«Οι εργένηδες θα ΄πρεπε να φορολογούνται βαριά. Δεν είναι δίκαιο μερικοί άντρες να είναι πιο ευτυχισμένοι από τους άλλους». Όταν το είπε αυτό, κάποτε, ο Όσκαρ Ουάιλντ ήταν απλώς μια νόστιμη εξυπναδούλα.. Μέχρι σήμερα όμως οι singles -γυναίκες και άντρες- αποτελούν κοινωνική απειλή.



Είναι όλα εκεί, σε κείνο τοhilarious!επεισόδιο της 4ης σεζόν του Sex and the City. Τότε που ο Έινταν μετακομίζει στο κουκλίστικο διαμέρισμα της Κάρι, άγνωστα μπουκαλάκια από σαμπουάν για την τριχόπτωση κάνουν απόβαση στο μπάνιο της, παντού τριγύρω κούτες και σακούλες, οι πόρτες φρακάρουν και η Κάρι παθαίνει υστερική κρίση κλειστοφοβίας, που κορυφώνεται όταν το ταίρι της τής ζητάει χώρο στην ντουλάπα – μήπως, τη ρωτάει, είναι ώρα να πετάξει κάτι από «all that shit»; (Δηλαδή, παλιά ρούχα, κιτς ρούχα, αγαπημένα ρούχα-αναμνήσεις, βλ. το πανάκριβο vintage Cavalli που φόρεσε μια φορά στην παρουσίαση του βιβλίου της, α όχι, ξέχνα το φίλε μου…). Και στο καπάκι ο σκύλος του της μασάει κι ένα υπέροχο πέδιλο-φετίχ των 300 δολαρίων. Άουτς! Αυτό πόνεσε.

Λοιπόν ναι, ήταν όλα εκεί: ο «εργενισμός», το όμορφο γυαλιστερό πετράδι του μοντέρνου κόσμου, η επιτομή των προοδευτικών αξιών που ανέπτυξαν οι δυτικές κοινωνίες από το ’60 και μετά. Νέοι, ωραίοι, εύποροι και εγωιστές εργένηδες, που μπορούσαν να επιλέξουν πότε και αν θα παντρευτούν ή θα συμβιώσουν, λαμπερά Αlpha Girls που επέλεγαν την καριέρα και τις ντουλάπες τους, αντί για το γάμο, τα παιδιά και το νοικοκυριό – αυτοί, που οι κοινωνιολόγοι έδειχναν με το δάχτυλο μιλώντας για μια γενιά «βολεμένων ατομικιστών», που θεωρούσαν την προσωπική τους ζωή καταφύγιο απέναντι σε μια πολύ απαιτητική κοινωνία. Παιδιά μιας πρώην μεσαίας τάξης, που γιόρταζε την άνοδό της με τίτλους-σιδηρόδρομους (creative media art director, ξέρω εγώ…) και ζωές Ι.Χ. σε γκαρσονιέρες, δυάρια και σοφιστικέ loft, γεμάτα χρήσιμα πράγματα, (καναπέδες-κρεβάτια, τηλεοράσεις, laptop, ψυγεία που κρατούσαν τη βότκα παγωμένη) όμορφα, άχρηστα πράγματα (σούπερ εντοιχισμένες κουζίνες και σερβίτσια για σούσι) και απολύτως απαραίτητα πράγματα (αμέτρητα φυλλάδια από τα γειτονικά ντελιβεράδικα και κουτιά με προφυλακτικά). Το σεξ δεν ήταν πρόβλημα. Μπορούσες να το βρεις, να το κερδίσεις ή να το αγοράσεις σε φτηνά porn sites, να το συναντήσεις σε πάρτι και πρεμιέρες, σε κεφάτα μπαράκια με singles. Και την άλλη μέρα ξανά, κάπου αλλού. Η πόλη, η πολυκοσμία, η ανωνυμία ήταν μια διαρκής υπόσχεση ελευθερίας. Τότε, όχι πολύ παλιά, το πορτοφόλι σου χωρούσε λεφτά, κάμποση χαρούμενη απερισκεψία, πολλούς συντρόφους. Ίσως κι ένα δυό ακριβά, vintage Cavalli. Ίσως.

ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Κανείς δεν ξέρει πότε άλλαξαν όλα αυτά. Μπορεί τότε που ο Μπράντ έπαψε να είνα ο Μπράντ και άρχισε να αλλάζει πάνες σε έξι κουτσούβελα. Ή τότε που η Δέσποινα και ο Ντέμης έκαναν έναν γάμο–μιντιακό υπεργεγονός, με τις αγέλες των παπαράτσι να ξεροσταλιάζουν στα δέντρα επί μέρες. Ήταν την ίδια εποχή που ο Mr Big είπε επιτέλους «σ’ αγαπώ και I do», στο Sex and the City έπεσαν οι τίτλοι τέλους και στις οθόνες μας έσκασε μύτη το «επόμενο καλύτερο πράγμα» (σ.σ. ένα σίριαλ, με ηρωίδες ανορθόδοξες νοικοκυρές στο εξωτικό προάστιο Γουϊστέρια Λέιν), κάτι τράπεζες στην Αμερική κατέρρευσαν, μαζί και η πυραμίδα Μαντό, η αγορά υποδέχτηκε το πρώτο κύμα ανέργων, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά χτύπησαν πλαφόν στις στατιστικές και μια λέξη αρχαία, εμφανίστηκε πάλι στο ράφι, πλάι στις παλιές πορσελάνες της μαμάς: «μαζί».

