Φωτογραφία: Courtesy of Chanel
Οι Εβδομάδες Μόδας για τη σεζόν Άνοιξη/ Καλοκαίρι 2027 μόλις ξεκίνησαν και ανυπομονούμε να μάθουμε τα επερχόμενα trends. Ποιος όμως τα αποφασίζει;
Πώς θα ήταν ο Θεός της Μόδας, αν υπήρχε; Δεν θα ήταν πάντως ένας γενειοφόρος κύριος με επιτιμητικό βλέμμα κι ας φορούσε έναν υπέροχο λευκό μεταξένιο μανδύα και ριγμένο στους ώμους ένα κυανό μαντήλι που ντραπάρει στο στήθος. Τον φαντάζομαι περισσότερο ελεήμονα. Θα είχε την προσήνεια του Yves Saint Laurent στην όψη, το εκτόπισμα του Christian Dior στον χαρακτήρα και θα ντύνονταν σαν τον Alexander Lee McQueen.
Αν υπήρχε λοιπόν αυτός ο Θεός, ίσως να ήταν αυτός που ψιθυρίζει στ’ αυτιά των σχεδιαστών τις τάσεις της κάθε επόμενης σεζόν. Ή που μεταμορφώνεται σε κάποιο άλλο ον, όπως έκανε ο Δίας, και τους επισκέπτεται για να σπείρει μέσα τους την έμπνευση κι αυτοί να γεννήσουν ιδέες. Όμως δεν υπάρχει. Έτσι, κάθε fashion lover με πνευματικές αναζητήσεις κάποια στιγμή στη ζωή του θα αναρωτηθεί γιατί φοράει αυτά που φοράει. Κοινώς, πώς γεννιούνται οι τάσεις της μόδας.
Ποιος αποφασίζει τι φοράμε;
Για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η μόδα πρέπει να ξεχάσουμε ότι υπάρχει ένα πραγματικό σημείο εκκίνησης μιας τάσης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα συνδυασμό παραγόντων, ο οποίος μάλιστα, τις τελευταίες δεκαετίες περιλαμβάνει πολύ έντονα αλγόριθμους και Τεχνητή Νοημοσύνη.
Ας πάμε όμως πιο πίσω. Όταν ο Christian Dior λάνσαρε το New Look δεν υπήρχαν forecasting agencies. Πώς λοιπόν γεννήθηκε αυτή η πλέον ιστορική τάση που απέκτησε το τόσο απλό, αλλά ταυτόχρονα σαρωτικό όνομά της που στέκεται σαν φάρος μίας συγκεκριμένης αισθητικής μέχρι και σήμερα;
Το 1947, όταν ο Christian Dior παρουσίασε την πρώτη του συλλογή, η μόδα δεν διέθετε τίποτα που να μοιάζει με τη σημερινή βιομηχανία trend forecasting. Το New Look γεννήθηκε μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Η Ευρώπη έβγαινε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι γυναίκες είχαν περάσει χρόνια μέσα σε περιορισμούς, στολές (το περίφημο utility wear - μία ανάγκη που μετέπειτα έγινε fashion trend) και οικονομία υφάσματος.

Ο Dior, λοιπόν, σύστησε τη μεταπολεμική γυναίκα μέσα από τη θηλυκότητα, την έλξη και την αφθονία. Αυτά, στη συλλογή του μεταφράστηκαν σε στενή μέση, στρογγυλεμένους ώμους και τεράστιες ποσότητες υφάσματος.
Ειδικά στο κομμάτι της αφθονίας, σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Marcel Boussac, ο περίφημος "King of Cotton", ένας από τους ισχυρότερους Γάλλους παραγωγούς υφασμάτων που πλησίασε τον Dior χτίζοντας μία ιδιοφυή επιχειρηματική συμμαχία. Ως "Βασιλιάς του Βαμβακιού" και ιδιοκτήτης τεράστιων κλωστοϋφαντουργείων, ο Boussac έβλεπε τα κέρδη του να μειώνονται λόγω της λιτότητας και των περιορισμών στο ύφασμα κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Για να αναζωογονήσει την αυτοκρατορία του, χρειάζονταν μια νέα μόδα που θα απαιτούσε τεράστιες ποσότητες υλικού, και γι' αυτό έδωσε στον Dior πλήρη οικονομική ελευθερία και απεριόριστο κεφάλαιο.
