Ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, τραγουδοποιός, ξεχωρίζει με ό,τι κι αν καταπιαστεί διαγράφοντας τη δική του σημαντικη πορεία τόσο στη σκηνή όσο και στην οθόνη.
Αληθινά πολυτάλαντος και προσηλωμένος στην ουσία της τέχνης, ο Γιωργής Τσουρής ανήκει σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δε χωράνε σε μία μόνο ιδιότητα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία και είναι αριστούχος απόφοιτος της Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.
Μετά την τεράστια επιτυχία της παράστασης Τζόνι μπλε, που αναδείχθηκε στο απόλυτο sold-out της φετινής σεζόν, ο χαρισματικός καλλιτέχνης επιστρέφει στο έργο που άλλαξε τα δεδομένα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου και του χάρισε το 2020 το βραβείο "Δημήτρης Χορν": τα 170 τετραγωνικά, που παρουσιάζονται για έβδομη χρονιά στο θέατρο Νέος Ακάδημος έως το τέλος Μαΐου.

Έβδομη χρονιά και πάνω από 120.000 θεατές για την παράσταση-φαινόμενο 170 τετραγωνικά. Περίμενες αυτή την επιτυχία όταν το έγραφες;
Όταν έγραφα, είχα στο μυαλό μου τον ρόλο του Γρηγόρη, αυτόν που τελικά ενσάρκωσα. Είχα στο μυαλό μου κάποιους ανθρώπους που έβλεπα στον δρόμο ή στο ευρύτερο περιβάλλον μου να λειτουργούν ως εξαρτημένα μέλη, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Είναι κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι, ενώ μεγαλώνουν, κρατάνε ζωντανό το παιδί μέσα τους, νιώθεις ότι αυτό είναι που μιλάει από μέσα τους, κάτι που άλλοτε είναι αστείο, άλλοτε γοητευτικό και άλλες φορές ενοχλητικό. Καθώς μεγάλωνα και είχα πατήσει τα τριάντα, έψαχνα μέσα μου αυτό το παιδί, το οποίο είχα παραμελήσει πολύ, το είχα πληγώσει.
Αυτός ο ρόλος με συνέδεσε ξανά με την παιδική μου ηλικία με τρόπο τόσο άμεσο, που κάθε βράδυ, όταν έβγαινα στη σκηνή, ένιωθα ότι μοιράζομαι με τον κόσμο κάτι πολύ βαθιά δικό μου: το παιδάκι που κάποτε υπήρξα και το παιδάκι που προσπαθώ να κρατήσω μέσα μου. Ξεκίνησα να χτίζω μια ιστορία μ’ αυτό τον τύπο και στη συνέχεια, δουλεύοντας πάνω στην αρχική σύλληψη με τη σύζυγο, συνέταιρο, συνάδελφο και συνοδοιπόρο μου Βάλια Παπακωνσταντίνου, προέκυψαν τα υπόλοιπα πρόσωπα και η ιστορία που ήθελαν να πουν.
Τι θεωρείς ότι έκανε αυτό το έργο να αγαπηθεί τόσο;
Έχει κάποια ελκυστικά στοιχεία – δεν το λέω για να παινευτώ, κάθε άλλο, αφού τα πράγματα που το κάνουν ελκυστικό δεν είναι καθόλου πρωτότυπα. Έχει μυστήριο, έχει ανατροπές και ένα δίπτυχο χιούμορ και συγκίνησης, που εναλλάσσεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα και αιφνιδιάζει το θυμικό του θεατή, οπότε η εμπειρία του είναι πολύ γεμάτη. Επιπλέον, υπάρχει ένα στοιχείο που αποτελεί τον πιο σημαντικό πυλώνα της παγκόσμιας δραματουργίας: έντονες οικογενειακές σχέσεις.
