά.

ΕΙΚΑΖΟΥΜΕ ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ...

Στη Στρέλλα: Την τόλμη του σκηνοθέτη να απεικονίσει ένα αιμομικτικό «greek drama» σύμπλεγμα με πρωταγωνίστρια μία τρανσέξουαλ -και μάλιστα με χάπι έντ. (Πρωταγωνίστρια η Μίνα Ορφανού, σκηνοθέτης ο Πάνος Κούτρας, συμμετοχή στο φεστιβάλ του Βερολίνου)

Στον Κυνόδοντα: Το σοκ μιας νέας κινηματογραφικής αφήγησης, με κομμένα κάδρα, ηθοποιούς αποστασιοποιημένους από τα λόγια που εκφέρουν, και μαύρο, έξυπνο χιούμορ σε συνδυασμό με μία οικογενειακή ιστορία που μπορεί να έχει πολλές αναγνώσεις. (Γιώργος Λάνθιμος, υποφηφιότητα για Όσκαρ ξένης ταινίας, βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών, ενότητα «Ένα Κάποιο Βλέμμα»)

Στο Attenberg: Τη γυναικεία, αλλά μη «γυναικεία» ματιά για την ανθρώπινη φύση μέσα από ευφυείς εξομολογήσεις σ’ ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικά σκηνικό: στην περιοχή Άσπρα Σπίτια. (Αθηνά-Ραχήλ Τσαγκάρη, βραβείο πρώτου γυναικείου ρόλου στην Αριάν Λαμπέντ στο φεστιβάλ της Βενετίας)

Στον Άδικο Κόσμο: Την ανατροπή του στερεοτύπου περί «κακών αστυνομικών». Την αδικία που υπάρχει εξ ορισμού μέσα μας ειδωμένη μέσα από νέα οπτική γωνία. (Φίλιππος Τσίτος, βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλο στον Αντώνη Καφετζόπουλο)

Στην Ακαδημία Πλάτωνος: μία μη τουριστική Αθήνα και μία αποκάλυψη που ανατρέπει τα πάντα σχετικά με την ξενοφοβία ενός Αθηναίου. (Φίλιππος Τσίτος, βραβείο α’ ανδρικού ρόλου στον Αντώνη Καφετζόπουλο στο φεστιβάλ του Λοκάρνου)

Στο Wasted Youth: μία ιστορία εμπνευσμένη από τα αληθινά γεγονότα του 2008 στην Αθήνα, χωρίς δάκρυα και προφανή «ηθικά διδάγματα». (Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ)

Στις Άλπεις: Την ιδέα της αντικατάστασης νεκρών, σε συνδυασμό με την περίεργη εμμονή των αντικαταστατών να μαθαίνουν τα καλλιτεχνικά γούστα των εκλιπόντων. Το κρυμμένο χιούμορ της ταινίας, που υφέρπει ακόμη και στις σοβαρές σκηνές του. (Γιώργος Λάνθιμος, βραβείο σεναρίου σε Λάνθιμο και Ε. Φιλίππου στις Κάννες)

Στο L: την ιστορία ενός ανθρώπου που ζει –κυριολεκτικά- μέσα στο αμάξι του, χωρίς όμως να τον έχει οδηγήσει απαραίτητα η φτώχεια εκεί. (Μπάμπης Μακρίδης, πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Sundance)

Ιούλιος 2018

>