<p style="margin-bottom: 0cm;"><span lang="el-GR">Ένα από <span data-scaytid="1" data-scayt_word="τα">τα</span> <span data-scaytid="3" data-scayt_word="enfants">enfants</span> <span data-scaytid="5" data-scayt_word="gâtés">gâtés</span> του <span data-scaytid="7" data-scayt_word="νέου">νέου</span> <span data-scaytid="9" data-scayt_word="ελληνικού">ελληνικού</span> <span data-scaytid="11" data-scayt_word="θεάτρου">θεάτρου</span> <span data-scaytid="13" data-scayt_word="μοιράζεται">μοιράζεται</span> <span data-scaytid="15" data-scayt_word="μαζί">μαζί</span> μας τις <span data-scaytid="17" data-scayt_word="σκέψεις">σκέψεις</span> </span><span lang="el-GR" data-temp="true">του.</span></p>
Ένα από τα πολυσηζητημένα enfants gâtés του νέου ελληνικού θεάτρου – ή καλύτερα να πούμε πολυεργαλεία; Ο Κώστας Γάκης πέρα από την έξυπνα οικονομική και κλασική Κατσαρίδα, την οποία σκηνοθετεί πλέον, παίζει και στη Ζωή Στο Θέατρο και μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις του. Από τον Δημήτρη Βραχνό.Έχω την εντύπωση ότι ο Κώστας Γάκης θα μπορούσε να κυκλοφορεί διαρκώς με μια κιθάρα – ακόμη και στο σούπερ μάρκετ. Και φαντάζομαι πως θα σκάρωνε διαρκώς τραγούδια. Στους διαδρόμους με τα ατελείωτα, πολύχρωμα ράφια θα εμπνεόταν για την ποικιλία των επιλογών μας και τον υπερκαταναλωτισμό. Στο κορίτσι του ταμείου μπορεί να τραγουδούσε κάτι για το χαμόγελό της ή μια ευχή να ξεφύγει γρήγορα από εκεί, για να ακολουθήσει τα όνειρά της. Μπορεί και να το κάνει κιόλας, δεν ξέρω.
Τώρα όμως, που τον έχω ακριβώς απέναντί μου, σε ένα από τα κλασικά στέκια των Εξαρχείων, δεν κρατά καμία κιθάρα. Απλώς με κοιτάζει μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα, που κατορθώνει να σκίσει τις σχεδόν εφηβικές μπούκλες που ξεκουράζονται λίγο πάνω από τα βλέφαρά του. Καταλαβαίνω πως μια τέτοια εισαγωγή προδιαθέτει για μια συνέντευξη με ένα μουσικό ή έναν τραγουδιστή. Και όχι μ’ έναν άνθρωπο του θεάτρου που κουβαλά στις πλάτες του ένα βραβείο Χορν, το κομμάτι της επιτυχίας της ιδιαίτερης και σουρεαλιστικής Κατσαρίδας που του αναλογεί και τη σφραγίδα του σε έξυπνες παραγωγές, όπως, για παράδειγμα, Ο Διχοτομημένος Ιπποκόμης.
Για να μην αναφέρουμε και κάποιες τηλεοπτικές συμμετοχές στην Ιωάννα της Καρδιάς και στα Μυστικά της Εδέμ, που τον έκαναν γνωστό στις μαμάδες. Αλλά αυτή είναι η μεγάλη διαφορά για τον Κώστα Γάκη και για όλα τα νέα παιδιά σαν τον Κώστα. Δεν είναι ούτε ζεν πρεμιέ ούτε απλώς ερμηνευτές ενός ρόλου. Γράφουν, παίζουν, τραγουδούν, σκηνοθετούν, σκηνοθετούνται. Καθώς λοιπόν δεν υπάρχει καμία μιντιακή ταμπέλα που να τα χωράει όλα αυτά, παρά μόνο αυτή του «καλλιτέχνη», θεώρησα τη συνάντησή μας μια καλή αφορμή να μπούμε για λίγο στο μυαλό ενός αεικίνητου 35χρονου, που κατορθώνει ταυτόχρονα:
-
Να παίζει στο θέατρο σε δύο παραστάσεις: στην Κατσαρίδα στο Θέατρο Αθηνών και στο Η Ζωή Ενός Ηθοποιού στο Rabbithole.
-
Να σκηνοθετεί – την Κατσαρίδα.
-
Να γράφει.
-
Να τραγουδά και να παίζει μελωδίες στην κιθάρα ή στο πιάνο του.