Το έργο μιλάει για την ελληνική οικογένεια που βασίζεται στην αγάπη και την εξάρτηση. Ποιες είναι, κατά τη γνώμη σου, οι μεγαλύτερες παθογένειες της ελληνικής οικογένειας σήμερα;
Συχνά μου χρεώνουν ότι "χτυπάω" την "αγία ελληνική οικογένεια", αλλά δεν είχα τέτοια πρόθεση, αγαπάω πολύ τον θεσμό της οικογένειας. Πιστεύω ότι το έργο μιλάει γενικά για την οικογένεια, όχι για τις παθογένειες. Δύο αδελφές οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και με κάποιον τρόπο συγκρούονται είναι ένα πολύ κλασικό μοτίβο και δεν αποτελεί μέρος κάποιας παθογένειας. Αν κάτι λέει αυτό το έργο, είναι ότι οι άνθρωποι που αγαπάμε και μας αγαπάνε πολύ είναι αυτοί που μπορούν να μας πληγώσουν και να τους πληγώσουμε περισσότερο. Κι αυτό θέλει προσοχή σε όλες τις σχέσεις, και στις φιλικές ακόμα.
Και ποια είναι η λύση αν συμβεί κάτι τέτοιο;
Η συγχώρεση και η αγάπη είναι πάντα η απάντηση. Να πούμε "συγγνώμη" στον εαυτό μας και στους γύρω μας, να συγχωρεθούμε, να συνυπάρξουμε. Το σπίτι είναι η αφορμή, αλλά και ένας ωραίος συμβολισμός, γιατί πρόκειται για ένα πλαίσιο που μας χωράει όλους μέσα, αρκεί να ξέρουμε πώς να μοιραστούμε την αγάπη σωστά.
Το έργο 170 τετραγωνικά το έγραψες πριν από μία δεκαετία, στα τριάντα σου. Πόσο έχεις αλλάξει από τότε;
Νομίζω ότι σήμερα θα έλεγα αλλιώς την ιστορία. Υπάρχει η σκέψη να γίνει κινηματογραφικό σενάριο και εάν βγει τελικά στις αίθουσες, ο κόσμος θα δει μια τελείως διαφορετική εκδοχή της ίδιας ιστορίας. Πριν από δέκα χρόνια δεν ήμουν γονιός και είχα πολύ μικρότερη εμπειρία στο γράψιμο, αλλά η βασική διαφορά είναι ότι τότε είχα κινηθεί πιο πολύ με το ένστικτο, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τώρα, όταν κάθομαι να γράψω, έχω άλλες προδιαγραφές στον τρόπο που δουλεύω τα κείμενα. Σήμερα θα έβαζα πιο αυστηρά όρια. Λείπει το μέτρο που μου δίνουν τα σαράντα μου χρόνια και δεν είχα στα τριάντα. Παρ’ όλα αυτά, με γοητεύει ακόμα η δημιουργική αφέλεια.

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, τραγουδοποιός. Σε ποια ιδιότητα αισθάνεσαι πιο όμορφα;
Μου αρέσει πολύ όταν παίζω χωρίς να έχω τη συνολική ευθύνη ενός πράγματος. Τα τελευταία χρόνια παίζω κυρίως σε δικές μου παραστάσεις, αλλά, όταν βρεθώ σε ένα άλλο πλαίσιο, απολαμβάνω πάρα πολύ αυτή την ελευθερία και μου έχει λείψει. Μου αρέσει να είμαι ηθοποιός και είμαι λιγότερο ανασφαλής ως ηθοποιός.
Μεγάλωσες κυριολεκτικά μέσα στο θέατρο. Τι είναι αυτό που θυμάσαι περισσότερο βλέποντας στη σκηνή τον πατέρα σου, τον ηθοποιό Ανδρέα Τσουρή;
Θαύμαζα πολύ τον πατέρα μου και τον θαυμάζω ακόμη. Όλη μου η πορεία είναι μια δημιουργική συνομιλία με τη δική του. Επισκέπτομαι πολύ συχνά ρόλους και έργα που έχει παίξει εκείνος. Οι πορείες μας είναι δύο παράλληλες γραμμές οι οποίες σε στιγμές τέμνονται σε σημείο ταύτισης και ξεχωρίζουν ξανά. Ο πατέρας μου ήταν πάντα πολύ γενναιόδωρος και, ενώ ήταν φιλόδοξος και μέσα στα πράγματα ως αναγνωρισμένος πρωταγωνιστής στην Κύπρο, πάντα με έκανε να νιώθω ότι εγώ είμαι το θέμα.
