Η ταλαντούχα ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην παράσταση ο Τελευταίος Γιάνκης στο Μικρό Γκλόρια.
Ένα από τα τελευταία και πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, ο "Τελευταίος Γιάνκης" (1993), ανεβαίνει στη σκηνή με αφορμή τις διαχρονικές θεματικές του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα: την κοινωνική απομόνωση, την ηθική παρακμή, και τη σύγκρουση του ατόμου με ένα σύστημα που δεν επιτρέπει σε κανέναν να υπάρξει ελεύθερα.
Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες δύο ζευγαριών, ο Μίλερ ξετυλίγει την αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου —και μαζί του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής— σε ένα μεσοαστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται με χρήμα, και κάθε ηθική ή πνευματική αξία υποτιμάται δραματικά.

Ο Λιρόι, ο "τελευταίος Γιάνκης", απόγονος του ιστορικού Χάμιλτον, εργάζεται ως ξυλουργός. Αρνείται να προδώσει τις ηθικές του αξίες και εκπροσωπεί με τη σιωπηλή του αξιοπρέπεια μια εποχή που χάνεται. Η σύζυγός του, Πατρίσια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, όχι μόνο λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, αλλά επειδή βλέπει τα όνειρά της να καταρρέουν. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου γνωρίζει την Κάρεν —μια γυναίκα σαφώς πλουσιότερη, που παρ’ όλα αυτά νοσεί εξίσου βαθιά, βυθισμένη στα χάπια και την απόγνωση ενός κόσμου που ορίζει τα πάντα με γνώμονα το χρήμα.
H ηθοποιός Μένη Κωνσταντινίδου που υποδύεται την Κάρεν μίλησε στο madamefigaro.gr για τις πτυχές του ρόλου της που αποκαλύπτουν το ισχύον μέχρι σήμερα ταμπού της ψυχικής ασθένειας.
Πώς θα περιέγραφες την Κάρεν;
Μένη Κωνσταντινίδου: Η Κάρεν είναι μια ευαίσθητη, ρομαντική ψυχή. Μια γυναίκα που ψάχνει να υπάρξει μέσα από τα μάτια των άλλων κι όταν αυτά δεν την βλέπουν διαλύεται και γίνεται όλο και πιο αόρατη.
Η γυναίκα αυτήμ την οποία υποδύεσαι, αντιμετωπίζει την απογοήτευση και την κατάθλιψη, πώς προσεγγίσεις συναισθηματικά αυτή την πλευρά;
Δεν επικεντρώθηκα τόσο στον ίδιο τον συναισθηματικό κόσμο, αυτός προκύπτει αφού έχεις κατανοήσει τη συνθήκη μέσα στην οποία ζει και αναπνέει ο χαρακτήρας, του οποίου η ζωή ξεδιπλώνεται κάθε βράδυ από την αρχή μπροστά μας. Φυσικά, σε αυτό βοήθησε η Αγγελική Καρυστινού, η σκηνοθέτης μας, μέσα από την δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Επίσης, καθοριστική ήταν η αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους ρόλους: τον Βαγγέλη Ψωμά, που υποδύεται τον σύζυγό μου, τη Ναταλία Στυλιανού, με την οποία μοιράζομαι τον περισσότερο σκηνικό χρόνο στο έργο, και τον Πέρη Μιχαηλίδη, που παρ’ όλο που σε όλο το έργο μού απευθύνει μόνο μία λέξη, κάθε φορά που την ακούω, με τον τρόπο που τη λέει, με συγκινεί το ίδιο.
Ποιο είναι το μήνυμα που θα ήθελες να πάρει το γυναικείο κοινό από τον δικό σου ρόλο;
Η Πατρίσια λέει στον Φρικ ότι η Κάρεν βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο "βουνό” , μια ψυχική διαταραχή, και ότι χρειάζεται τη βοήθειά του για να το ανέβει. Το έργο αγγίζει με μεγάλη λεπτότητα το ταμπού της ψυχικής ασθένειας, ένα θέμα που συχνά αποσιωπάται ή απλοποιείται.
Για μένα, το ουσιαστικό μήνυμα είναι η ανάγκη να σπάσει η σιωπή και η ντροπή γύρω από την ψυχική διαταραχή και να αναγνωριστεί η σημασία της φροντίδας και της στήριξης. Κανείς δεν πρέπει να ανεβαίνει αυτά τα "βουνά” μόνος του.
Τι σου φαίνεται πιο δύσκολο ή συναισθηματική ένταση ή η ισορροπία ανάμεσα στην δραματικότητα και το χιούμορ;
Δεν τα σκέφτομαι ως δύο ξεχωριστά πράγματα. Το ένα εμπεριέχει το άλλο και το ένα γεννά το άλλο, όταν κανείς καταφέρνει να μπει στην ψυχική κατάσταση του χαρακτήρα. Για μένα συνυπάρχουν όλα μαζί, άλλοτε η ζυγαριά γέρνει προς τη μία πλευρά και άλλοτε προς την άλλη. Όταν όμως συμβαίνουν ταυτόχρονα, είναι μαγικό.

Ο Μίλλερ χρησιμοποιεί το μαύρο χιούμορ. Σε βοήθησε αυτό να ελαφρύνει κάπως την σκοτεινή πλευρά του ρόλου;
Σίγουρα το χιούμορ λειτουργεί αποσυμπιεστικά ειδικά όταν τα πράγματα γίνονται αμήχανα μεταξύ των ηρώων ή όταν βαραίνει πολύ το κλίμα. Από την άλλη θεωρώ ότι τονίζει ακόμη περισσότερο την τραγική πλευρά των ηρώων .
Πώς βλέπεις τη σύγκρουση της γυναίκας με τα κοινωνικά στερεότυπα μέσα από τον ρόλο στο έργο αυτό;
Έχω επιλέξει να δω την Kάρεν ως έναν βαθιά υπαρξιακό ρόλο. Για μένα δεν αφορά τόσο τη σύγκρουση με τα κοινωνικά στερεότυπα, όσο ζητήματα αξιοπρέπειας, αυτοεκτίμησης, ντροπής και υπαρξιακού κενού, και το πώς όλα αυτά διαβρώνουν μια ανθρώπινη σχέση.