Έχει γίνει σύμβολο ευθύτητας με αποτέλεσμα να αντιπαραβάλλεται ως παράδειγμα με οποιονδήποτε την αποφεύγει. Όμως, πάνω απ’ όλα, ο Λάκης Γαβαλάς ζει και αναπνέει για τη μόδα, παρόλο που σπάνια του ζητάνε να μιλήσει γι’ αυτήν. Το κάναμε εμείς.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πετύχεις τον Λάκη Γαβαλά. Όχι επειδή θεωρεί τον εαυτό του ακριβοθώρητο, αλλά επειδή είναι αεικίνητος. Αλλάξαμε την ημερομηνία που θα κάναμε αυτή τη συνέντευξη τρεις φορές. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα παρεμβλήθηκαν τηλεοπτικά γυρίσματα και ταξίδια σε Παρίσι, Μύκονο, Κύπρο.
Δε θα μπορούσαμε να περιμένουμε τίποτα λιγότερο από τον επιχειρηματία και σχεδιαστή που έχει κάνει όλη την Ελλάδα να τον παραδέχεται μέσα από μια πορεία γεμάτη θριάμβους και καταστροφές. Ιδιαίτερα οι δεύτερες απασχολούν σε τέτοιον βαθμό τις συνεντεύξεις του, που συχνά παραγνωρίζονται όχι μόνο τα πρώτα του βήματα και η επιχειρηματική του δραστηριότητα στη βιομηχανία της μόδας, αλλά και το γεγονός ότι η εμπειρία του τον καθιστά καθ’ ύλην αρμόδιο για μια συζήτηση αποκλειστικά γύρω από αυτήν.

Σπάνια σου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσεις για τους σταθμούς της πορείας σου στη μόδα. Αν έπρεπε να ξεχωρίσεις τρεις, ποιοι θα ήταν;
Ο πρώτος μου σταθμός ήταν ο Nicola Trussardi. Τότε δούλευα ως χορευτής στη Rai, την Εθνική Ραδιοτηλεόραση της Ιταλίας, και είχα συμμετάσχει σε κάποιες χορευτικές επιδείξεις για τον Trussardi, την Krizia και τον Moschino. Τους γνώρισα προσωπικά και, φεύγοντας από τη Rai, συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι ο καλλιτέχνης που θέλει να τελειώσει τη ζωή του με τον χορό, αλλά έμπορος. Έτσι, άρχισα να ασχολούμαι με τη μόδα. Όταν αποφάσισα να γυρίσω στην Ελλάδα, ο Nicola μου πρότεινε να συνεργαστούμε, γεγονός που οδήγησε στο να φέρω το brand στη χώρα μας.
Έπειτα ήταν οι Γάλλοι. Γνώρισα την ομάδα της Hermès, από την οποία τότε αγόραζα σέλες, καθώς έκανα ιππασία. Βρισκόμαστε πλέον στο 2000 και λέω στον Jean-Louis Dumas (σ.σ. τον τότε CEO του Hermès International group) ότι οι εμβληματικές Birkin και Kelly είναι άβολες για την εποχή και ότι εγώ θέλω να κάνω μια τσάντα σημερινή. Πήρα, λοιπόν, την Kelly και της προσέθεσα δύο θήκες με φερμουάρ μπροστά, για το διαβατήριο ή την πούδρα της κυρίας, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να ψάχνει και να τα έχει έτοιμα ανά πάσα στιγμή. Στο μοντέλο με το μεγάλο μέγεθος, το 40, έβαλα άλλη μία στο πίσω μέρος για το laptop.
Μετά επιμελήθηκα την Birkin και την Drag, όλες με τσέπες γύρω γύρω. Για να κλείσω την τριάδα, σταθμός μου υπήρξε, επίσης, η Burberry. Μπήκα στο ατελιέ μαζί με τον Christopher Bailey, που τότε είχε αναλάβει καλλιτεχνικός διευθυντής, αλλά τον γνώριζα ήδη από τότε που εργαζόταν στην Prada. Κάναμε μαζί κάποιες καμπαρντίνες και αλλάξαμε διάφορα πράγματα.
Τελευταία είχαμε πάρα πολλές ανακατατάξεις στον χώρο της μόδας, ένα φαινόμενο που πήρε το όνομα "μουσικές καρέκλες". Ποιο από τα ντεμπούτο που είδαμε από τους νέους καλλιτεχνικούς διευθυντές που ανέλαβαν τους μεγάλους οίκους σε εντυπωσίασε περισσότερο;
Αν και δεν της δόθηκε τόση προσοχή, εμένα μου άρεσε πολύ η νέα Celine του Michael Rider, παρά την αποχώρηση του αγαπημένου μου Hedi Slimane. Με εντυπωσίασε, επίσης, το ντεμπούτο της Louise Trotter για την Bottega Veneta. Βέβαια, είναι ένα brand που με εντυπωσιάζει σταθερά, αμέσως μετά την Hermès. Κατά τα άλλα, δε με βρίσκουν σύμφωνο όλες αυτές οι αλλαγές, όπως η πρόσφατη αποχώρηση της Véronique Nichanian από την ανδρική σειρά της Hermès. Όλοι αναθεωρούν και μπαίνουν στην υπηρεσία των κοινών θνητών και, κυρίως, των ράπερ, γιατί αυτοί αφήνουν πάρα πολλά χρήματα.
