Τις συναντώ ένα γλυκό απόγευμα στο Θέατρο 104, εκεί όπου από την Πέμπτη 12 Μαρτίου η Πέγκυ Σταθακοπούλου και η Σίλια Γεωργέλου θα ζωντανέψουν μία ιστορία εγκλεισμού από ένα θηλυκό πρίσμα. Έχουν μόλις ολοκληρώσει μία από τις πρόβες τους, οι οποίες γρήγορα αντιλαμβάνομαι ότι γίνονται περισσότερο για να συνδεθούν οι ηρωίδες τους και λιγότερο οι ίδιες. Η ειλικρινής οικειότητα και φροντίδα που περιγράφει τη μεταξύ τους επικοινωνία συνηγορούν.
Στο "Κολυμπώντας στον αέρα", όπως ονομάζεται το έργο της Charlotte Jones, ο χρόνος γυρνά έναν αιώνα πίσω. Στο μακρινό 1920, δύο γυναίκες, η Περσεφόνη και Ντόρα, οδηγούνται σε ψυχιατρικό ίδρυμα, επειδή απλά δεν συμμορφώνονται με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Αυτή είναι η αμαρτία τους. Η τελευταία δεν αργεί να εξελιχθεί σε μία ιστορία γυναικείας φίλιας – αντίβαρο στη σκληρή συνθήκη που βιώνουν, η οποία, όπως η ίδια η ζωή, ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και τη δραματικότητα με μία φυσική μαεστρία. Σαν αυτή που περιγράφει τη σχέση δύο γυναικών που εκτιμούν, σέβονται και το σημαντικότερο βοηθούν η μία την άλλη. Εκείνων που κάθονται απέναντι μου. Η Πέγκυ Σταθακοπούλου και η Σίλια Γεωργέλου μιλούν για το κοινό του θεατρικό βήμα και όλα εκείνα που τις απασχολούν σήμερα στη Madame Figaro.

Πώς προέκυψε η συνεργασία μεταξύ σας;
Σίλια Γεωργέλου: Εγώ ευθύνομαι για αυτό. Όταν είχα μεταφράσει για πρώτη φορά το έργο ήμουν ακόμα στη Δραματική Σχολή Θεοδοσιάδη. Η Πέγκυ (σ.σ. Σταθακοπούλου) ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που το είχε διαβάσει. Θυμάμαι από τότε ότι είχε ενθουσιαστεί. Μετά από πολύ καιρό, έφτασε η στιγμή να υλοποιήσουμε αυτή την ιδέα.
Γνωριστήκατε, λοιπόν, σε εκπαιδευτικό πλαίσιο...
Πέγκυ Σταθακοπούλου: Ήταν μαθήτρια μου. Πρόκειται για ένα πολύ ταλαντούχο παιδί και έναν άνθρωπο πρόθυμο να "δώσει" τον εαυτό του, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για όσους ξεκινούν αυτή τη δουλειά σήμερα. Όταν, λοιπόν, μου έκανε την πρόταση, βρήκα συγκινητικό το να θα βρεθώ στη σκηνή με μία μαθήτριά μου που αγαπώ και εκτιμώ και έχει υπερ-προσπαθήσει για την πρώτη της παράσταση. Εκτός, από συμπρωταγωνίστρια μου, είναι η παραγωγός, αλλά και η μεταφράστρια του έργου. Ήθελα να τη στηρίξω.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση των ρόλων σας;
Σ.Γ.: Στο έργο, είμαι η Περσεφόνη Baker. Ένα νέο κορίτσι, το οποίο έχει μόλις ενηλικιωθεί. Ο πατέρας της αποφάσισε να την βάλει σε άσυλο, επειδή έμεινε έγκυος και γέννησε το παιδί ενός παντρεμένου φίλου του, τριάντα χρόνια μεγαλύτερου της. Η Περσεφόνη είναι ένας ρομαντικός άνθρωπος. Της αρέσει ο κινηματογράφος, γοητεύεται από τις φαντασιώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί προκειμένου να επιβιώσει στο άσυλο. Ταυτόχρονα, είναι όμως και σκληρό καρύδι, κάτι το οποίο την ισορροπεί. Είναι ένα αγρίμι. Νομίζω ότι η μεγαλύτερη πρόκλησή της είναι να επιβιώσει εκεί μέσα.