-
Να ανεβάζει στο Youtube αυτοσχέδια τραγούδια, όπως αυτό για το περιβόητο «Μαζί τα φάγαμε».
-
Να διδάσκει σε δραματικές σχολές.
-
Ν α αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα ονόματα του νέου ελληνικού θεάτρου, ως πολυεργαλείο και όχι ως ένας απλός ηθοποιός.
Υπάρχουν μέρες που σηκώνεσαι από το κρεβάτι σου και δεν έχεις να κάνεις τίποτα απολύτως;
Η αλήθεια είναι πως τώρα τελευταία δεν υπάρχουν. Αλλά το προηγούμενο καλοκαίρι, μετά την υπερφόρτωση της τελευταίας δεκαετίας, αποφάσισα να κάνω δύο ολόκληρους μήνες διακοπές. Κι έτσι πήγα ένα μήνα στη Μυτιλήνη κι ένα μήνα στην Ικαρία. Οπότε είχα όλο αυτό τον ελεύθερο χρόνο να σκεφτώ και να κάνω πράγματα για τον εαυτό μου.
Και άντεξες να μην κάνεις τίποτα για δύο μήνες;
Κοίτα, αφού πέρασαν οι πρώτες τέσσερις μέρες, μετά άρχισα να παίζω πιάνο και κιθάρα.
Ο Κώστας μεγάλωσε στην Ηλιούπολη. Με γονείς που του έδωσαν πολύ καλά εφόδια για τη μετέπειτα ζωή του, αποφεύγοντας να τον φορτώνουν με φόβους ή με δικές τους προβολές. Ή τουλάχιστον, όπως ισχυρίζεται, «κατάφεραν να τις μειώσουν αρκετά». Η μαμά κοινωνική λειτουργός, ο μπαμπάς κοινωνιολόγος. Πέρα από τη μόρφωση και τη μεγάλη βιβλιοθήκη που υπήρχε στο σπίτι, υπήρχε και μια μεγάλη ελευθερία.
Δηλαδή;
Για παράδειγμα, στο Λύκειο ήμουν ένας μέτριος μαθητής. Παρ' όλα αυτά μου άρεσε να πηγαίνω στο σχολείο. Οι μοναδικές κοπάνες που έκανα ήταν Παρασκευές. Κι αυτό επειδή είχα ζητήσει από τους γονείς μου να πηγαίνω στην Ικαρία, απ’ όπου κατάγομαι κατά το ήμισυ, για κάποια τριήμερα. Και με άφηναν. Έτσι έφευγα με το καράβι Πέμπτη βράδυ, γύριζα Κυριακή βράδυ, άρα Δευτέρα πρωί ήμουν κανονικά στο σχολείο και πάλι.
Και ταξίδευες μόνος σ’ αυτή την ηλικία;|
Ναι. Και με πολλά μποφόρ ακόμα, να φανταστείς. Κι έμενα στο παλιό αρχοντικό που έχουμε, με κάτι πατώματα που έτριζαν... Ένιωθα όμως πως έτσι υπήρχε μια αίσθηση συμφιλίωσης με τους προγόνους μου. Και με τη μνήμη, γενικότερα.
Νομίζω πως από μικρός ήσουν ένα μάλλον διαφορετικό παιδί.
Ναι. Λίγο «κουνημένο». Δεν έβγαινα δηλαδή σε μπαρ ή σε κλαμπ και σε τέτοια.
Τα διαφορετικά παιδιά, αυτά που δεν είναι σαν τα υπόλοιπα στο σχολείο, δηλαδή, τα περίεργα, πάντα έχουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Και πάντα νιώθουν μια μεγάλη λύτρωση όταν συναντούν τον πρώτο άνθρωπο που μιλάει τη γλώσσα τους. Έτσι μπήκε στη ζωή του Κώστα Γάκη, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου. Συμφοιτητής στο Εθνικό, επίσης καλλιτεχνική φύση. Συνεργάτης, φίλος, συνδημιουργός της Κατσαρίδας. Από τα επίσης ελπιδοφόρα ονόματα του σύγχρονου νέου ελληνικού θεάτρου.
Κι ακόμη καλός φίλος;
Ο καλύτερος. Και δεν είναι εύκολο, ξέρεις. Όταν ξεκινάς μαζί με κάποιον και κάνετε κάτι που πάει τόσο καλά, όπως η Kατσαρίδα, μετά θέλει πολύ θάρρος για να πεις, «ωραία, τώρα ας κάνουμε και κάτι διαφορετικό, για να ξαναβρεθούμε ύστερα από λίγο».
