Σε μία καθημερινότητα που αναδομείται on repeat, υπάρχουν μερικά σταθερά ραντεβού. Παντός καιρού. Το ραντεβού μας με τον πολιτισμό, την τέχνη, τη γεύση, το design, την αισθητική. Τη συνάντηση με το #theaftertaste, το οποίο κάθε εβδομάδα ξεχωρίζει τα καλύτερα από όσα συμβαίνουν στην πόλη που δεν σταματά να (ανα)γεννάται μέσα από την ύπαρξη της.
Είδαμε:
Μία site-specific θεατρική εμπειρία. Περπατώ κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού έχοντας το GPS ανοιχτό. Συνθήκη ξένη για εμένα, δεδομένου ότι ο προορισμός μου βρίσκεται επί του γνωστού δρόμου, λίγα μόλις λεπτά από τον σταθμό του μετρό. Μία ευθεία, δηλαδή. Είναι Κυριακή, μισή ώρα περίπου πριν τις 20:00, και ετοιμάζομαι να παρακολουθήσω ένα δρώμενο που ήθελα εδώ και καιρό. Μία δόνηση και ένα φωνητικό μήνυμα με ειδοποιούν ότι έφτασα. Στο δεξί μου χέρι, εντοπίζω μόνο μία κλειστή πόρτα και περίπου τριάντα θεατές που υπομονετικά περιμένουν απ' έξω. Τίποτα δεν μαρτυρά ότι σε αυτόν τον industrial χώρο πραγματοποιείται τρεις φορές την εβδομάδα θεατρική παράσταση. Εκτός, από ένα σύμβολο σε μορφή σπιράλ.

Ίσως επειδή δεν είναι θέατρο με την κλασική έννοια. Αλλά, ένας πρώην βιομηχανικός χώρος, αυτός της ΦΙΑΤ, ο οποίος διατηρώντας την τραχιά του ταυτότητα και μετά τις απαραίτητες (ελάχιστες) σμιλεύσεις έχει μετατραπεί στο σημείο όπου η "Ολική Άμεση Συλλογική Επικείμενη Επίγεια Σωτηρία", το έργο του Tim Crouch, σε θέτει αντιμέτωπο με μία αντίστροφη μέτρηση: εκείνη του τέλους του κόσμου, όπως ορίζεται και επιτρέπεται ο τελευταίος να γίνει αντιληπτός.

Πριν, όμως, από αυτό, έχεις παραδώσει το τηλέφωνό σου, ίσως καθίσει μακριά από το plus one σου – οι θέσεις επιλέγονται από τον Πατέρα, στην περίπτωσή μας από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, ο οποίος σε υποδέχεται ρωτώντας το όνομά σου και προσφέροντας ένα ζεστό ποτήρι νερό, το οποίο ευφυώς ονομάζει τσάι – μέρος μίας μυσταγωγικής συνθήκης, η οποία ταιριάζει τόσο στην πειραματική γραφή του Βρετανού συγγραφέα και σε μία παράσταση που από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι διαφέρει.

"Καλησπέρα, σας ευχαριστούμε που είστε μαζί μας", υπογραμμίζει ο δημοφιλής ηθοποιός σηματοδοτώντας την έναρξη της θεατρικής εμπειρίας. Ζητά μόνο ένα πράγμα: κάθε θεατής – μέλος, ο οποίος κάθεται σε κυκλική διάταξη να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες. Να συγχρονίσει τις ανάσες του με τους υπόλοιπους, να απαντήσει σε μερικές εναρκτήριες ερωτήσεις, να διαβάσει ένα μέρος από το κείμενο της παράστασης, το οποίο είναι τοποθετημένο κάτω από τις καρέκλες σε μορφή βιβλίου, να πιστέψει ότι για τα επόμενα ενενήντα λεπτά δεν είναι απλά παρατηρητής της ιστορίας, αλλά μέλος της.

Θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς ως μία ιδιότυπη αίρεση, μία συμφωνία σιωπής ανάμεσα στους παρευρισκόμενους με πρωταγωνίστριες δύο γυναίκες: τη νεαρή Σολ (πρώην Μπόνι) και τη μητέρα της, Άννα, η οποία μετά από αρκετά χρόνια ακούσιας απουσίας επιστρέφει στη ζωή της προκειμένου να τη σώσει από την άφιξη της "μαύρης τρύπας" που την οδηγεί, σύμφωνα με τον Πατέρα, στη "γη της επαγγελίας". Έχει μόνο μερικές ώρες. Και μία νοητικά μεταμορφωμένη κόρη, η οποία πλέον έχει υιοθετήσει τη φιλοσοφία του ηγέτη της αίρεσης, του πατέρα της.

