Ο δραστήριος καλλιτέχνης παρουσιάζει το πρώτο του ολοκληρωμένο σύνολο έργων, με τα όρια ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία να θολώνει.
Δεν του είναι εύκολο να υπολογίσει το χρονικό διάστημα που αφιέρωσε μέχρι να αποφασίσει το τελικό αποτέλεσμα της πρώτης του έκθεσης. Για τη δημιουργία της "Απουσίας του Παρόντος", ο Νίκος Κανόγλου χρειάστηκε σε καθαρούς αριθμούς δώδεκα μήνες. Ο ίδιος, όμως, πιστεύει ότι η προεργασία είχε ξεκινήσει μέσα του νωρίτερα. "Για αυτή την έκθεση εργάστηκα εντατικά επί έναν ολόκληρο χρόνο ως κόστος παραγωγής, ωστόσο πιστεύω πως το αποτέλεσμα συμπυκνώνει δουλειά και εμπειρία πολλών ετών", μού εκμυστηρεύεται.
"Επειδή έχουν προηγηθεί πολλές μελέτες στα θέματα που με απασχολούν, όταν καταλήγω στο τελικό στάδιο σημαίνει ότι έχει εξαντληθεί κάθε σκέψη και κάθε δυνατή ανάπτυξη της ιδέας. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό λειτουργεί ως μονόδρομος. Το τελικό αποτέλεσμα καταλήγει τις περισσότερες φορές να είναι αφαιρετικό, και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο εργάζομαι. Πιστεύω πως η αφαίρεση προκύπτει όταν κάθε τι περιττό ή αφηγηματικό, τουλάχιστον για μένα, έχει απομακρυνθεί, αφήνοντας μόνο το απολύτως απαραίτητο, εκείνο που αξίζει να ειπωθεί", συμπληρώνει δίνοντας μου το καλύτερο έναυσμα για να τον ρωτήσω πώς γεννήθηκε "η Απουσία του Παρόντος", η οποία ξεκινά το δικό της εικαστικό ταξίδι την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου στη γκαλερί Κέννεντυ της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης.

Στην έκθεση παρουσιάζεται μια ενότητα έργων που η ανθρώπινη και ζωική μορφή, καθώς και μυθολογικά μοτίβα, εμφανίζονται ως φορείς μνήμης και εμπειρίας. Ο πυρήνας της εικαστικής διαδικασίας είναι το σχέδιο και η μονοχρωμία, που λειτουργούν ως σταθερή βάση για την ανάπτυξη της εικόνας μέσα από στρώσεις και διαφάνειες υλικού. Στα τελευταία, μπορεί να εντοπίσει κανείς γραφίτη, σινική μελάνη, ορυκτές σκόνες, νεκρές ύλες και επικολλήσεις, τα οποία συνθέτουν επιφάνειες με έντονη υλικότητα και ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.
Τα έργα της έκθεσης έχουν μία κοινή νοηματική γραμμή, ακόμα κι αν η μορφή τους διαφέρει. Είναι το συναίσθημα της απουσίας που μπορεί να γεννηθεί ορισμένες φορές παράλληλα με την παρουσία. Του ζητώ να μου περιγράψει τη θεματική από τη δική του οπτική, εκείνη του πομπού. "Το θέμα της έκθεσης είναι η απουσία των πραγμάτων και το επιδραστικό τους ίχνος. Πέρα από τις γενικές αρχές που με κινητοποιούν, τα θέματα που επιλέγω να εμψυχώσουν αυτές τις αρχές είναι, ενδεικτικά: η κοινωνία των μελισσών και η σοφία που τη διέπει, θεολογικά και μυθολογικά ζητήματα, καθώς και η θέση του ατόμου απέναντι σε φιλοσοφικά ερωτήματα όπως η θυσία, η συγχώρεση, η απληστία, η ματαιοδοξία, η λαγνεία και η τιμωρία. Τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονται ως δομές σκέψης που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο”, μού επισημαίνει, συμπληρώνοντας ότι: "η μεσαιωνική και προνεωτερική φαντασία οργανώνεται γύρω από συμβολικά σχήματα που δεν εξαντλούνται στην ιστορική τους στιγμή, αλλά λειτουργούν ως μνήμη μακράς διάρκειας, ως τρόποι κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης πράξης. Μέσα από αυτή τη λογική, τα μοτίβα που επανέρχονται στο έργο μου επιδιώκουν μια βαθύτερη, σχεδόν υπόγεια, συνέχεια".

Οι μορφές στα έργα του μοιάζουν να αναδύονται από τον χρόνο, σαν σημάδια που παραμένουν και ενεργοποιούνται όταν συνδέονται με το βλέμμα. Η χρωματική αρμονία βοηθά τη σύνδεση με τον αποδέκτη του έργου, ίσως το σπουδαιότερο για έναν καλλιτέχνη. "Ίσως να μην υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση για έναν καλλιτέχνη από το να συνδεθεί ουσιαστικά ο θεατής με το έργο του. Δεν κρύβω, ούτε φοβάμαι να ομολογήσω, πως αν αυτή η σύνδεση επιτευχθεί, τότε πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση, από όπου κι αν προέρχεται. Η μεγαλύτερη ελπίδα μου είναι ο θεατής να σταθεί απέναντι στο έργο με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία, απαλλαγμένος από οποιαδήποτε κριτική διάθεση που συχνά μας επιβάλλει η μόρφωση, η διάνοια και η προσωπική αρέσκεια. Μάλλον, αυτό που ζητώ από τον εκάστοτε θεατή είναι μια στιγμή σιωπής, χωρίς ερμηνείες”, επισημαίνει με μία πηγαία ειλικρίνεια, η οποία περιγράφει και την έκθεσή του. Εξάλλου, στον εικαστικό κόσμο η σιωπή υποδηλώνει προσήλωση και παραμονή.

Κλείνοντας, τον ρωτώ με ποιο μήνυμα θα ήθελε να αποχωρήσει από τη γκαλερί ο θεατής της πρώτης του έκθεσης. "Ίσως το μόνο μήνυμα να είναι η ανάγκη να διαφυλάττει κανείς τις μνήμες του, τις πρώτες εικόνες, τα αρχικά ερεθίσματα που προηγούνται της ερμηνείας. Η έκθεση δεν προτείνει μια οριστική ανάγνωση, αλλά μια άλλη θέαση: ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ότι η εικόνα δεν εξαντλείται στη μορφή της και ότι το βλέμμα χρειάζεται χρόνο για να σταθεί. Αν ο θεατής φύγει κρατώντας την επίγνωση πως αυτό που είδε δεν ζητά κατανάλωση αλλά παραμονή, τότε ίσως έχει ήδη συντελεστεί μια ουσιαστική συνάντηση".