Έχει αλλάξει η πολυτέλεια όπως την ξέραμε;
Ναι, κάτι που κατ’ επέκταση επηρεάζει και την κομψότητα. Γι’ αυτό ευθύνονται, κυρίως, οι εταιρείες που διοχετεύουν τα εμπορεύματά τους και σε άλλα σημεία διανομής. Η Chanel, η Louis Vuitton, η Hermès έχουν μόνο τα δικά τους καταστήματα και καλά κάνουν και, όταν δουν ότι ένας κωδικός δεν τους πηγαίνει, τον "καίνε". Όταν όμως κάνεις διανομή, πρέπει να πουλήσεις. Σε ποια γυναίκα απευθύνεσαι όμως; Παίρνεις την Kim Kardashian να σε διαφημίσει με ένα σώμα το οποίο δεν είναι δικό της, είναι ξένο.
Λες, λοιπόν, ότι το πρότυπο της γυναίκας είναι αυτό. "Κάντε δεκαπέντε εγχειρήσεις από τη μέση και κάτω, τριάντα πέντε από τη μέση και πάνω, σαράντα οκτώ στον εγκέφαλό σας και πάμε να πουλήσουμε". Τι να πουλήσουμε; Ίσως ένα δερμάτινο τζάκετ, παπούτσια και τσάντες. Η κομψότητα σήμερα αναφέρεται στην τσάντα και στο παπούτσι και το κακό είναι ότι μια γυναίκα αισθάνεται ότι με το να ταλανίζει μια τσάντα και να πατάει στραβά σε κάποια παπούτσια είναι elegant. Η Maria Grazia Chiuri μας έμαθε ότι μια γυναίκα μπορεί να πάει σε ένα υπέροχο εστιατόριο με sneakers, σαν να έχει έρθει μόλις από το τένις, ενώ δεν έχει δει πώς μοιάζει το γήπεδο.
Ποιον σχεδιαστή, εν ζωή ή όχι, θεωρείς αναντικατάστατο;
Τον Franco Moschino με το ειρωνικό του ύφος, που όμως είχε να κάνει με μια γραμμή για τη γυναίκα που ήθελε να είναι κομψή. Το χερούλι της τσάντας, για παράδειγμα, ήταν έτσι φτιαγμένο, που την έκανε να λικνίζεται σωστά. Αλλά και τον εκπληκτικό Jean Paul Gaultier, τον Thierry Mugler και τον Pierre Hardy, που κάνει πάρα πολύ ωραία παπούτσια, πολύ θηλυκά, ιδιαίτερα. Αυτοί συνθέτουν μια eleganza που δε θέλω να λείψει ποτέ, είτε μέσω των διαδόχων τους είτε μέσω των ιδίων.

Είσαι ένας άνθρωπος με ξεχωριστή αίσθηση του προσωπικού στυλ. Πότε ακριβώς το ανακάλυψες;
Από μικρός ήμουν έτσι. Τα παπούτσια και τα ρούχα μου τα έφτιαχνα μόνος μου ή τα μεταποιούσα. Έκανα πουκάμισα από γυναικείες φούστες και έπαιρνα τις μανσέτες από τα παλιά πουκάμισα του μπαμπά και έφτιαχνα φούστες. Ο μπαμπάς ήθελε πάντα πολύ κολλαρισμένα πουκάμισα και, όταν πλένονταν πάνω από πέντε φορές, δεν του άρεσαν. Ήθελε να τα δώσουμε στους φτωχούς. Ε, τότε οι φτωχοί ήμουν εγώ που δεν είχα λεφτά να αγοράσω ρούχα! Θυμάμαι, μια φορά τα πήγα στη μοδίστρα και έφτιαξα όλο τον ποδόγυρο της φούστας με μανσέτες από αυτά τα πουκάμισα. Στο σύμπαν της μόδας άρχισα να συμμετέχω από 14 χρονών. Γι’ αυτό φταίνε οι γονείς και οι συγγενείς που δεν τους πείραζε να κόψω πράγματα και να τα βάλω κάπως αλλιώς. Αυτοί με κακόμαθαν.