Θα ξαναβρεθείτε δημιουργικά;
Στο τέλος της χρονιάς θα ξεκινήσουμε πρόβες για κάτι που θα κάνουμε του χρόνου μαζί, θα το σκηνοθετήσω εγώ κι ο Βασίλης θα παίξει ως ηθοποιός.
Στη νέα αυτή παράσταση, όπως μας είπε ο Κώστας, θα θίγεται το αν ο έρωτας είναι μια πραγματικότητα ή μια φαντασίωση ή μια προβολή μας στον άλλο, με αφορμή μια γυναίκα που αναλύεται – θα την υποδύεται η Υβόννη Μαλτέζου.
Είσαι εξοικειωμένος με την ανάλυση;
Ελάχιστα. Αλλά αναλύομαι μέσα από τους φίλους και την τέχνη.
Ίσως σε βοήθησε και το ότι η μαμά σου είναι κοινωνική λειτουργός.
Η μαμά μου έλεγε σ’ εμένα και την αδελφή μου: η καλύτερη ανάλυση είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Να είσαι ανοιχτός και να μπορείς να δουλεύεις τον εαυτό σου μαζί με τους άλλους, καλλιεργώντας υγιείς σχέσεις, για να μπορεί να σου πει ο άλλος, «Επ, εδώ ξεφεύγεις, αυτό ίσως δεν είναι ο εαυτός σου».
Κι από την ανάλυση, στο σουρεαλισμό. Φέρνω στο μυαλό μου τη διάσημη πλέον παράσταση Κατσαρίδα, που ανεβαίνει και πάλι φέτος στο Βρετάνια με συμπρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μακαλιά.
Ένα έργο για μια Κατσαρίδα που θέλει να φτάσει στο φεγγάρι, μια επιτυχία που προέκυψε επειδή δύο νέα παιδιά άφησαν τη φαντασία τους να παραβεί τους κανόνες της λογικής. Βασίζομαι σε μια παλιότερη δήλωση του Κώστα Γάκη για το φλερτ του με την ελευθερία του ντανταϊσμού. Για την ποίηση, ας πούμε, που μπορεί να προκύψει, βάζοντας άσχετες λέξεις τυχαία τη μία δίπλα στην άλλη.
Ήσουν από μικρός έτσι;
Πάντα ήθελα να ελευθερώνονται τα πράγματα από τη μορφή, τη φόρμα. Θυμάμαι στο συγκρότημα στο σχολείο, που παίζαμε το Άννα Μην Κλαις στις γιορτές και μετά συνέχιζα λίγο σόλο. Έπρεπε να φεύγει η μελωδία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά υπάρχει μια διάθεση για παρέκκλιση, ίσως να είναι το λοξό της Ικαρίας.
Πώς θα διαφήμιζες την Κατσαρίδα σε κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με τη σουρεαλιστική-ντανταϊστική σας διάθεση;
Δεν θα του έλεγα τίποτα. Να μην ενισχυθεί με καμία εφεδρεία γνώσης ή «κουλτούρας». Αντίθετα να έρθει περιμένοντας να δει θέατρο. Αυτό που ζούμε στην Κατσαρίδα είναι ότι μέχρι το μισό του τρίτου κεφαλαίου το κοινό που δεν έχει εξοικειωθεί με το είδος θεάτρου που κάνουμε είναι λίγο μουδιασμένο. Αλλά μετά, σιγά σιγά, στη διάρκεια της παράστασης αφήνεται και κατανοεί ποιος είναι ο κώδικας. Η μαγεία κρύβεται σ’ ένα συνδυασμό role playing κι «αλληλοδράσης» με ένα θέατρο αφήγησης.
Τώρα που σκηνοθετείς εσύ την παράσταση υπάρχουν βασικές αλλαγές;
Επέστρεψα στην αρχική σύλληψη που είχαμε με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου την πρώτη χρονιά, που ήταν ένα αρκετά γρήγορο θέαμα, γιατί με την πάροδο των χρόνων η παράσταση είχε φτάσει να έχει διάρκεια 1 ώρα και 50 λεπτά λόγω των πολλών ενέσεων χιούμορ. Τώρα φτάσαμε σε μια πιο λιτή μορφή πάρα πολύ γρήγορης και κοφτής αφήγησης, που δεν υπογραμμίζει καθόλου τα αστεία, επιμένοντας σε ένα πιο μελαγχολικό χιούμορ. Ενισχύσαμε πιο πολύ τα χιπ χοπ στοιχεία του έργου, σε άλλα σημεία δανειστήκαμε στοιχεία από τη γλώσσα του κουκλοθεάτρου, άρα, ναι έχει αλλάξει αρκετά η παράσταση.