Π.Σ.: Πιστεύω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση ενός ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα αποπνικτικό περιβάλλον, όποιο και αν είναι αυτό, είναι να αντέξει. Όχι μόνο τη δύσκολη συνθήκη, αλλά και αυτή την πανομοιότυπη καθημερινότητα που ζει. Άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ενστικτωδώς, η επιβίωση είναι ο στόχος. Παράλληλα, υπάρχει πάντα η ελπίδα της απελευθέρωσης, της επιστροφής στην κανονική ζωή. Νομίζω ότι και για τη Ντόρα, τον δικό μου ρόλο, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι αυτή. Η Ντόρα είναι ένας δυναμικός άνθρωπος με μία απίστευτη αίσθηση του χιούμορ. Στο έργο, δεν αποκαλύπτεται ποτέ ποια ήταν η παραβατική της συμπεριφορά. Το "αμάρτημα” της Περσεφόνης το κοινό το γνωρίζει. Για την Ντόρα, αυτό που ξέρουμε είναι ότι της αρέσει οτιδήποτε αντρικό: να ντύνεται σαν άντρας, η φαντασίωση να υπηρετεί στον στρατό, ενώ εκκρεμεί και μία αίσθηση εμπλοκής με τη μαγεία. Με την έννοια, ότι γοητεύεται από καθετί απαγορευμένο. Η Σίλια έχει προχωρήσει σε μία όμορφη απόδοση του κειμένου. Είναι ειλικρινές, όχι διδακτικό. Ουσιαστικά, μέσα από την αλληλεπίδραση των δυο μας, ο θεατής καταλαβαίνει από μόνος του ότι δυστυχώς αυτή η συζήτηση για τις γυναίκες παραμένει επίκαιρη και σήμερα.

Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα κείμενο με χρόνο δράσης το 1920, δεν σας προβληματίζει αυτό;
Σ.Γ.: Βέβαια. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να το ανεβάσω. Όταν έφτασε στα χέρια μου για πρώτη φορά, αισθάνθηκα ότι διαβάζω ένα σύγχρονο κείμενο. "Συναντήθηκα” μαζί του την περίοδο της καραντίνας, στην οποία το αίσθημα του εγκλεισμού ήταν ήδη έντονο και αληθινό. Αυτή ήταν η πρώτη ταύτιση με το κείμενο. Στη συνέχεια, το θέμα που ζητήσαμε. Η γυναίκα καταπιέζεται αρκετά ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να αποδράσουμε από αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς σήμερα.
Π.Σ.: Για εμένα, η έννοια του εγκλεισμού δεν είναι αποκλειστικά χωρική. Δηλώνει επίσης το να είσαι παγιδευμένος σε στερεότυπα. Η συγγραφέας στο κείμενό της δείχνει πώς τα τελευταία ραγίζουν μέσα από τη συνδιαλλαγή και την επικοινωνία. Οι δύο ηρωίδες αγαπιούνται, μιλούν, ίσως και διαφωνούν, στο τέλος όμως η μία αγκαλιάζει την άλλη όπως είναι. Γιατί, τελικά, τα στερεότυπα είναι τα πιο περιττά στοιχεία της ζωής μας. Το έργο άπτεται της σημερινής πραγματικότητας και εκεί ξεκινά η γοητεία του. Προσωπικά, το εξετάζω από το πρίσμα του πώς θα ήταν η ηρωίδες αυτές σήμερα.
Σ.Γ.: Σε ειδικότερο πλαίσιο, τη σημερινή εποχή, έχει μετριάσει το πόσο κατακριτέο είναι μία γυναίκα να αποκτήσει παιδί εκτός γάμου. Όχι εξαλειφθεί. Επίσης, το να ερωτευτείς έναν άνθρωπο παντρεμένο με μία φαινομενικά φτιαγμένη ζωή και να ενδώσεις. Όπως και ότι το να σου αρέσουν όσα χαρακτηρίζονται αντρικά.
