Ο Banksy επιβεβαίωσε ότι το νέο γλυπτό είναι δικό του. Το έργο έχει ήδη πυροδοτήσει πολιτικές συζητήσεις.
Ο Banksy, ο αιρετικός street artist, επέστρεψε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος με ένα νέο έργο που εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στο κέντρο του Λονδίνου — και, όπως συνηθίζει, επιβεβαίωσε ο ίδιος την πατρότητά του μόνο αφού είχε ήδη ξεκινήσει η δημόσια συζήτηση.
Το άγαλμα, που τοποθετήθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης στην ιστορική περιοχή Waterloo Place, στο St James’s, απεικονίζει έναν άνδρα ντυμένο με κοστούμι να βαδίζει μπροστά, την ώρα που μια σημαία καλύπτει πλήρως το πρόσωπό του. Το έργο φέρει την υπογραφή του καλλιτέχνη, που διατηρεί την πραγματική του ταυτότητα κρυφή, και έχει ήδη πυροδοτήσει ερμηνείες γύρω από την πολιτική ταυτότητα, τον εθνικισμό και τη σύγχρονη εξουσία.
Η επιλογή της τοποθεσίας μόνο τυχαία δεν μοιάζει. Το Waterloo Place σχεδιάστηκε τον 19ο αιώνα ως χώρος που εξυμνούσε τη βρετανική αυτοκρατορική ισχύ και τη στρατιωτική κυριαρχία. Σήμερα, το έργο του Banksy συνυπάρχει με ιστορικά μνημεία όπως εκείνα του Edward VII, της Florence Nightingale και το Crimean War Memorial, δημιουργώντας μια ισχυρή αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Σύμφωνα με το BBC, εκπρόσωποι του καλλιτέχνη επιβεβαίωσαν πως το γλυπτό εγκαταστάθηκε μυστικά μέσα στη νύχτα, προτού ο ίδιος δημοσιεύσει βίντεο στον λογαριασμό του στο Instagram. Όταν ρωτήθηκε γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο, η απάντησή του ήταν χαρακτηριστικά λιτή: "Υπήρχε ένα κενό".
Από τη στιγμή που εμφανίστηκε, δεκάδες περαστικοί, φοιτητές και κάτοικοι του Λονδίνου έσπευσαν να το δουν από κοντά. Οι αρχές του Westminster City Council ανακοίνωσαν πως έχουν ήδη ληφθεί τα πρώτα μέτρα προστασίας, ενώ το έργο παραμένει προσβάσιμο στο κοινό.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Banksy επιλέγει τη γλυπτική ως μέσο παρέμβασης. Το 2004 είχε τοποθετήσει στο Λονδίνο το "The Drinker", μια ανατρεπτική εκδοχή του "Thinker" του Auguste Rodin, το οποίο κλάπηκε λίγο αργότερα.
Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με τα έργα του, το νέο αυτό installation λειτουργεί όχι μόνο ως δημόσια τέχνη, αλλά και ως πολιτικό σχόλιο με μεγάλο αντίκτυπο.