Διδάσκεις νέα παιδιά, φέτος βρέθηκες και στο GNTM. Πώς αντιμετωπίζει τη μόδα και το στυλ η νέα γενιά; Υπάρχει νέα γενιά Ελλήνων σχεδιαστών και πώς επηρεάζει τη δημιουργία τους το Διαδίκτυο;
Κατ’ αρχάς, θέλω να πω ότι είμαι ευτυχής που διδάσκω στα ΣΑΕΚ Άλφα αλλά και στο Πανεπιστήμιο UCLan της Κύπρου. Κατευθύνω τα παιδιά να κάνουν έρευνα στο Διαδίκτυο και να μορφωθούν μέσα από αυτό, γιατί, δυστυχώς, εμείς στους καιρούς μας δεν το είχαμε. Τα παιδιά έχουν πολλές και συγκεκριμένες εμπειρίες πάνω στη μόδα. Μπορώ να πω ότι έχουν περισσότερες από μένα. Οι πιο πολλές είναι λάθος, αλλά έχουν και κάποιες σωστές. Ανταλλάσσουμε τις απόψεις και τις ιδέες μας. Τα αφήνω να μιλήσουν. Κάνω όπως ένας ψυχολόγος. Μιλάει ο θεραπευόμενος και ο/η ψυχολόγος εντοπίζει ότι έχει πει εκατό φορές το ίδιο πράγμα, άρα πρέπει να επικεντρωθούμε σ’ αυτό.
Έρχονται παιδιά με μια ιδέα του εαυτού τους. Όλοι θέλουν να γίνουν couturiers ή στυλίστες. Οπότε, εγώ καλούμαι να τα μετατρέψω και να τα κάνω πατρονίστ, σχεδιαστές, μοδίστρες, να μάθουν να ράβουν, να ξέρουν να κάνουν καφέ σε κάποιο αφεντικό που θα πάνε στην αρχή για να κάνουν την πρακτική τους. Θεωρώ ότι έχω βγάλει ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό μαθητών οι οποίοι στην αρχή δεν ήξεραν ακριβώς με ποιον από όλους τους κλάδους της μόδας έπρεπε να ασχοληθούν.
Η μόδα είναι ταυτισμένη με τοξικές συμπεριφορές, με πίεση, με απλήρωτη εργασία. Πιστεύεις ότι πρέπει να υποφέρει κάποιος για να δουλεύει στον χώρο ή αλλάζει αυτό;
Ο κάθε δημιουργός, αν δεν υποφέρει, δε βγάζει καλό αποτέλεσμα. Είναι ένα επάγγελμα στρεσογόνο. Θεωρώ όμως ότι, αν είσαι focused σε αυτό που κάνεις και δεν παρασύρεσαι με –να το πω γενικά και ας το ερμηνεύσει ο καθένας όπως θέλει– αλητείες, μπορείς να έχεις μεγάλη επιτυχία και να μακροημερεύσεις.
Στον όρο "αλητείες" συμπεριλαμβάνεις και τις άσχημες συμπεριφορές σε συνεργάτες και υφισταμένους;
Να σου πω κάτι; Γιατί δε μιλάμε για τα θετικά πράγματα στη ζωή και τονίζουμε τα αρνητικά τόσο πολύ; Όλα αυτά δε βελτιώνονται με το να τα αναφέρουμε συνέχεια. Αν λέμε τόσο συχνά ότι, για παράδειγμα, στα ατελιέ τσακώνονται και μιλάνε άσχημα, μπορεί και οι μαθητές μου να πουν: "Α, ας δοκιμάσουμε κι εμείς να δούμε πώς είναι να τσακώνεσαι!". Εμένα αυτή η woke ατζέντα, η υπερδιαφήμιση του political correct, η γκρίνια με αφήνουν παγερά αδιάφορο.
Δώσε μας μερικούς κανόνες στυλ για τη γυναίκα που διαβάζει αυτή τη συνέντευξη.
Η γυναίκα, πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να έχει περιποιημένα χέρια, ει δυνατόν, χωρίς πρόσθετα νύχια. Να μην έχει τατουάζ στο πρόσωπο. Να έχει μια απόχρωση μαλλιών που να ταιριάζει με την επιδερμίδα της ή, καλύτερα, να έχει το φυσικό της χρώμα. Να έχει ένα υπέροχο ταγέρ κι ένα λευκό πουκάμισο με ωραία κουμπιά. Να έχει ένα ζευγάρι ωραίες γόβες. Επίσης, μια ωραία αθλητική περιβολή, δηλαδή ένα jogger παντελόνι, ένα φούτερ, ένα αθλητικό παπούτσι – παρακαλώ, όχι σινιέ μεγάλης εταιρείας που δεν είναι για αθλητισμό. Τέλος, να μη φοράει ανδρικά ρολόγια σαν να είναι χωρισμένη από πλούσιο σύζυγο και να κρατάει την τσάντα της όσο πιο κοντά γίνεται στο σώμα της.