Π.Σ.: Εκείνη την εποχή, όμως, μία γυναίκα που επιθυμούσε να καταταχθεί, να πολεμήσει για την πατρίδα φάνταζε σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Εκτός από τον εγκλεισμό, ποια άλλα στοιχεία ενώνουν τις δύο ηρωίδες;
Σ.Γ.: Η διαφορετικότητά τους. Αυτό το αντισυμβατικό στοιχείο των χαρακτήρων τους. Άλλωστε, είναι δύο γυναίκες που δεν ήταν αποδεκτές στην κοινωνία.
Αναφερθήκατε στο χιούμορ. Λειτουργεί ως διέξοδος των χαρακτήρων σας από τη συνθήκη που βιώνουν;
Π.Σ.: Μοιάζει να είναι, όχι σε καταλυτικό επίπεδο. Αυτά που μέλλει να τα βιώσουν, θα τα βιώσουν. Θα ανοίξουν κύκλοι αγωνίας, πανικού, αλλά και μίας τρυφερότητας που στο τέλος τις απελευθερώνει.
Σ.Γ.: Ούτως ή άλλως, στις δύσκολες στιγμές αυτό που σε σώζει είναι το χιούμορ. Προκειμένου να επιβιώσουν, οι δύο γυναίκες συνθέτουν έναν φανταστικό κόσμο, στον οποίο παίζουν, γελάνε, τραγουδούν, διακωμωδούν τη συνθήκη, γιατί απλά δεν έχουν επιλογή.

Είστε δύο γυναίκες διαφορετικών γενεών. Θα ήθελα να σας ρωτήσω τι έχει μάθει η καθεμία μέσα από την άλλη;
Π.Σ.: Για μένα, είναι πολύ μεγάλο σχολείο το να παίζεις με έναν νεότερο άνθρωπο, πόσω μάλλον κάποιον που αγαπάς, εκτιμάς και τον πιστεύεις. Έχει μία αθωότητα ο καινούριος στη δουλειά, στοιχείο απαραίτητο στο θέατρο. Συνήθως, πιστεύουμε ότι αυτό που χρειαζόμαστε αποκλειστικά είναι τα εργαλεία και οι τεχνικές. Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή. Η ανάγκη του ηθοποιού είναι να επιστρέφει σε κάτι πιο απλό, σε μία καθημερινότητα που μέσα από την τριβή με το κείμενο μοιάζει να γεννάται κάθε ημέρα. Αυτό το ανακαλύπτω στη Σίλια. Ταυτόχρονα, ο δισταγμός ενός νεότερου συναδέλφου με ωθεί στο να του δείξω ότι έχω κι εγώ τις δικές μου αγωνίες και να τον αγκαλιάσω. Το ωραίο, όμως, όταν δουλεύεις με έναν άνθρωπο νέας γενιάς είναι ότι ξεχνιέσαι, σαν να φοβάσαι λιγότερο. Άρα, παίζεις. Και αυτή είναι η δουλειά μας.
Σ.Γ.: Μέσα από την Πέγκυ, μαθαίνω τη δομή και την πειθαρχία που απαιτείται στο θέατρο. Βέβαια, είναι ο πιο καλός συνεργάτης που θα μπορούσα να έχω για το πρώτο μου βήμα. Νιώθω μία μητρική αγάπη και το εκμυστηρεύομαι με το χέρι στην καρδιά. Αισθάνομαι ασφάλεια μαζί της και ότι μέσα από τη συνεργασία αυτή, η κάθε μία μαθαίνει από την άλλη κάτι διαφορετικό. Η σχέση μας αντικατοπτρίζει εκείνη των γυναικών του έργου.
Υπάρχει μία ζηλευτή οικειότητα ανάμεσά σας...
Π.Σ.: Ακριβώς (γελάει). Αν, παραδείγματος χάρη, την παρατηρήσω ότι έχει εκνευριστεί με κάτι, δεν θα το πάρω προσωπικά. Δεν ντρεπόμαστε η μία την άλλη.
Σ.Γ.: Με αυτόν τον τρόπο, γεννιέται και το θέατρο. Μέσα από την οικειότητα, προκύπτει τελικά η ελευθερία.