Ο Dior ανταποκρίθηκε σχεδιάζοντας φορέματα με πλούσιο όγκο και πτυχώσεις που χρησιμοποιούσαν έως και 20 μέτρα ύφασμα το καθένα (αντί για τα 2-3 μέτρα της εποχής), μετατρέποντας το καλλιτεχνικό του όραμα για θηλυκότητα και πολυτέλεια στην απόλυτη μηχανή κατανάλωσης γαλλικών υφασμάτων που έσωσε την επιχείρηση του Boussac.
Ακόμη και το όνομα "New Look” δεν το έδωσε ο ίδιος ο Dior στη συλλογή του. Το επινόησε η Carmel Snow, αρχισυντάκτρια του Harper's Bazaar, στην οποία αποδίδεται η φράση "It's quite a revolution, dear Christian. Your dresses have such a new look!", την οποία και εκστόμισε με ενθουσιασμό στον σχεδιαστή μετά την παρουσίαση τη συλλογής. Αυτή η μικρή ιστορία μας μαθαίνει πώς μία τάση δεν γίνεται τάση όταν απλώς τη σχεδιάζει κάποιος. Γίνεται τάση όταν κάποιος άλλος το αναγνωρίζει, το ονομάζει, το επιλέγει και το διαδίδει.
Από το όραμα στην επιστήμη του forecasting
Αυτό το σχήμα ίσχυει λίγο - πολύ μέχρι και σήμερα, ωστόσο, σε αυτό ήρθε να προστεθεί η οργανωμένη πρόβλεψη της μόδας, δηλαδή, η επιστήμη του forecasting. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα η αμερικανική βιομηχανία άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το χρώμα και το ύφασμα είχαν τεράστια οικονομική σημασία.
Το 1915 δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη υπηρεσία colour forecasting στις ΗΠΑ, γύρω από την Textile Color Card Association, με επικεφαλής τη Margaret Hayden Rorke. Η λογική πίσω από την ίδρυση ήταν πρακτική. Αν οι παραγωγοί γνώριζαν νωρίτερα ποια χρώματα θα είχαν ζήτηση, μπορούσαν να περιορίσουν λάθος παραγωγές, εκπτώσεις και απόθεμα.
Αργότερα εμφανίστηκαν τα style reports. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η Tobe Coller Davis άρχισε να εκδίδει τα περίφημα Tobe Reports, παρέχοντας στα αμερικανικά πολυκαταστήματα πληροφορίες για τις τάσεις. Η δεκαετία του 1960 είναι κομβική.


Στη Γαλλία δημιουργούνται οργανισμοί όπως οι Promostyl και Peclers Paris, ενώ εμφανίζονται νέοι τύποι trend watchers που δεν κοιτούν πλέον μόνο τις πασαρέλες. Παρατηρούν το στιλ στους δρόμους, τις νεανικές υποκουλτούρες, τα clubs, τις συνοικιακές μπουτίκ, τις φυλές που προκύπτουν από μουσικές προτιμήσεις, κοινωνικές συμπεριφορές.
Κοινωνιολόγοι και και marketing experts εντάσσονται στην παραπάνω αλυσίδα ώστε να παρακολουθούν όχι μόνο τη μόδα αλλά τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που θα μπορούσαν να την επηρεάσουν. Πόλεμοι, οικονομική αισιοδοξία ή οικονομική ύφεση, νοσταλγία, νέες τεχνολογίες, αναδυόμενα μουσικά genres, νέες μορφές εργασίας, περιβαλλοντική κρίση, νέες αντιλήψεις γύρω από το φύλο και τη σεξουαλική προτίμηση. Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν άμεσα όσα θα δούμε στο catwalk.