Θέματα εξουσίας – κάθε μορφής - και χειραγώγησης, ελευθερίας και ελευθεριότητας, πίστης και αμφισβήτησης, σωτηρίας και τιμωρίας διαποτίζουν τους διαλόγους των δύο γυναικών με την Πέγκυ Τρικαλιώτη (Άννα) να παίζει με τις εντάσεις της φωνής και της ψυχής, παραδίδοντας στα μισά έναν υποδειγματικό μονόλογο και τη Νοεμή Βασιλειάδου (Σολ) να ακροβατεί ανάμεσα στην υπακοή και την αμφισβήτηση, καθιστώντας κάθε θεατή μέλος της ιστορίας της με ένα απλό "οκ". Όλα υπό το βλέμμα του Πατέρα, ο οποίος όσο δεν βρίσκεται στο κέντρο, παρακολουθεί ανάμεσα στο κοινό.

Δεν φεύγεις εύκολα από τον χώρο της ΦΙΑΤ χωρίς να έχει μετατοπιστεί κάτι μέσα σου – η συμμετοχικότητα βοηθά, αλλά και σκεφτεί πόσες αρχές που διέπουν διαχρονικά μία αίρεση ίσως τελικά να περιγράφουν και μία τυπική καθημερινότητα. Τόσο απλά, τόσο (υπερ)ρεαλιστικά. Ο ρόλος του Μάιλς (Πατέρας) έχει διπλή διανομή, ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και τον Γιώργο Βαλαή και η σύγχρονη σκηνοθεσία, αλλά και απόδοση του κειμένου, φέρει την υπογραφή του Αλέξανδρου Ραπτόπουλου.
Δοκιμάσαμε:
Την καρδιά ενός εστιατορίου – ορόσημου. Στο Estiatorio Milos επικρατεί αρμονία. Όχι προσποιητή, ειλικρινής. Άλλωστε, στη γαστρονομική πρόταση του ομώνυμου ξενοδοχείου επί της Κολοκοτρώνη, τίποτα δεν είναι επιτηδευμένο. Η πρώτη ύλη είναι αγνή, κατέχει περίοπτη θέση, ριζώνει σε διαφορετικά σημεία του ελληνικού χάρτη και ταξιδεύει – τηρώντας όλα τα εχέγγυα προστασίας – από την πηγή στο κέντρο της Αθήνας και τις μεγαλύτερες μητροπόλεις παγκοσμίως, εκεί όπου ο Κώστας Σπηλιάδης, ιδιοκτήτης του Milos, ένας σύγχρονος οραματιστής της γαστρονομίας, δεν σερβίρει απλά άριστη γεύση, αλλά ενορχηστρώνει μία εμπειρία με αξοζήλευτη τεχνική και ελληνική ψυχή.

Είχα καιρό να βρεθώ στο Xenodocheio Milos. Με τα μέρη, όμως, που η αύρα τους συγχρονίζεται με την ενέργειά σου, σε ενώνει πάντα κάτι. Εξηγούμαι. Είμαι από τους ανθρώπους που γοητεύομαι από την ουσία και τη διακριτική πολυτέλεια – εκείνη που υπάρχει, τη βιώνεις (δεν την αισθάνεσαι μόνο), αλλά δεν "φωνάζει" σε υψηλή ένταση τον χαρακτήρα της. Ταυτόχρονα, εξελίσσει τον πυρήνα της, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο ατού της. Το εστιατόριο στο ισόγειο του μοναδικού γαστρονομικού ξενοδοχείου στην πρωτεύουσα είναι αυτό ακριβώς.

Στο Milos Athens, η εμπειρία ξεκινά από τη στιγμή που ανοίγεις την κλασική του πόρτα και οδηγείσαι στη ροτόντα σου. Σήμερα, η χρωματική παλέτα έχει ενισχυθεί από ένα θερμό, βαθύ κόκκινο που συμπληρώνει όμορφα το λευκό των τραπεζομάντιλων και το μαύρο στις καρέκλες και τις λεπτομέρειες. Μία στάση στον vintage μεγάλο καθρέφτη και στο σημείο όπου η ψαριά της ημέρας και όσα ο βυθός προσφέρει ηρεμούν πάνω στον πάγο συνιστάται.

Όπως και να ρωτήσεις το ευγενικό προσωπικό με ποια από τις 300 ετικέτες του εγχώριου και διεθνούς αμπελώνα, τις οποίες δύναται να ανακαλύψεις στο κελάρι, στην κορυφή της εμβληματικής εσωτερικής σκάλας στο φινάλε της σάλας, συνοδεύει καλύτερα τα πιάτα που συνθέτουν το γεύμα σου. Εμείς επιλέξαμε ασύρτικο λευκό από το κτήμα Παπαρούσης, μιας και η διάθεση ήταν ψαροφαγική.