Μπορεί να γίνει και διαφορετικά;
Π.Σ.: Δεν είναι εύκολος χώρος το θέατρο. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν κατακτώνται απλά. Αυτό που λέω στους μαθητές μου στη σχολή είναι ότι εκείνο που πρέπει να κατακτηθεί πρώτα είναι η οικειότητα ομάδας. Υπάρχει έντονος ανταγωνισμός, ειδικά απέναντι σε ανθρώπους που εκτός από ταλέντο διαθέτουν και άλλα χαρίσματα, όπως η ομορφιά. Το να ξεκινάς, επομένως, έχοντας ως βάση τη σύμπνοια, είναι πολύτιμο.

Ένα από τα στοιχεία που παρατήρησα προσωπικά στην παράσταση είναι ότι όλοι οι συντελεστές είναι θηλυκού φύλου...
Σ.Γ.: Από την αρχή, ένιωσα ότι αυτή η παράσταση έπρεπε να είναι γυναικεία υπόθεση. Οπότε, μπορώ να πω ότι δεν έτυχε ακριβώς. Ο σπόρος ήταν αυτό που ονομάζουμε girl-power.
Π.Σ.: Από γυναίκες για γυναίκες.
Με ποιο μήνυμα, θέλετε να φύγουν οι θεατές της παράστασης;
Π.Σ.: Δεν είναι ένα. Νομίζω ότι αν καταφέρουμε να κάνουμε αυτούς τους ανθρώπους να γελάσουν, να συγκινηθούν, να αισθανθούν ότι η αγάπη και η αλληλοστήριξη είναι το φως στη ζωή θα έχουμε κερδίσει πολλά. Ζούμε σε μία άνυδρη εποχή. Σε μία περίοδο που οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο ατελείς. Δεν ολοκληρώνονται. Οι άνθρωποι δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να αφεθεί. Το κέρδος μας θα είναι αν αυτό το αντιληφθούν.
Γιατί πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σήμερα έρχονται όλο και πιο δύσκολα κοντά;
Π.Σ.: Ίσως επειδή έχουν εγκλωβιστεί στην εικόνα τους. Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι φτιαγμένος για να κοιτά συνεχώς τον είδωλό του στον καθρέφτη. Αυτό γεννά μία διαστρέβλωση. Το ότι οι άνθρωποι σήμερα εστιάζουν μόνο σε υλικά εφόδια, στις χρηματικές απολαβές, στην εξωτερική τους εικόνα, στο ότι επιλέγουν να συναναστραφούν μόνο όσους θεωρούν όμοιους τους ή απλά όσους συμφωνούν μαζί τους, οδηγεί στο να χαθεί το ουσιώδες. Απέναντι σε αυτό, δεν υπάρχει ομαδική αντίσταση, παρά μόνο ατομική. Η λύση βρίσκεται στο πώς θα το διαχειριστεί ο καθένας. Είναι θέμα προσωπικής βούλησης. Η αντίσταση, όμως, οφείλει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν έχουν σήμερα δυναμική οι ιδεολογίες και τα κινήματα του παρελθόντος.

Λείπει η ομαδικότητα σήμερα;
Π.Σ: Αν δεν έχεις βρει τον εαυτό σου, δεν μπορείς να συνδεθείς με τους άλλους. Ο καθένας χρειάζεται να ανακαλύψει πρώτα όχι τι μπορεί, αλλά τι επιθυμεί. Αν εκπέμπεις τα θέλω σου, μετακινείς άθελά σου και τον διπλανό σου. Αυτό πιστεύω. Ίσως επειδή ανήκω σε μία γενιά που έχει ζήσει αρκετές μεταβάσεις, να είμαι αρκετά ρομαντική.
Σ.Γ.: Αυτό που παρατηρώ κι εγώ στη δική μου γενιά είναι η εμμονή με την εικόνα που επεσήμανε η Πέγκυ. Υπάρχει, επίσης, τόσο μεγάλη πληθώρα επιλογών που δεν προσπαθεί κανείς να διατηρήσει ουσιαστικά τη σχέση του με τον άλλον. Μπορείς να τον αντικαταστήσεις τόσο εύκολα και ταυτόχρονα τραγικά. Λείπει το βάθος της ανθρώπινης σύνδεσης.
Αυτή η αντικατάσταση που περιγράφεις αντικατοπτρίζει τόσο την εποχή μας...
