Η έλευση του Jonathan Anderson στον οίκο Dior σήμανε την αρχή μιας νέας εποχής, αλλά η πρώτη του συλλογή Υψηλής Ραπτικής για τη σεζόν Άνοιξη/Καλοκαίρι 2026 ήταν εκείνη που σφράγισε τη μοίρα του ως τον απόλυτο αναμορφωτή της παριζιάνικης κληρονομιάς. Στο Musée Rodin, υπό τους ήχους του Vivaldi και κάτω από μια οροφή καλυμμένη με βρύα και κυκλάμινα, ο Anderson παρουσίασε ένα όραμα που ισορροπούσε ανάμεσα στον απόλυτο σεβασμό και την εικονοκλαστική διάθεση. Δεν ήταν απλώς μια επίδειξη μόδας. Ήταν μια κατάθεση ψυχής για τη διάσωση μιας "τέχνης υπό εξαφάνιση", όπως ο ίδιος χαρακτήρισε το métier της ραπτικής.




Η έμπνευση για αυτή τη συλλογή είχε μια αφετηρία βαθιά προσωπική και συγκινητική. Μια ανθοδέσμη από κυκλάμινα, δώρο του John Galliano προς τον Anderson, έγινε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Ο Galliano, ο οποίος κάθισε στην πρώτη σειρά απέναντι από την Brigitte Macron, επέστρεψε στον οίκο μετά από χρόνια ως ο πνευματικός μέντορας του Anderson, δίνοντάς του μια απλή αλλά ισχυρή συμβουλή: "Όσο περισσότερο αγαπάς το brand, τόσο περισσότερο θα σου δώσει πίσω". Και ο Anderson φαίνεται πως αγάπησε τον Dior με έναν τρόπο πρωτόγνωρο, μετατρέποντας το ατελιέ σε ένα "θερμοκήπιο" ιδεών και αναζητήσεων.





Η συλλογή άνοιξε με μια τριάδα φορεμάτων που παρέπεμπαν στις γλυπτικές φόρμες της Κενυάτισσας καλλιτέχνιδας Magdalene Odundo. Αυτές οι σιλουέτες, με τους όγκους σε σχήμα υδρίας και τις πτυχώσεις που αψηφούσαν τη βαρύτητα, έδωσαν το στίγμα μιας νέας "ελαφριάς δομής" για τον Dior. Ο Anderson απέρριψε την ιδέα ότι η υψηλή ραπτική πρέπει απαραίτητα να βασίζεται σε σκληρούς κορσέδες. Αντίθετα, εισήγαγε το πλεκτό ως ένα high-fashion στοιχείο, αποδεικνύοντας ότι η χειροποίητη πλέξη μπορεί να είναι εξίσου πολυτελής με το μετάξι. Τα "high-low" σύνολα, όπου πολυτελείς φούστες συνδυάζονταν με διάφανες ριμπ φανέλες, έδωσαν μια απάντηση σε όσους αναρωτιούνται αν η ραπτική μπορεί να είναι "cool" και σύγχρονη.




Το "Wunderkammer" ή "δωμάτιο των αξιοπερίεργων", όπως ονόμασε τη συλλογή, ήταν γεμάτο από αναφορές στη φύση, άλλοτε πραγματική και άλλοτε σουρεαλιστική. Είδαμε τοπ που έμοιαζαν με κοχύλια, φολίδες από φτερά που θύμιζαν φωτογραφίες από φτερούγες πεταλούδας και τσάντες σε σχήμα κρυστάλλου ή θαλάσσιου ερπετού. Η εμμονή του σχεδιαστή με το analog και το χειροποίητο ήταν διάχυτη: από τα loafers φτιαγμένα από υφάσματα του 18ου αιώνα μέχρι τα κοσμήματα από αλουμίνιο που έμοιαζαν με αληθινά λουλούδια. Η συλλογή δεν ήταν απλώς μια σειρά από ρούχα, αλλά ένα αρχείο ζωντανής γνώσης, όπου η κληρονομιά του Raf Simons και η θεατρικότητα του Galliano συναντούσαν την ιδιοφυή εκκεντρικότητα του ίδιου του Anderson.







Η κορύφωση ήρθε με την πρώτη του νύφη, την Mona Tougaard, η οποία έκλεισε το show με ένα ασύμμετρο λευκό φόρεμα με "zigzag" κόψιμο, μια τεχνική του οίκου από το 1948. Η συλλογή αυτή δεν ήταν μόνο μια θριαμβευτική πρεμιέρα, αλλά ήταν μια υπενθύμιση ότι η υψηλή ραπτική υπάρχει για να προκαλεί συναίσθημα. Ο Jonathan Anderson δεν αρκέστηκε στο να αναπαράγει το "New Look", αλλά δημιούργησε ένα "Living Look", μια πρόσκληση για επιστροφή στον φυσικό κόσμο, στην τέχνη και στην απόλυτη ακρίβεια που μόνο το ανθρώπινο χέρι μπορεί να επιτύχει.