Η αρχή γίνεται με τον πλέον γνωστό τρόπο: ζεστό ψωμί, ελαιόλαδο σε ένα μικρό πιάτο και μαϊντανό που ψιλοκόβεται μπροστά σου και προσγειώνονται στο λάδι. Μίνιμαλ και κλασικό. To σεβίτσε λαβράκι συνοδεύεται από φρέσκα κρεμμύδια, φασόλια και τοματίνια σε ένα κράμα με άριστη οξύτητα και δροσιστική επίγευση. Ίσως, η αγαπημένη μου εκδοχή αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Από τα Milos classics, ξεκινήσαμε με τρυφερό χταπόδι Λήμνου, στο οποίο η συνοδεία της απαλής φάβας Σαντορίνης – έχει γίνει προσεκτική δουλειά εδώ – ταιριάζει εκπληκτικά. Πριν προλάβουμε να απολαύσουμε το τελευταίο tidbit, η άφιξη που ακολούθησε ήταν διττή: μία χωριάτικη που ακτινοβολεί τη φρεσκάδα των υλικών της (το κλασικό κόκκινο φρούτο σε ώριμη στιγμή και φέτα με νότες ελαιόλαδου), αλλά και ψητές γαρίδες εποχής.

Αυτό που έφτασε στο τραπέζι, στη συνέχεια, ομολογώ ότι δεν το περίμενα. Ένας τραγανιστός πύργος συντιθέμενος από κολοκυθάκια και μελιτζάνες – κάθε ροδέλα ήταν κομμένη στο ίδιο ακριβώς μέγεθος και σχήμα με την προηγούμενη και την επόμενη, κάτι που αν μη τι άλλο φανερώνει την προσοχή στη λεπτομέρεια που δίνεται εντός της επιβλητικής κουζίνας του Milos Athens. Στο πλάι, μία πληθωρική δόση από ανάλαφρο τζατζίκι και κύβοι από σαγανάκι κρητικής γραβιέρας. Ένα μωσαϊκό, ονόματι Milos Tower, που απολαμβάνεις τη στιγμή που καταφτάνει, ανάμεσα στα πιάτα που έπονται μέχρι το κυρίως, αλλά και στο κρασί σου.

Όσον αφορά το κυρίως, αυτό ήταν ψάρι ημέρας με εκπλήξεις από ελιές και μυρωδικά σε ένα σώμα το οποίο είχε ψηθεί σωστά και καθαριστεί άρτια. Μία ολοκληρωμένη ψαροφαγική πρόταση, η οποία επενδύει σε αυτό που το Milos-verse γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα: να φέρνει με σεβασμό την παράδοση στο σήμερα. Χωρίς φανφάρες και υπερβολές, αλλά ουσιαστικά. Φινάλε με πορτοκαλόπιτα και υποδειγματικό εκμέκ κανταΐφι, ένα αληθινά αρωματικό γλυκό. Και την υπόσχεση σύντομα να τσουγκρίσουμε ξανά τα ποτήρια μας υπό τον ήχο ελληνικής μουσικής σε ένα από τα τραπέζια του Estiatorio Milos. Γιατί, καθετί που ακουμπά το άρτιο, οφείλουμε να το επαναλαμβάνουμε.
Ξεχωρίσαμε:
Μία τιμητική βραδιά στο Ζάππειο Μέγαρο. Το έργο και η προσφορά πρέπει να επιβραβεύονται. Σε κλίμα υψηλού συμβολισμό πραγματοποιήθηκε στο Περιστύλιο του Ζαππείου Μεγάρου η εκδήλωση μνήμης προς τιμήν του Εθνικού Ευεργέτη Ευαγγέλη Ζάππα, που διοργάνωσε η Επιτροπή Ολυμπίων & Ζαππείου Κληροδοτήματος. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, τιμήθηκε για το διαχρονικό και σπουδαίο κοινωνικό του έργο το Ίδρυμα Ευγενίδου, καθώς και ο Πρόεδρός του κ. Λεωνίδας Δημητριάδης-Ευγενίδης.

Βασίλης Κικίλιας, Λεωνίδας Δημητριάδης - Ευγενίδης
Τιμητική πλακέτα επιδόθηκε επίσης από τον πρόεδρο Γεώργιο Παπαναστασίου, την αντιπρόεδρο Μαριάνθη Καφέτζη και το μέλος του ΔΣ του Ζαππείου Κατερίνα Πετρίτση Μουράντ στην Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κα Μαρία Ευθυμίου η οποία απέσπασε θερμό χειροκρότημα κατά την ομιλία της με θέμα: "Χτίζοντας ένα καινούριο εθνικό κράτος: Η συμβολή των Εθνικών Ευεργετών στη ζωή της Ελλάδας".

Κατερίνα Πετρίτση (Μέλος Δ.Σ. Ε. Ο. Κ. Ζαππείου), Μαριάνθη Καφετζή Μαρία Ευθυμίου, Γιώργος Παπαναστασίου (Πρόεδρος Ζαππείου)
Μετά το πέρας της ξεχωριστής βραδιάς, την οποία παρουσίασε η δημοσιογράφος Ειρήνη Νικολοπούλου, ακολούθησε private cocktail με τις προσωπικότητες από τον χώρο του πολιτισμού και του επιχειρείν που έδωσαν το παρών να ξεκινούν ενδιαφέρουσες συζητήσεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
