@megaron.gr
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών επιστρέφει για τρίτο καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης, παρουσιάζοντας στις 11 Ιουλίου την όπερα "Ορφέας και Ευρυδίκη" του Gluck, με την Καμεράτα υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου και την Teresa Iervolino στον ρόλο του Ορφέα.
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών επιστρέφει για τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης, παρουσιάζοντας την όπερα "Ορφέας και Ευρυδίκη" του Christoph Willibald Gluck, το Σάββατο 11 Ιουλίου στις 20:30.
Η παραγωγή θα παρουσιαστεί με την Καμεράτα - Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου. Στους βασικούς ρόλους εμφανίζονται οι Teresa Iervolino, Μαρία Κοσοβίτσα και Μαριλένα Στριφτόμπολα, ενώ συμμετέχει η Χορωδία Δωματίου Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου.
Ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης είναι από τους πιο διαχρονικούς της όπερας. Έχει εμπνεύσει συνθέτες από τον Jacopo Peri, τον Luigi Rossi και τον Claudio Monteverdi έως τον Joseph Haydn, τον Jacques Offenbach, τον Hans Werner Henze και τον Philip Glass. Ωστόσο, η εκδοχή του Gluck, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βιέννη το 1762, θεωρείται ένα έργο-σταθμός για την ιστορία του είδους.
Με τον "Ορφέα", ο Gluck άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν η όπερα στην εποχή του. Άφησε στην άκρη την υπερβολική διακόσμηση και τις επιδείξεις δεξιοτεχνίας που συχνά αποσπούσαν την προσοχή από το δράμα και έδωσε έμφαση στην καθαρότητα της μουσικής αφήγησης και στο ανθρώπινο συναίσθημα. Η παρισινή εκδοχή του έργου, το 1774, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και συνέβαλε ώστε η όπερα να παραμείνει ζωντανή και μέσα στον 19ο αιώνα.
Η εκδοχή που παρουσιάζεται στη Μεσσήνη συνδέεται και με τον Hector Berlioz, έναν από τους μεγάλους θαυμαστές του Gluck. Το 1859, ο διευθυντής του Théâtre Lyrique του Παρισιού ζήτησε από τον Berlioz να επιμεληθεί μια νέα εκδοχή του "Ορφέα", με τον ομώνυμο ρόλο να προορίζεται για την περίφημη κοντράλτο Pauline Viardot. Στη διαδικασία συμμετείχαν επίσης η ίδια η Viardot, η οποία συνέθεσε την περίφημη καντέντσα στην άρια "Objet de mon amour", ο νεαρός τότε Camille Saint-Saëns, αλλά και ο 17χρονος Jules Massenet, που έπαιξε τύμπανα στην ορχήστρα.
Ο Berlioz συνδύασε τις δύο αυθεντικές εκδοχές του έργου, του 1762 και του 1774, και ανανέωσε την ενορχήστρωση με σεβασμό στο πνεύμα του Gluck. Το αποτέλεσμα είναι μια εκδοχή που κρατά την καθαρότητα του αρχικού έργου, αλλά διαθέτει και τη δραματική ένταση που συνδέεται με τον ρομαντισμό.
Η υπόθεση παραμένει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες στην ιστορία της μουσικής. Ο Ορφέας θρηνεί την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Ο Θεός Έρωτας τού δίνει την ευκαιρία να κατέβει στον Άδη και να τη φέρει πίσω, με έναν όρο: να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να βγουν στο φως. Η διαδρομή του περνά από τον θρήνο του "Objet de mon amour", τη σκοτεινή παρουσία των Ερινυών, τη γαλήνη των Ηλυσίων Πεδίων με το γνωστό σόλο φλάουτου και την κορυφαία άρια "J’ai perdu mon Euridice". Όταν ο Ορφέας τελικά λυγίζει και γυρίζει να κοιτάξει την Ευρυδίκη, την χάνει για δεύτερη φορά.
Ο Γιώργος Πέτρου περιγράφει το έργο ως μια όπερα όπου "κάθε νότα ρωτά το ίδιο πράγμα: μπορεί η τέχνη να νικήσει τον θάνατο;". Όπως σημειώνει, ο Gluck απαντά "ναι, με την ομορφιά", ενώ ο Berlioz συμπληρώνει "όχι, αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πιστέψει". Για τον ίδιο, ο "Ορφέας" είναι "καθαρός σαν μαρμάρινο γλυπτό, αλλά με καρδιά που χτυπά σαν ρομαντική. Λιτός, διαυγής, αμείλικτος".
Στον ρόλο του Ορφέα εμφανίζεται η Teresa Iervolino, μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες μεσοφώνους, η οποία ερμηνεύει για πρώτη φορά τον ρόλο που ο Berlioz διαμόρφωσε για τη Pauline Viardot. Η Iervolino θεωρείται ειδική σε ρόλους του μπελκάντο και του μπαρόκ και έχει εμφανιστεί σε μερικές από τις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές και διοργανώσεις διεθνώς, όπως η Bayerische Staatsoper, η Rome Opera, η National Opera Amsterdam, το Teatro San Carlo, το Rossini Opera Festival, η Arena di Verona, το Teatro Real de Madrid, το Liceu Barcelona, το Salzburg Festival, η Teatro alla Scala και η Opéra de Paris.
Η παρουσίαση της όπερας στο Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης δίνει στην παραγωγή ένα ιδιαίτερο σκηνικό βάρος. Το έργο του Gluck, βασισμένο σε έναν από τους πιο γνωστούς μύθους της αρχαιότητας, συναντά έναν χώρο με δική του ιστορική μνήμη, σε μια καλοκαιρινή παράσταση που συνδυάζει αρχαίο θέατρο, όπερα και ζωντανή ορχήστρα.