Η πρώτη έκθεση στο Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας για το φετινό καλοκαίρι φωτίζει το έργο της Joan Leigh Fermor.
Ο φακός της Joan Leigh Fermor είχε λυρικότητα. Έναν ρομαντισμό, ο οποίος περιέγραφε και τη ζωή της στο πλευρό του συζύγου της, Patrick Leigh Fermor, αλλά και τη μεγάλη αγάπη που οι δυο τους έτρεφαν για τη χώρα μας. Κάτι το οποίο αποτυπώνεται και στη συλλογή λήψεων που συγκροτούν την έκθεση "Βλέμμα στον κόσμο. Οι φωτογραφίες της Joan Leigh Fermor", της οποίας το ταξίδι ξεκινά αυτό το Σάββατο στο ΓΑΚ / Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας και θα συνεχιστεί μέχρι τα τέλη Ιουλίου.
Στο εν λόγω σώμα έργων, παρουσιάζονται εικόνες τόσο από την Ελλάδα, όπου εκείνη και ο σύζυγός της βρήκαν καταφύγιο για δεκαετίες, όσο και από τα ταξίδια τους στην Ευρώπη και την Ασία, δημιουργώντας ένα νέο ταξίδι: εκείνο που ξεκινά από τη στιγμή που ο θεατής συντονίζεται με το έργο, το οποίο αντικρίζει μπροστά του.

Με τη φωτογραφική της μηχανή πάντα στις αποσκευές της, κατέγραψε τις ιδιαιτερότητες του τοπίου και τους κατοίκους του. Εικόνες που αντανακλούν την καθαρότητα της ψυχής της, την αγάπη της για τους ανθρώπους, το θαυμασμό της για το μεγαλείο της φύσης και την ιστορία των τόπων. Η ματιά της δεν επηρεάστηκε ούτε αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής και επομένως παρέμεινε ανόθευτη σε όλο της το εύρος.

Το φωτογραφικό έργο της Joan Leigh Fermor, που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας, επεξεργάστηκε ο επιμελητής της έκθεσης Xavier Francesco Salomon, ιστορικός τέχνης και Διευθυντής του Μουσείου Calouste Gulbenkian στη Λισαβόνα, ενώ την παρουσίασή του στην έκθεση σχεδίασε η Olivia Stewart με τη συνεργασία της Ναταλίας Μπούρα.

Ο πρώτος περιγράφει την έκθεση ως εξής: "Παρουσιάζεται μια επιλογή φωτογραφιών –από τις περίπου 5.000 φωτογραφίες, διαφάνειες και εκτυπώσεις εξ επαφής που φυλάσσονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας– που τράβηξε η Joan Leigh Fer
mor (1912–2003) στις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Το διάστημα αυτό, απαθανάτισε εκπληκτικές εικόνες ταξιδεύοντας στη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την Καραϊβική, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία και, πάνω απ’ όλα, σε όλη την Ελλάδα.
Τη δεκαετία του 1950, μαζί με τον μετέπειτα σύζυγό της Patrick Leigh Fermor, έμενε συχνά στην Ύδρα, τόπο συνάντησης ενός στενού κύκλου φίλων που περιλάμβανε τους καλλιτέχνες Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και John Craxton. Με μεγάλη διακριτικότητα η Joan φωτογράφιζε τον κόσμο γύρω της, κατά καιρούς για λογαριασμό των περιοδικών Architectural Review και Horizon καθώς και για τα δύο εμβληματικά βιβλία του συζύγου της για την Ελλάδα: Μάνη (1958) και Ρούμελη (1966), αλλά τις περισσότερες φορές απλώς για την προσωπική της ευχαρίστηση
Ο κριτικός λογοτεχνίας Cyril Connolly ανακαλούσε την Joan με "το σκούρο πράσινο ζακετάκι και το γκρι παντελόνι της, τη φωτογραφική της μηχανή περασμένη στον ώμο και τα χρυσά μαλλιά της να ανεμίζουν καθώς περπατούσε, πάντα λίγο πιο ξανθά από όσο νόμιζε κανείς, σαν τον άνεμο σε ένα χωράφι θερισμένα στάχυα". Με τη Rolleiflex ανά χείρας, απαθανάτισε εξαιρετικά μέρη –πολλά από τα οποία έχουν αλλάξει εντελώς σήμερα– αλλά έναν τρόπο ζωής που φαίνεται απομακρυσμένος από τον σημερινό συγκεχυμένο κόσμο.
Οι τοποθεσίες και οι ημερομηνίες των λήψεων, ωστόσο, δεν έχουν σημασία και έτσι αποφασίστηκε να μην συμπεριληφθούν σε αυτήν την έκθεση. Το βλέμμα της Joan είναι αυτό που μιλάει από μόνο του, με μια φωνή ταυτόχρονα λυρική, ήσυχη και κομψή. Κάθε εικόνα είναι προσεκτικά πλαισιωμένη, εστιάζοντας σε ιδιαίτερες μορφές και υφές. Σαν μια ταλαντούχα συγγραφέας ή μουσικός, δημιούργησε όμορφες συνθέσεις παρατηρώντας στιγμές και περιστατικά γύρω της. Το ακλόνητο βλέμμα της προς τον κόσμο μετέτρεψε αυτό που έβλεπε σε απόλυτη ποίηση".
