ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΕΣ: ΠΆΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΌΠΟΥΛΟΣ/STUDIO 13
Τραγουδώντας ή μάλλον ραπάρωντας για την ταξική πλευρά του έρωτα, ο Γιώργος Μαζωνάκης που πέθανε ξαφνικά σε ηλικία 54 ετών, κατάφερε με ένα κομμάτι να γεφυρώσει τα Δυτικά και τα Βόρεια προάστια, να σπάσει τα στερεότυπα στο λαϊκό τραγούδι και να βάλει το όνομα του ιταλικού οίκου στο λεξιλόγιο όλης της χώρας. Α! Και να κάνει μία αναφορά στη Madame Figaro.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν πέθανε. Όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους που είναι φτιαγμένοι από περίεργο υλικό και αφήνουν πίσω τους μία κληρονομιά, ο Γιώργος Μαζωνάκης θα ζει για πάντα μέσα από την τέχνη του, που σε αντίθεση με τα όνειρά του, ανήκει σε όλους μας επειδή πολύ απλά μας τη χάρισε απλόχερα.
Το Gucci φόρεμα ως σύμβολο της ταξικότητας στον έρωτα
Είναι 2003 και η κατάσταση της χώρας μοιάζει καταπληκτική. Η επίπλαστη ευημερία, το τονωμένο εθνικό μας φρόνημα και η πολιτιστική υπεροχή που μας έχουν χαρίσει οι επερχόμενοι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι διάχυτα. Τα μπουζούκια αποτελούν τη βασική διασκέδαση ενός τεράστιου κομματιού της κοινωνίας και ο Γιώργος Μαζωνάκης κυκλοφορεί τον δίσκο "Σάββατο” σε στίχους και μουσική του Φοίβου, ένα δίσκο που περιλαμβάνει μερικά από τα πιο εμβληματικά κομμάτια που έχει ερμηνεύσει ο τραγουδιστής. Ανάμεσά τους το "Gucci Φόρεμα”.
Στο βίντεο κλιπ ο Μαζωνάκης υιοθετεί την αισθητική των pimps της δεκαετίας του ’70 στην Αμερική, σε μια άμεση αναφορά στο Blaxploitation, προσαρμοσμένη στην ελληνική λαϊκό-pop πραγματικότητα. Γούνινο παλτό, κοστούμι με χαρακτηριστικά φαρδιά πέτα και ένα πολυτελές μπαστούνι, σύμβολο εξουσίας και status, ολοκληρώνουν την εμφάνισή του καθώς ραπάρει με το crew του σε ένα υπόγειο πάρκινγκ.
Άλλο ένα δείγμα της εξαιρετικής προσεγμένης μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια επιμέλειας της εικόνας του που είχε ο Γιώργος Μαζωνάκης όλες αυτές τις δεκαετίες που βρίσκονταν στο προσκήνιο. Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν ένα από τα λίγα πραγματικά fashion icons αυτής της χώρας.
Η υπερβολή των κοστουμιών του βίντεο κλιπ εξυπηρετεί ιδανικά τους σατιρικούς στίχους του κομματιού, το οποίο μέσα στην εξτραβαγκάντσα της ελληνικής δεκαετίας του ’00, μιλά για κάτι τόσο απλό και τόσο διαχρονικό όσο η ταξικότητα στον έρωτα. Ο Φοίβος κάνει εδώ ένα αριστουργηματικό "reverse engineering”. Ο ερμηνευτής δεν φλεξάρει πολυτελή πράγματα που έχει στην κατοχή του, επιδιδόμενος σε ένα ανελέητο name dropping μεγάλων οίκων, όπως κάνει η rap κουλτούρα όλα αυτά τα χρόνια. Όχι.

Αυτός είναι ο λαϊκός τύπος από τα Δυτικά που σαγηνεύεται από το κορίτσι με το Gucci φόρεμα (που της αρέσει και το Elle και το Madame Figaro για να μιλήσουμε και το nod του στιχουργού στον τίτλο μας). Την ειρωνεύεται για τις νεοπλουτίστικες συνήθειές της, για την κοινωνική της θέση, ενώ παράλληλα τη θέλει.
Η Gucci γίνεται ξαφνικά σύμβολο της απόστασης ανάμεσά τους, ενώ υπονοείται πως, αν το πλούσιο κορίτσι δοθεί στο λαϊκό αγόρι και βγάλει από πάνω της το φόρεμα, αυτή η ταξική απόσταση θα μηδενιστεί. Στο τέλος του βίντεο κλιπ μάλιστα, σε μία τροπή της ιστορίας που σήμερα δεν θα επιβίωνε του cancel, το Gucci φόρεμα καίγεται ως ένδειξη κυριαρχίας του λαϊκού επί της ελίτ.
