Φωτογραφία: Istock
"Aura", "slay", "cooked", "mid", "tea". Αν αυτές οι λέξεις σας μπερδεύουν, η Gen Z έχει μάλλον κάτι να σας εξηγήσει.
Αν κάποιος σας πει ότι έχετε "aura", σας ζητήσει ένα "vibe check" ή χαρακτηρίσει κάτι "cap", υπάρχουν δύο επιλογές: είτε γνωρίζετε ήδη τη γλώσσα της Gen Z είτε χρειάζεστε επειγόντως ένα λεξικό.
Η γενιά που μεγάλωσε με το TikTok, το Instagram, τα memes και τη διαρκή επικοινωνία στα κοινωνικά δίκτυα έχει δημιουργήσει ένα δικό της λεξιλόγιο. Αγγλικές λέξεις, συντομογραφίες, νέες σημασίες παλιών όρων και εκφράσεις που γεννιούνται online μπαίνουν καθημερινά στην επικοινωνία της.
Το "slay" μπορεί να λειτουργήσει ως κομπλιμέντο, το "ghosting" περιγράφει μια γνώριμη πλέον συμπεριφορά στις σχέσεις, ενώ το "tea" αφορά το παρασκήνιο που όλοι θέλουν να μάθουν. Και αν κάτι είναι "mid", μάλλον δεν εντυπωσίασε και τόσο.
Από το A μέχρι το V, αυτό είναι το αλφαβητάρι της Gen Z.
A –
Aura: Η ιδιαίτερη ενέργεια ή παρουσία που εκπέμπει κάποιος. Όταν κάποιος "έχει aura", διαθέτει αυτό το κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει.
Aesthetic: Η αισθητική ενός ανθρώπου, ενός χώρου, ενός προφίλ ή ακόμη και ενός τρόπου ζωής.
Aura maxxing: Η προσπάθεια να ενισχύσει κάποιος την παρουσία και την εικόνα του, ώστε να αποκτήσει περισσότερη "aura".
B -
Bet: Σημαίνει "έγινε", "σύμφωνοι" ή "μέσα" και χρησιμοποιείται ως σύντομη απάντηση σε μια πρόταση ή συμφωνία.
C -
Canon Event: Ένα σημαντικό γεγονός που θεωρείται αναπόφευκτο κομμάτι της προσωπικής εξέλιξης κάποιου.
Cap: Ψέμα ή υπερβολή. Το "that's cap" σημαίνει ότι κάποιος δεν πιστεύει αυτό που ακούει.
Catfish: Κάποιος που παρουσιάζει στο διαδίκτυο μια ψεύτικη ή παραποιημένη εικόνα του εαυτού του.
Choppleganger: Ένα άτομο που μοιάζει πολύ με κάποιο άλλο.
Clock it: Όταν κάποιος αντιλαμβάνεται και επισημαίνει κάτι που οι άλλοι μπορεί να μην έχουν προσέξει.
Clickbait: Τίτλος, εικόνα ή περιεχόμενο που έχει σχεδιαστεί για να προκαλέσει την περιέργεια και να οδηγήσει σε ένα κλικ.
Cooked: Όταν κάποιος βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση ή τα πράγματα έχουν πάει στραβά. "I'm cooked" σημαίνει, περίπου, "την πάτησα".
D –
Drip: Το ιδιαίτερα καλό ή εντυπωσιακό στιλ κάποιου, κυρίως σε σχέση με το ντύσιμό του.
E –
Εγώ: Χρησιμοποιείται συχνά με χιουμοριστικό ή αυτοσαρκαστικό τρόπο, όταν κάποιος ταυτίζεται με μια κατάσταση.
F –
FR: Από το "for real" και χρησιμοποιείται με την έννοια του "όντως" ή "αλήθεια".
Facts: Εκφράζει απόλυτη συμφωνία με μια άποψη.
G –
Ghosting: Η ξαφνική διακοπή επικοινωνίας χωρίς εξήγηση.
GOAT: Τα αρχικά του "Greatest Of All Time" για κάποιον που θεωρείται ο καλύτερος.
G: Φιλική προσφώνηση, αντίστοιχη του "φίλε" ή "bro".
Glow up: Μια εντυπωσιακή αλλαγή προς το καλύτερο, κυρίως στην εμφάνιση αλλά και στη συνολική εικόνα κάποιου.
Girl dinner: Ένα γεύμα αποτελούμενο από διάφορα μικρά και απλά φαγητά, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει ένα συγκεκριμένο "κυρίως πιάτο".
I –
IYKYK: "If You Know, You Know". Μια αναφορά που καταλαβαίνουν μόνο όσοι γνωρίζουν ήδη το συγκεκριμένο πλαίσιο ή inside joke.
L –
Lowkey: Κάτι διακριτικό ή όχι ιδιαίτερα έντονο. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για μια άποψη ή ένα συναίσθημα που κάποιος δεν θέλει να εκφράσει ανοιχτά.
Larper: Άτομο που παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.
M –
Mewing: Διαδικτυακή τάση που συνδέθηκε με τη στάση της γλώσσας και της γνάθου και την προσπάθεια για πιο έντονη γραμμή στο σαγόνι.
Mid: Κάτι μέτριο ή απογοητευτικό, που δεν είναι τόσο καλό όσο παρουσιάζεται.
N –
NPC: Από το "Non-Player Character" των βιντεοπαιχνιδιών. Χρησιμοποιείται για κάποιον που συμπεριφέρεται μηχανικά ή χωρίς ιδιαίτερη προσωπικότητα.
O –
OOMF: "One Of My Followers" ή "One Of My Friends". Χρησιμοποιείται για να αναφερθεί κάποιος σε ένα πρόσωπο χωρίς να πει το όνομά του.
P –
Performative: Κάτι που γίνεται κυρίως για την εικόνα προς τα έξω και όχι απαραίτητα επειδή εκφράζει μια πραγματική πεποίθηση.
Preach: Έκφραση συμφωνίας με κάτι που είπε κάποιος και θεωρείται σωστό. Στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί ως "πες τα".
S –
Slay: Έκφραση επιδοκιμασίας για κάποιον που τα πήγε εξαιρετικά ή δείχνει πολύ καλά.
Swag: Το προσωπικό στιλ και η αυτοπεποίθηση με την οποία το υποστηρίζει κάποιος.
Simp: Άτομο που δείχνει υπερβολικό θαυμασμό ή αφοσίωση προς κάποιον που του αρέσει.
Serve: Όταν κάποιος έχει πολύ πετυχημένη εμφάνιση ή παρουσία. Χρησιμοποιείται ως κομπλιμέντο.
T –
TMI: "Too Much Information". Όταν κάποιος μοιράζεται περισσότερες προσωπικές πληροφορίες από όσες χρειάζεται.
Τέλος: Χρησιμοποιείται για να κλείσει μια συζήτηση ή να δώσει έμφαση σε μια άποψη.
Tea: Τα νέα, το παρασκήνιο ή το κουτσομπολιό μιας υπόθεσης. Το "spill the tea" σημαίνει "πες τι έγινε".
V –
Vibe check: Ένας τρόπος να αξιολογήσει κάποιος την ατμόσφαιρα, την ενέργεια ή τη διάθεση ενός ανθρώπου ή μιας κατάστασης.
Η γλώσσα της Gen Z δεν έχει σταθερούς κανόνες. Νέοι όροι εμφανίζονται, γίνονται viral, περνούν στην καθημερινή επικοινωνία και κάποια στιγμή αντικαθίστανται από άλλους. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της: δεν ακολουθεί απλώς τις αλλαγές του internet, αλλά εξελίσσεται μαζί του.