Η Κατσαρίδα, ως ένα πολύ low budget εγχείρημα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για νέους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα στην Ελλάδα σήμερα. Συμφωνείς;
Είναι ένας δονκιχωτισμός που επιμένει μέσα μου. Ότι μ’ ελάχιστα μέσα, δηλαδή, και μ' ένα αρκετά εξασκημένο σώμα μπορείς επί σκηνής να κρατήσεις ζωντανό ένα όνειρο χωρίς δάνεια από ακριβή σκηνογραφία ή βοήθεια από τα μίντια. Από την άλλη, ενέχει κι έναν κίνδυνο το low budget: να σου γυρίσει μπούμερανγκ. Όταν χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από την παραγωγή, δεν θα σου το δώσουν τόσο εύκολα. Θα σου ζητήσουν να σκεφτείς και πάλι κάτι low budget.
Η κουβέντα για το θέατρο μ’ ένα νέο παιδί που το αγαπά τόσο πολύ μπορεί να κρατήσει ώρες. Και να είναι κι ενδιαφέρουσα. Και η ευκαιρία μας ομολογουμένως είναι καλή, καθώς μιλάω με κάποιον που προσεγγίζει το θέατρο σφαιρικά, μέσα από αρκετές ιδιότητες, συνδυάζοντας πολλά είδη μαζί. Για παράδειγμα, στην Κατσαρίδα μιλά, τραγουδά, κάνει κάτι σαν stand-up, δεν σταματά ούτε στιγμή. Προφανώς επειδή έτσι τον βολεύει να εκφράζεται καλλιτεχνικά. Δεν θα παραλείψει, όμως, να τονίσει πόσο πολύ απολαμβάνει και την άλλη θεατρική του πτυχή: αυτή του ερμηνευτή, στην παράσταση Μια Ζωή στο Θέατρο, στο έργο του Μάμετ που σκηνοθετεί ο Αλέξης Ρίγλης. Μιλά για τη συγκεκριμένη παράσταση με ενθουσιασμό.
«Εκτιμώ πάρα πολύ το συμπρωταγωνιστή μου Χρήστο Στέργιογλου και αισθάνομαι πολύ τυχερός που παίζω σ’ ένα έργο αυτοαναφορικό για το ίδιο το θέατρο, τη ζωή των ηθοποιών, για τις παλιές καραβάνες και τους υπεραισιόδοξους νέους. Είναι σαν να κάνεις μια μικρή ψυχανάλυση», θα μου πει πίνοντας την τελευταία γουλιά της ζεστής σοκολάτας του. Και θα μου εξομολογηθεί πόσο πολύ χαίρεται για την επιμονή του Αλέξη Ρίγλη στο όραμά του ως σκηνοθέτη, που δεν αφήνει τίποτα περιττό ή φαμφαρόνικο επί σκηνής.
«Με γοητεύει αυτό. Τον τελευταίο καιρό υπάρχει μια φασαρία επί σκηνής, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου... Σκέφτομαι πως η συμμετοχή μου σε αυτή την παράσταση είναι ένα πέρασμα από μια εφηβεία της σκηνής σε μια μεγαλύτερη ωριμότητα. Ο Αλέξης μ’ έβαλε ξανά στη χαρά του να πλάθεις ένα ρόλο. Στη χαρά του θεάτρου. Κάτι διαφορετικό από το είδος του “συνδυασμένου σόου”».
Και κάτι ακόμη. Γιατί, πιστεύεις σου αρέσει τόσο πολύ τραγούδι;
Είναι μια αίσθηση πως μπορώ να προστατευτώ από το δύσκολο κόσμο. Εξάλλου ο καθένας μας, πιστεύω, πως έχει εν υπνώσει ένα αντανακλαστικό τραγουδιού. Κάποτε, δυο και τρεις γενιές πίσω, τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Στα χωράφια.
INFO
Ο Κώστας Γάκης πρωταγωνιστεί στις παραστάσεις:
Η Ζωή στο Θέατρο, Rabbithole, Γερμανικού 20, Μεταξουργείο (Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή)
Κατσαρίδα, Θέατρο Αθηνών, Βουκουρεστίου 10, Κέντρο (Δευτέρα, Τρίτη)