Αυτό είναι μεγάλο δώρο. Πολλοί εξακολουθούμε να παλεύουμε στην ενήλικη ζωή μας για μια αποδοχή που δεν πήραμε και ακόμα περιμένουμε.
Και οι δύο μου γονείς, όταν με είδαν στη σκηνή να ερμηνεύω δικά μου έργα, μου είπαν: "Μπράβο, Γιωργή, τι ωραία πράγματα που φτιάχνεις!". Παρ’ όλα αυτά, κάτι από τα βάθη της παιδικής μου ηλικίας, που μπορεί και ερήμην τους να σχετίζεται μ’ εκείνους, δε μου επιτρέπει να πω εγώ στον εαυτό μου "μπράβο". Είμαι μέσα στις ανασφάλειες και τις νευρώσεις. Δεν έχει να κάνει με το θέατρο, αφορά κάτι που έχει σχέση με το μέσα μου και πρέπει να το βρω. Είναι αυτό που με κάνει να αισθάνομαι συνέχεια ότι κάτι μου διαφεύγει.

Έχω την αίσθηση ότι αυτό αποτελεί γνώρισμα των ταλαντούχων ανθρώπων, δεν αισθάνονται ποτέ πληρότητα.
Θα πω κάτι που δεν έχω ξαναπεί: Υπάρχει ένας δάσκαλός μου από το Εθνικό Θέατρο, τον οποίο ειλικρινά θαυμάζω πάρα πολύ, ο Φωκάς Ευαγγελινός. Αυτός ο άνθρωπος είναι τρομερά επιτυχημένος, ταλαντούχος, λαμπερός, γενναιόδωρος και ήρεμος. Αν με ρωτούσες σαν ποιον θα ήθελες να είσαι αν γινόσουν πολύ πετυχημένος, θα σου έλεγα αυτόν. Θα ήθελα να είμαι σαν τον Φωκά. Δεν ξέρω τι έχει ο καθένας μέσα στην ψυχή του, αλλά όσο τον είχα δάσκαλο και τέσσερις πέντε φορές που δούλεψα μαζί του ένιωθα πάντα ότι είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται στον άξονά του. Είναι ταλαντούχος, το γνωρίζει και είναι ήρεμος μέσα σ’ αυτό. Πολύ σπουδαίο πράγμα!
Τι σημαίνει ταλέντο για σένα;
Υπάρχουν δύο πτυχές στο ταλέντο: να βρεις αυτό που θέλεις να κάνεις και να το αγαπάει και η φύση. Το ταλέντο δεν είναι ποτέ ένα μόνο πράγμα και δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος χωρίς κανένα ταλέντο. Το θέμα είναι να βρεθείς στο σωστό περιβάλλον που θα το αναγνωρίσει.
Εσύ τι παιδί ήσουν;
Ήμουν υπερκινητικός και λίγο... μικρομέγαλο. Επειδή ως μοναχοπαίδι συναναστρεφόμουν κυρίως ενήλικες, είχα πολύ έντονα αναπτυγμένο λόγο. Έτσι, μιλούσα πάρα πολύ σύνθετα για την ηλικία μου κι αυτό δεν ήταν από τα χαρακτηριστικά που με έκαναν δημοφιλή, ούτε στους δασκάλους ούτε στους συμμαθητές μου. Είχα πολύ χιούμορ, έκανα τους άλλους να γελάνε, αλλά συχνά με τον μικρομεγαλισμό μου γινόμουν ενοχλητικός. Όμως αυτό που θυμάμαι κυρίως είναι η υπερβολική ενέργεια που είχα.