Συνδυασμός πραγμάτων
Για παράδειγμα, ήδη από τη σεζόν Άνοιξη/ Καλοκαίρι 2026 μιλάμε για μία επιστροφή της μόδας στην αισιοδοξία, τον μαξιμαλισμό, τα έντονα prints και τις πλούσιες υφές, το χρώμα. Δεν είναι παρά η αντίδραση στην περιρρέουσα παγκόσμια κατάσταση, η οποία, δεν φαίνεται ιδιαίτερα αισιόδοξη. Πόλεμοι, ενεργειακή κρίση και ένας έντονος κίνδυνος για μία νέα ύφεση στην οικονομία της Ευρώπης, άνοδος της ακροδεξιάς και εξωφρενικές ειδήσεις στις οποίες έχουμε όλοι πρόσβαση 24/7 ωθούν τους ανθρώπους στην ανάγκη εύρεσης μιας διεξόδου.
Για να καταλάβουμε πώς συνδέονται forecasting, κοινωνικές τάσεις και πραγματική παραγωγή ας πάρουμε το παράδειγμα της παριζιάνικης forecasting πλατφόρμας Première Vision. Η διαδικασία ξεκινά περίπου 18–24 μήνες πριν φτάσουν οι συλλογές στα καταστήματα. Η ομάδα μόδας της Première Vision συνεργάζεται με ένα διεθνές δίκτυο ειδικών, designers και market specialists, παρατηρώντας πολιτισμικές αλλαγές, consumer behaviour, νέες χρήσεις, τεχνολογίες και υλικά. Από αυτή τη διαδικασία δημιουργείται μια εποχική κατεύθυνση.
Έπειτα η πρόβλεψη συναντά την πραγματική παραγωγή. Η Première Vision δεν παρουσιάζει απλώς moodboards. Οι τάσεις της διασταυρώνονται με δείγματα που προέρχονται από πραγματικούς κατασκευαστές υφασμάτων και materials suppliers. Το αποτέλεσμα είναι μια συνομιλία ανάμεσα στο τι φαίνεται να έρχεται και στο τι μπορούμε πράγματι να κατασκευάσουμε.
Κι ύστερα ήρθε το διαδίκτυο
Η έλευση του διαδικτύου ανέτρεψε ριζικά την παραδοσιακή ιεραρχία στη μόδα, μετατρέποντας τη στατική πρόβλεψη τάσεων σε μια δυναμική, ψηφιακή διαδικασία. Η αρχή έγινε το 1998 με την ίδρυση της WGSN, η οποία αντικατέστησε τα βραδύκαυστα "trend books" με online, διαρκώς ανανεούμενη πληροφορία. Όμως πλέον, το πραγματικό disruption δεν εντοπίζεται απλώς στην ταχύτητα, αλλά στο γεγονός ότι ο ίδιος ο καταναλωτής αποτελεί πια μέρος της εξίσωσης.
Πλατφόρμες όπως το Instagram, το Pinterest, το TikTok και το YouTube λειτουργούν ως τεράστιες δεξαμενές δεδομένων, όπου εταιρείες χρησιμοποιούν τεχνολογίες computer vision για να αναλύσουν εκατομμύρια εικόνες. Έτσι, το trend forecasting απέκτησε analytics. Ο forecaster δεν βασίζεται πλέον στη διαίσθηση, αλλά σε μετρήσιμα δεδομένα, παρατηρώντας την πορεία ενός fashion attribute σε πραγματικό χρόνο, πριν καν αυτό μετατραπεί σε μαζικό κίνημα.

Αυτή η νέα εποχή βασίζεται στον εντοπισμό πρώιμων "σημάτων" (signals), με τις σύγχρονες έρευνες (όπως αυτή του The Korean Society of Clothing and Textiles του 2024, αλλά και τo Forecasting Fashion Sales With Social Media Signals: Insights From Amazon, Twitter, and Google Trends που δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες στο Journal of Forecasting) να επιβεβαιώνουν ότι τα social media signals βελτιώνουν θεαματικά την πρόβλεψη της ζήτησης. Αν και το TikTok συχνά κατηγορείται ότι "δημιουργεί" τάσεις και μικρο-τάσεις, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός, δίνοντας εύληπτα ονόματα σε υφιστάμενες αισθητικές (όπως mob wife, clean girl, balletcore) και εκτοξεύοντάς τις στη σφαίρα του mainstream.
