Λίγες ώρες μετά την avant-première του πολυσυζητημένου Sacrifice (Θυσία), της πρώτης του αγγλόφωνης ταινίας μεγάλου μήκους, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ο Ελληνογάλλος σκηνοθέτης "θυσίασε" ένα μισάωρο από τον ελεύθερο χρόνο του για να μας λύσει τις απορίες.
Η ταινία Sacrifice γυρίστηκε (και) σε ελληνικό έδαφος. Ήταν πρακτικό ή καθαρά και μόνο συναισθηματικό το ζήτημα;
Ήταν σίγουρα συναισθηματικό το ζήτημα. Το μεγαλύτερο μέρος του ρομαντισμού μου προέρχεται από την ελληνική μου πλευρά και, ξέρεις, ακόμα και όταν γράφαμε το σενάριο με τον Will Arbery, η ιδέα ήταν να εμπνευστούμε από τους ελληνικούς μύθους. Μεγάλωσα ανάμεσα στους ελληνικούς μύθους και στο MTV, οπότε αποτελεί συνδυασμό της τραγωδίας και της κλασικής μυθολογίας με την ποπ κουλτούρα. Ήταν λογικό για μένα να γυρίσω την ταινία στην Ελλάδα επειδή είναι η πατρίδα των μύθων και του δράματος.

Μιας και ανέφερες το MTV, τι διέκρινες στον Yung Lean που ένας επαγγελματίας ηθοποιός δε θα πρόσφερε στον Arthur, τον οποίο ενσαρκώνει;
Τον γνώρισα στο ξεκίνημά του στο Παρίσι, όταν ήταν 16 ετών. Είχε μόλις κάνει την πρώτη του επιτυχία. Κάποια στιγμή, πριν από χρόνια, συζητούσαμε να γυρίσουμε ένα μουσικό βίντεο και παραμείναμε φίλοι. Πάντα πίστευα ότι είναι ένας συναρπαστικός χαρακτήρας, γιατί έχει κάτι το ποιητικό. Ακόμα και το πρόσωπό του, ο τρόπος που κινείται μέσα στον κόσμο μου φαίνονται ποιητικά. Ο Vincent Cassel όμως έχει έναν πολύ εύστοχο χαρακτηρισμό γι’ αυτόν. Τον αποκαλεί "επικίνδυνο μωρό". Γιατί πράγματι, έτσι μοιάζει. Παρεμπιπτόντως, νομίζω ότι ήταν ο πρώτος που επιλέχθηκε για την ταινία. Όταν γράφαμε το σενάριο μαζί με τον Will, τον πήρα τηλέφωνο και του είπα "Έχω έναν ρόλο για σένα" και δέχτηκε αμέσως.
Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη στη Madame Figaro Nοεμβρίου που κυκλοφορεί.