Αν υπήρχε κάποιου είδους στοίχημα για ρεκόρ κατάρριψης στερεοτύπων, με αυτή τη συζήτηση θα το είχε κερδίσει. Μεγαλωμένη σε μια "κλασική ελληνική οικογένεια", η Θαλασσινή Βοσταντζόγλου ίσως γινόταν εγκληματολόγος αν δε βαλλόταν από τις θεατρικές προσλαμβάνουσες των γονιών της.
Υπήρξε έντονη ως παιδί –και παραμένει–, αλλά αρκετά συνειδητοποιημένη από νωρίς. Ίσως γι’ αυτό το σενάριο "μόντελινγκ" αποκλείστηκε εύκολα.
Γιατί από μικρή έχει ως προτεραιότητα το "να χαιρόμαστε τη ζωή" και θεωρεί πως οι θυσίες "γίνονται για ανθρώπους, όχι για διεκπεραιωτικές δουλειές". Τις τελευταίες ημέρες, όσο πλησιάζει η 29η Οκτωβρίου, όταν και θα γίνει η πρεμιέρα της παράστασης Ιουλιέττα (η) στο Θέατρο Μετς σε σκηνοθεσία Τάσου Τυρογαλά, κοιμάται ελάχιστα από το άγχος.
Πρόκειται για έναν μονόλογο-σύνθεση πρωτότυπων και διασκευασμένων κειμένων, διάρκειας περίπου 80 λεπτών, με σαιξπηρική έμπνευση. "Κότσια χρειάζονται" σκέφτομαι. Και τα διαθέτει.
Κατ’ αρχάς, τι ιδιαίτερο έχει η παράσταση Ιουλιέττα (η);
Για μένα είναι μια σημαντική στιγμή η παράσταση αυτή. Ζει σε ένα άχρονο πράγμα και αμφισβητεί μεταξύ άλλων το "για πάντα μαζί". Αν το σκεφτείς, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα πέθαναν ο καθένας μόνος του. Ύστερα το "για πάντα", πώς υπάρχει –αν υπάρχει– και πώς το εννοεί ο καθένας; Τελικά τι είναι ο έρωτας; Μια στιγμή, κάτι συνεχές;
Έχει δηλαδή κάτι από Άμλετ, να ζει κανείς ή να μη ζει;
Τώρα που το λες, λίγο ναι, σ’ ευχαριστώ που μου το είπες. Το είχαμε ξαναπαρουσιάσει σε δύο μόνο παραστάσεις στο Φεστιβάλ; μήπως Θέατρο; επί Κολωνώ και τρωγόμουν να την ξανακάνουμε. Μίλησα, λοιπόν, με την Άννα Μενενάκου, που μαζί με τον Σωτήρη Τσαφούλια έχουν το Θέατρο Μετς, και μπορώ να πω ότι συγκινήθηκα.
Ρεαλιστικά μιλώντας, δεν έχουν κανένα όφελος να φιλοξενήσουν έναν μονόλογο μ’ εμένα. Αποτελεί σίγουρα την καλύτερη συνθήκη στην οποία έχω δουλέψει μέχρι στιγμής. Αισθάνεσαι πως δουλεύεις με ανθρώπους που πραγματικά δε θέλουν να σου βάλουν κάποιο εμπόδιο, και δη χωρίς λόγο, όπως γίνεται συνήθως. Είναι όλα απλά, όλα γίνονται με συνεννόηση και κουβέντα.
Σε αυτό το έργο εσύ με τι ταυτίζεσαι;
Είμαι πολύ ρομαντικός άνθρωπος. Δεν αντιλαμβάνομαι αλλιώς την ύπαρξη. Όχι τον έρωτα μόνο, τη ζωή γενικότερα. Δηλαδή νιώθω ότι πάει πολύ χαμένη αν δεν ονειροβατούμε και λίγο. Οπότε, σίγουρα όλο αυτό το απόλυτο πράγμα της δοτικότητας και του ότι "εγώ, ρε παιδί μου, γεννήθηκα για σένα" το αντιλαμβάνομαι απόλυτα. Γιατί δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται αλλιώς να λες ότι είσαι ερωτευμένος, όλα τα άλλα μου φαίνονται ημίμετρα.
Βέβαια, στην εποχή του like και του dm πλέον αποκαλούμε το έτερον ήμισυ "έτερον... ολόκληρο" μην τυχόν και παραδεχτούμε ότι κάτι μας λείπει.
Τέλειο είναι και το "έτερον ολόκληρο". Προσωπικά, θεωρώ ότι από όλους μας λείπει κάτι, γιατί αλλιώς θα ήμασταν θεοί. Οι εφαρμογές και τα social μπορεί να είναι τέλεια γιατί έχουμε δυσκολέψει τις ζωές μας και αποτελούν τρόπο επαφής, αλλά είναι και κάπως... ξενέρωμα. Δε συγκρίνονται με την πραγματική επαφή.
Πόσα χρόνια πιστεύεις ότι πρέπει να περάσουν για να σταματήσουμε να σε ρωτάμε για τους γονείς σου;
Εσύ δε με έχεις ρωτήσει και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό! (γέλια) Δε νομίζω ότι θα σταματήσει ποτέ. Μερικές φορές λέω: "Σκέψου να ήταν οι γονείς μου η Βουγιουκλάκη και ο Παπαμιχαήλ σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας". Υποθέτω πως φαίνεται ενδιαφέρον, εμένα μου φαίνεται φοβερά αστείο γιατί στις περισσότερες συνεντεύξεις μού κάνουν τις ίδιες ερωτήσεις και δίνω τις ίδιες απαντήσεις, γιατί δεν έχω και κάτι επιπλέον να πω! (γέλια)
Υπάρχει κάτι που σου έλεγαν οι δικοί σου που δεν το καταλάβαινες όταν ήσουν μικρότερη, αλλά τώρα τους δίνεις δίκιο;
Σε πολλά τους δίνω δίκιο πια. Ως αντιδραστικός άνθρωπος, πάντα έχω μια επιπρόσθετη άποψη σχετικά με όσα ακούω. Μεγαλώνοντας, πιστεύω ότι πρέπει να τους παραδεχόμαστε σε πολλά λόγω της εμπειρίας τους. Στην αρχή, όταν άκουγα και τα άσχημα του χώρου ή τις αδικίες, τα θεωρούσα υπερβολές. Τελικά, είναι η ωραιότερη δουλειά του κόσμου, αλλά, ναι, είναι ένας άδικος χώρος.