Π.Σ.: Το ερώτημα είναι εν τέλει πού οδηγεί όλο αυτό. Προσωπικά, πιστεύω στο τίποτα. Οι άνθρωποι δεν είναι ρούχα, να τους αντικαθιστάς.
Σ.Γ.: Δεν εξελίσσεσαι, όμως, μέσα από αυτή την πρακτική. Δεν προχωράς σε μία ενδοσκόπηση, δεν αναγνωρίζεις τα λάθη σου – πόσω μάλλον να τα παραδέχεσαι.
Δεν είναι και εύκολο να προχωρήσει κανείς σε ενδοσκόπηση.
Σ.Γ.: Το να κοιτάξεις τον εαυτό σου κατάματα είναι πολύ δύσκολο. Θέλει θάρρος και το σημαντικότερο υπομονή.
Π.Σ.: Για αυτό λέω ότι η σύγκρουση είναι κάτι όμορφο. Βρισκόμαστε σε μία εποχή που εύκολα τα πάντα χαρακτηρίζονται τοξικά, ακόμα και αν δεν είναι. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τοξικές συμπεριφορές. Δεν είναι, όμως, όλα. Η σύγκρουση που οδηγεί στη γνωριμία δεν εντάσσεται σε αυτή την ομπρέλα.

Γίνεται σήμερα κατάχρηση κάποιων λέξεων με αποτέλεσμα να χάνουν τη δυναμική τους;
Π.Σ.: Είναι η μόδα της εποχής. Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, φτάνουμε στο σημείο να μην χαρακτηρίζουμε ως τοξικά όσα τελικά είναι. Δεν ξέρω τι εξυπηρετεί αυτή η καινούρια γλώσσα. Όλα σήμερα πρέπει να μπουν κάτω από ένα επίθετο που τα περιγράφει, να γίνεται ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός. Υπάρχει συμπύκνωση σε πέντε λεκτικούς όρους. Η ζωή, όμως, δεν είναι έτσι. Θέλει χρώμα, συζήτηση, άνεση.
Σ.Γ.: Νομίζω ότι για αυτό και δεν αισθάνομαι το τυπικό κορίτσι της ηλικίας μου. Αυτό που έχω μάθει από την οικογένειά μου είναι σε κάθε συνθήκη να κοιτάω το μέσα μου, να αντιμετωπίζω τον διπλανό ως σύμμαχο και προσπαθώ να συνδεθώ μαζί του. Θεωρώ εξουθενωτικό το να είναι κανείς κλεισμένος στον δικό του τρόπο σκέψης σε τέτοιο βαθμό που να χάνει τον άλλον και να μένει μόνος. Σε προσωπικό επίπεδο, προτιμώ να έχω λίγους ανθρώπους στη ζωή μου με τους οποίους έχει αναπτυχθεί μία ουσιαστική σχέση, παρά αυτό το επιφανειακό συναίσθημα υπερκοινωνικοποίησης.
Θέλω να κλείσουμε εστιάζοντας στην όμορφη σχέση σας. Τι θαυμάζετε η μία στην άλλη;
Π.Σ.: Τη γεναιότητά της. Δεν είναι απλό σε μία τόσο νεαρή ηλικία να πάρεις τα όνειρά σου και να τα κάνεις πράξη. Ταυτόχρονα, μου είναι αρκετά εύκολο, αν και ανήκουμε σε διαφορετικές γενιές, να συνεννοηθώ μαζί της και να συνδεθούμε συναισθηματικά. Αυτό είναι δικό της προτέρημα. Η Σίλια έχει βαθιά περιέργεια για τη ζωή και την τέχνη και αυτό είναι κάτι όμορφο.
Σ.Γ.: Αρχικά, τη γενναιοδωρία της. Και το πώς καταφέρνει να διατηρεί την παιδικότητά της. Δεν είναι εύκολο να παραμένεις παιδί σήμερα, να διατηρείς την αθωότητα της στιγμής. Οι καιροί και η επικαιρότητα δεν βοηθούν. Θέλω να συναναστρέφω με ανθρώπους, όπως η Πέγκυ. Να μου δίνουν λίγη από τη φλόγα τους για να μπορώ να συνεχίσω.