Καμία "ταμπέλα” δε χωράει το ΜΑΖΩ
Αν σκεφτεί κανείς την στιχουργική της σημερινής ραπ σκηνής και ιδιαίτερα της trap, στην οποία η επίδειξη πλούτου - η οποία βέβαια πάντα έχει να κάνει με την σταδιακή κοινωνική ανέλιξη μέσα από το hustle - είναι δεδομένη, αντιλαμβάνεται πόσο καινοτόμο είναι αυτό που πετυχαίνουν εδώ Φοίβος - Μαζωνάκης με μία απλή αναφορά στον οίκο Gucci. Ο Μαζωνάκης διέθετε μία αυθεντικά λαϊκή φωνή. Δεν της επέτρεψε όμως ποτέ να τον περιορίσει σε ένα και μόνο μουσικό είδος. Δεν χώρεσε ποτέ καμία ταμπέλα το ΜΑΖΩ κι ας έχει μόνο τέσσερα γράμματα.
Στο Gucci Φόρεμα - και πατώντας πάνω στην ιδιοφυή ιδέα του Φοίβου - ο Μαζωνάκης δανείζεται στοιχεία της ραπ κουλτούρας, από τα ρούχα μέχρι το attitude, τα μπολιάζει με την ευθύτητα και την υπερβατικότητα του λαϊκού τραγουδιού και όχι απλώς βγαίνει από αυτό το ανορθόδοξο μπαστάρδεμα αλώβητος, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα από τα πιο αξεπέραστα ελληνικά hits, και "σχολή”, καθώς δεν είναι λίγοι οι συνάδελφοί του που θα πειραματιστούν με τη ραπ χρόνια μετά. Το Gucci Φόρεμα άλλωστε, δεν είναι η πρώτη του επαφή με τη ραπ. Έχει προηγηθεί η συνεργασία του με τους Goin’ Through το 1999 στον δίσκο Αλλάξανε τα Πλάνα μου.
Η διαφορά μεταξύ των δύο κομματιών είναι στο θέμα. Το Θέλω να γυρίσω στα Παλιά είναι ένα τραγούδι, πιο εσωτερικό που λατρεύτηκε ένα τσικ παραπάνω από εκείνους που μεγάλωσαν στα Δυτικά προάστια. Το Gucci Φόρεμα όμως πραγματεύεται το πιο πανανθρώπινο θέμα όλων των εποχών: ο έρωτας και το μεγαλύτερο εμπόδιο που αυτός έχει συναντήσει ανά τους αιώνες, η κοινωνική τάξη. Και για αυτό λατρεύτηκε απ' όλους.
Επίσης, ήρθε σε μία στιγμή της ελληνικής ιστορίας που μία μερίδα Ελλήνων μόλις ανακάλυπτε τα ονόματα των ευρωπαϊκών πολυτελών οίκων όπως η Gucci. Με τη νέα της πιστωτική κάρτα με unlimited όριο, το νέο της διακοποδάνειο, τις μετοχές της στο χρηματιστήριο.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης και ο Φοίβος, έμαθαν την Gucci σε όσους δεν τη γνώριζαν αλλά θα έμεναν να κοιτάζουν τα προϊόντα της σα σύμβολο διαχωρισμού, τη σύστησαν σε όσους αποκτούσαν νέες οικονομικές δυνατότητες και ταυτόχρονα εκμηδένισαν την αξία της σε εκείνους που είχαν ανάγκη να επιδεικνύουν το λογότυπό της, υπογραμμίζοντας ότι τα λεφτά ή τα δημοτικά σύνορα του νομού Αττικής δεν έχουν καμία σημασία. Έκαναν όλη την Ελλάδα να κουνάει το κορμί της στον ρυθμό τους ανεξάρτητα από το τι φοράει. Και αν αυτό δεν είναι παρακαταθήκη, τότε τι;
"Γιώργο γράφουμε, είσαι έτοιμος;”, ακούγεται όπως ξεκινάει το Gucci Φόρεμα. "Πάντα”, απαντάει ο Μαζωνάκης με τη χαρακτηριστική του φωνή. Αυτό ήταν ο Γιώργος. Πάντα έτοιμος.