Η αδικία πού έγκειται;
Σε πάρα πολλά. Δε δίνεται εύκολα βήμα σε νέους δημιουργούς, νέους ανθρώπους, δεν κρίνεται πάντα μόνο το ταλέντο σου... Νιώθω ότι έχει μετατοπιστεί το κέντρο ενδιαφέροντος από το ταλέντο στην εμφάνιση και διαφωνώ κάθετα γιατί δεν είμαστε μοντέλα.
Αν ήσουν πιο "συνηθισμένα" όμορφη και πιο συγκαταβατική, θα ήταν αλλιώς τα πράγματα, πιστεύεις;
Σίγουρα εμφανισιακά δεν είμαι το ελληνικό πρότυπο. Και όντως μπορεί να δυσκολεύει τα πράγματα αυτό.
Το ξεχωριστό συνήθως δεν έχει μεγαλύτερη ζήτηση;
Δεν είμαι πολύ σίγουρη. Και χωρίς καμία διάθεση να θέλω να με διαψεύσεις, προσωπικά δε βιώνω κάτι φοβερά ξεχωριστό πάνω μου. Δε σου λέω ότι είμαι άσχημη, απλά δεν εστιάζω καθόλου εκεί. Στη ζωή είναι πιο σημαντικό να είσαι γοητευτικός απ’ ό,τι όμορφος.
Κι αυτό χρειάζεται εσωτερικά πολλή δουλειά. Τα χαρακτηριστικά όλων μας είναι προκαθορισμένα, το μέσα μου είναι που θέλω να καλλιεργώ. Έχει τύχει να βγω από παράσταση και να έρθει κάποιος να μου πει: "Τι όμορφη που είσαι".
Δεν το ένιωσα ως κομπλιμέντο, γιατί μόλις είχα κάνει τη δουλειά μου και η δουλειά μου δεν είναι να είμαι όμορφη. Τον ευχαρίστησα, αλλά θα προτιμούσα να μου έλεγε: "Σ’ εκείνη τη σκηνή πόσο με συγκίνησες!".
Είναι πιεστικό να γνωρίζεις ότι οι γονείς σου έχουν επιτύχει στο ίδιο επάγγελμα;
Κοίτα, μετά από πολλή ψυχοθεραπεία δεν το βλέπω σαν κάποιου είδους πήχη. Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, π.χ. για τη μητέρα μου στους Δύο ξένους ή τον πατέρα μου στους Στάβλους της Εριέτας Ζαΐμη. Έχω μόλις πέντε χρόνια στο επάγγελμα, δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό.
Και σίγουρα μιλάμε για τα ’90s και τα ’00s, για άλλες εποχές τηλεοπτικής δόξας. Ήμασταν λίγο tabula rasa τότε. Σήμερα έχουμε δει τόσα, που σπάνια ενθουσιαζόμαστε.
Στις κωμωδίες παίζει τεράστιο ρόλο και το σενάριο. Τότε υπήρχε μια άλλη ελευθερία, όχι πάντα σωστή, βέβαια. Πριν από κάποια χρόνια είχα παίξει στη σειρά Γλυκάνισος. Υποδυόμουν μια δραστήρια, πολύ χύμα δημοσιογράφο και σε κάποια σκηνή ήταν στο σπίτι της το βράδυ και έπινε ένα κρασί. Σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε ένα τσιγάρο, αλλά δε γινόταν να καπνίσω. Από τη μία, το αντιλαμβάνομαι, έπαιζε νωρίς η σειρά και δε χρειάζεται να προβάλλεται το πρότυπο "δείχνω cool όταν καπνίζω". Από την άλλη, είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα.

Ισχύει ότι θέλεις να ανοίξεις τσιπουράδικο σε ένα νησί;
Το τσιπουράδικο είναι ένα από τα όνειρα της ζωής μου και πιστεύω ότι θα γίνει μέσα στην επόμενη δεκαετία. Έχω διχαστεί μεταξύ Αιγαίου και Ιονίου και δεν έχω καταλήξει ανάμεσα στη Σίφνο ή τη Λευκάδα. Πάντως, δεν το έχω στο μυαλό μου ως σύνταξη, αν και μέχρι πρόσφατα έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο την παράνοια εδώ.
Την παράνοια της μεγαλούπολης Αθήνας ή του επαγγέλματος;
Και τα δύο, μάλλον περισσότερο του επαγγέλματος. Δηλαδή ως ατάκα έχει ειπωθεί κυρίως εκείνες τις φορές που είσαι πολύ κοντά σε μια δουλειά και σου λένε "όχι" τελευταία στιγμή. Σκεφτόμουν σε ποια εναλλακτική θα έβρισκα νόημα. Επειδή νόημα βρίσκω στους ανθρώπους και όχι σε τίποτα φοβερές ιδέες, ένας χώρος όπου θα έρχονται οι ντόπιοι, θα πίνουν, θα τρώνε και θα περνάμε όμορφα θα είναι το ιδανικό μου.