Έτσι γεννιέται λοιπόν ένα trend
Μία τάση μπορεί να ξεκινήσει από μια κοινωνική τάση, έναν σχεδιαστή, ή έναν ψηφιακό δημιουργό στα social media και να ακολουθήσει πολλαπλές, απρόβλεπτες διαδρομές. Η μόδα δεν λειτουργεί ως πυραμίδα που επιβάλλεται από πάνω προς τα κάτω, είναι ένα σύνθετο, αμφίδρομο και πολυδιάστατο δίκτυο.
Όπως αναφέρει στο σημαντικό κείμενό του ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Herbert Blumer "Fashion: From Class Differentiation to Collective Selection” (1969), μόδα διαμορφώνεται μέσα από ένα "collective selection”. Πολλοί συμμετέχοντες αξιολογούν και επιλέγουν ανάμεσα σε πιθανές μορφές και σταδιακά κάποια από αυτές αποκτά momentum.
Πώς όμως βλέπουμε μία τάση να εμφανίζεται στις συλλογές σχεδιαστών με εντελώς διαφορετική αισθητική ταυτότητα μεταξύ τους; Γιατί, για παράδειγμα, το peplum έγινε μία από τις πιο δημοφιλής γραμμές για τη σεζόν που διανύουμε; Η ταυτόχρονη εμφάνιση παρόμοιων ιδεών σε διαφορετικές συλλογές πηγάζει από το γεγονός ότι οι δημιουργοί αναπνέουν τον αέρα της ίδιας εποχής. Βλέπουν τις ίδιες ταινίες, παρατηρούν ποιο είδος μουσικής ανεβαίνει, λαμβάνουν τα ίδια κοινωνικά και οικονομικά σήματα, έχουν πρόσβαση σε κοινά αρχεία και reports.


Έτσι, όταν το peplum εμφανίζεται ταυτόχρονα σε οίκους όπως Dior, Givenchy και Stella McCartney, δεν πρόκειται για κάποια κρυφή συνεννόηση. Δεν τους ψιθύρισε ο fashion Θεός στ’ αυτί ότι θα ήταν υπέροχη ιδέα το peplum να επιστρέψει. Πρόκειται για διαφορετικές ερμηνείες μιας αισθητικής που ήδη φέρει αρκετή πολιτισμική ενέργεια.
Στην πραγματικότητα λοιπόν, ένα trend δεν ορίζεται από την πρώτη του εμφάνιση, αλλά από τη σταδιακή συσσώρευση της δυναμικής του. Η διαδικασία ξεκινά όταν ένας οίκος προσφέρει τη θεσμική εγκυρότητα, δηλαδή την πρώτη δειλή εμφάνιση στο catwalk. Συνεχίζει με την επανάληψη από άλλους σχεδιαστές και τη δημοσιότητα μέσω celebrities. Και ολοκληρώνεται με τη μαζική παραγωγή και την αλγοριθμική του διάχυση στα social media.
Η μόδα γεννιέται ακριβώς στο σημείο όπου η προσωπική έμπνευση του σχεδιαστή συναντά τη συλλογική ετοιμότητα. Για να μετατραπεί ένα ρούχο σε τάση, απαιτείται το όραμα του designer, η τεχνική ικανότητα παραγωγής του ρούχου όπως το έχει φανταστεί, η εμπορική ανάγκη της αγοράς και, πάνω από όλα, ένα βαθύτερο πολιτισμικό νόημα με το οποίο το κοινό είναι έτοιμο να ταυτιστεί.
Η ερώτηση "Ποιος αποφασίζει τι φοράμε;”, μπορεί να πει κανείς ότι είναι εφάμιλλη με το φιλοσοφικό παράδοξο "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;", αλλά ακριβώς αυτή είναι η μαγεία της μόδας, η μαγεία των τάσεων.
Την επόμενη φορά που θα παρακολουθήσεις λοιπόν ένα catwalk και θα αρχίσεις να εντοπίζεις τις αναδυόμενες τάσεις της σεζόν που έρχεται, θα ξέρεις ότι πίσω από κάθε ραφή, κάθε κέντημα, κάθε επιλογή χρώματος ή τυπώματος υπάρχουν ασύλληπτα επίπεδα με κυρίαρχο βέβαια τη ματιά του κάθε σχεδιαστή που εμπνέεται, γεννά και εκτελεί.