Το ζήτημα είναι απλό. Έπειτα από μια εικοσαετία ωραίου ηδονισμού, sex, drugs και rock’ n’ roll, και λίγο ακόμα μετά-AIDS sex, είναι φανερό πως η μουσική έκλεισε, το πάρτι σχόλασε. Όταν όλα γύρω είναι φτωχά, ασαφή και δυσοίωνα, οι αξίες ρευστές, οι ιδέες αποδεικνύονται γράμμα κενό, ξαφνικά, όλοι αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι, περισσότερο πρόθυμοι να επιστρέψουν σε παλιά, σαφή, παραδοσιακά και καθησυχαστικά σχήματα: σχέση, γάμο, οικογένεια.

Οι εργένηδες είναι μια παλιά ιστορία, σε μια χώρα που π.χ. οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών, το 2011 είτε ζουν ακόμα με τους γονείς τους, είτε επιστρέφουν μαζικά στο πατρικό τους (στην Ελλάδα, το ποσοστό φτάνει το 50,7% σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat), επειδή δεν κερδίζουν αρκετά για να πληρώνουν νοίκι, φαγητό, ηλεκτρικό και τη βενζίνη για τα πέρα-δώθε στη δουλειά. Οι λίγοι τυχεροί που ξεφεύγουν από το κύμα της «γενιάς-μπούμερανγκ», μετακομίζουν, συμβιώνουν, εγκαταλείπουν τα loft «οχυρά του εργενισμού» για άλλες φτηνότερες, «οικογενειακές» κατοικίες στο κέντρο. Τώρα πια, ζούμε μαζί για να μοιράζουμε τα έξοδα, να ισοζυγίζουμε τα βάρη και τις απογοητεύσεις μας, την ανησυχία μας για το αύριο που φέρνει ανεργία, φτώχεια επαγγελματική ανασφάλεια.

ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗ Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΕΣΠΡΕΣΣΟ;

Το χειρότερο είναι πως η επιστροφή στην οικογένεια –ή τέλος πάντων, στο μοντέλο συμβιωτικής ζωής που μάθαμε από τους γονείς μας– συνοδεύεται με μια αντίστοιχη στροφή στα ήθη. Ξαφνικά, οι νέοι εργένηδες είναι Π.Α.Σ.Ε. (Παθολογικά Ανεύθυνοι, Σιχαμερά Εγωιστές), γεροπαράξενοι με ταμπλέτες, smartphones και σκονισμένες μηχανές του εσπρέσο, που επιμένουν σε μια ακριβή ελευθερία, την ώρα που ο κόσμος δίπλα τους καταρρέει. Άσε, δηλαδή, που ένα μέρος της κρίσης τους ανήκει, είναι δική τους ευθύνη – αν δεν ήταν εκείνοι και τα παχιά πορτοφόλια τους, εκείνοι, οι απερίσκεπτοι shopaholics με τις φουσκωμένες πιστωτικές και την παγκοσμιοποιημένη ποπ κουλτούρα τους, θα ζούσαμε ήσυχα και ελληνικά, χωρίς μνημόνια, πίνοντας ρετσίνα στις αυλές και μοιράζοντας λίγο ψωμί και μια μερίδα φέτα στα τέσσερα.

Παράλογο; Σίγουρα. Όσο παράλογο είναι και ότι σταδιακά, το παλιό παραδοσιακό μένος κατά του «εργενισμoύ», οι κατηγορίες πως είναι –περίπου– μια ψυχική διαταραχή (και άρα όλοι οι bachelors ανώριμοι νάρκισσοι, έφηβοι που ζουν μια παρατεταμένη dolce vita, εξού και ο άντρας «Πίτερ Παν» κ.λπ.), η γκρίνια και οι εξυπναδούλες (τύπου «μην παντρεύεσαι για τα χρήματα, μπορείς να δανειστείς φθηνότερα» ή «κάθε άντρας θα πρέπει να παντρεύεται κάποτε, στο κάτω κάτω η ευτυχία δεν είναι το μόνο πράγμα σε αυτή τη ζωή») αποκτά πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά. Πλέον, η ατομικότητα συνδέεται με τον καταναλωτισμό, οι εγωιστές εργένηδες γίνονται η «αναδυόμενη αγορά που βοηθάει την καπιταλιστική μεγέθυνση», το ζευγάρωμα είναι τάχαμου «η μόνη ριζοσπαστική επιλογή κόντρα στις μυστικές δυνάμεις που θέλουν να μας συρρικνώσουν σε μοναχικούς αλλοτριωμένους νομάδες». Η ιδέα του «να νοικιάσω ένα δυαράκι, να ΄χω την ησυχία μου, να μπορώ να αφήνω τα πιάτα άπλυτα, να μπαίνω και να βγαίνω όποτε θέλω και να γυρίζω μες στο σπίτι με το βρακί», προφανώς, υπό τις παρούσες συνθήκες παραείναι απλοϊκή…

Διάβασε τη συνέχεια στη σελίδα 2


Ιούλιος 2018

>