Μοιράζεσαι τη ζωή σου με την ηθοποιό Βάλια Παπακωνσταντίνου. Είναι εύκολο να συνεργάζεσαι με τον άνθρωπό σου;
Είναι δύσκολο. Εγώ, όντας στα παρασκήνια από 4 ετών και στη συνέχεια στη σχολή, έζησα λίγο στον πραγματικό κόσμο και πολύ μέσα στο θέατρο. Η Βάλια δεν είχε γονείς ηθοποιούς και έζησε πολύ στον πραγματικό κόσμο – ακόμα ζει εκεί πολύ περισσότερο από μένα. Αυτή η συγκυρία είναι που μας ισορροπεί. Καλλιτεχνικά, δεν είναι ο άνθρωπος που με βοηθάει, είναι το άλλο μου μισό. Έχουμε φτιάξει μαζί τα πάντα, είναι κοινά. Άργησα λίγο, αλλά το συνειδητοποίησα τα τελευταία χρόνια. Καμιά φορά αργούμε να συνειδητοποιήσουμε πόσο επιδραστικοί είναι οι άνθρωποι γύρω μας. Πλέον πιστεύω πως οτιδήποτε έχω ζήσει μέχρι τώρα έχει να κάνει περισσότερο με τους άλλους γύρω μου και λιγότερο μ’ εμένα. Στο θέατρο τουλάχιστον αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια.
Τι θαυμάζεις σ’ εκείνη;
Τη θαυμάζω πολύ ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα και μητέρα. Είναι ένας πολύ τρυφερός άνθρωπος, γεμάτος αγάπη, που τη δίνει απλόχερα. Ο τρόπος της με τα παιδιά είναι μοναδικός, τη λατρεύουν κι αυτό με ηρεμεί και με κάνει να νιώθω μεγάλη ασφάλεια. Εγώ έχω να κάνω δουλειά σ’ αυτό τον τομέα. Έχω καλή σχέση με τα παιδιά μου, αλλά δεν έχω χτίσει ακόμα μέσα μου την υπομονή και τους ρυθμούς που απαιτούνται ώστε η επαφή μας να έχει το βάθος και το μέτρο που έχει η επαφή τους με τη Βάλια.
Τι κάνει μια ερωτική σχέση να ευδοκιμεί επί 18 χρόνια;
Δεν είμαι σίγουρος. Το κοινό πλάνο ζωής βοηθάει. Οι κοινές αξίες, η κοινή αίσθηση για τα πράγματα, οι κοινές ευαισθησίες... Αν δηλαδή υπάρχει μεγάλο ιδεολογικό και ηθικό χάσμα ανάμεσα σε ένα ζευγάρι, νομίζω θα το βρίσκει συνέχεια μπροστά του. Από εκεί και πέρα, για τη δική μας περίπτωση η πλέον κατάλληλη για να απαντήσει είναι η Βάλια. Οι άνδρες συχνά είμαστε λίγο μονοδιάστατοι για να δώσουμε μια σύνθετη απάντηση. Εγώ αυτό που μπορώ να πω είναι ότι είμαι πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα μου, πολύ. Μου αρέσει να είμαι μαζί της, την ποθώ σε βαθμό σχεδόν ενοχλητικό. Όταν αγκαλιαστήκαμε πρώτη φορά με τη Βάλια, το σώμα μου αποφάσισε ότι αυτή την αγκαλιά θέλω. Ήταν σαν να ένιωσα ξαφνικά κάτι να "κουμπώνει", να βρίσκει τη θέση του.
Οι millennials θεωρούνται η γενιά που έχει πληγωθεί περισσότερο από την παγκόσμια κρίση. Ποια πιστεύεις ότι είναι τα χαμένα όνειρα της γενιάς σου;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν γενιές με χαμένα όνειρα. Υπάρχουν άνθρωποι με χαμένα όνειρα. Όπως έλεγε ο αείμνηστος Βασίλης Παπαβασιλείου, ένας από τους δασκάλους μου, πρέπει να είσαι παιδί της γενιάς σου, όχι προϊόν της. Να είσαι ενεργός, μέσα στα πράγματα. Να τα ορίζεις όσο και όπως μπορείς. Επιλέγω να μη με νικήσει η γκρίνια για το ανεκπλήρωτο, αλλά να με κινητοποιήσει η δίψα γι’ αυτό που επιθυμώ.

