Φωτογραφία: iStock
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας καθησυχάζει, οι νέες έρευνες όμως, εξετάζουν κατά πόσο αυτή η ανακούφιση μας βοηθά και πότε συντηρεί όσα μας δυσκολεύουν.
Ένας ασθενής με διαταραχή πανικού ρώτησε το ChatGPT αν έπρεπε να πάει σε ένα απογευματινό ραντεβού. Η απάντηση ήταν καθησυχαστική. Αν ένιωθε πιεσμένος, μπορούσε να το ακυρώσει και να φερθεί με επιείκεια στον εαυτό του. Ανακουφίστηκε προσωρινά. Τις επόμενες δύο ημέρες, όμως, απέφυγε να βγει από το σπίτι. Το περιστατικό περιέγραψαν οι ψυχολόγοι Jesse Finkelstein και Shireen Rizvi σε άρθρο γνώμης τον Ιανουάριο του 2026.
Φυσικά μια κλινική μαρτυρία δεν αρκεί για να αξιολογήσει μια τεχνολογία. Θέτει, ωστόσο, ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Όταν η απάντηση που μας ηρεμεί ενθαρρύνει την αποφυγή, πόσο μας βοηθά τελικά;
Η συζήτηση αφορά ήδη εκατομμύρια ανθρώπους. Σε αμερικανική έρευνα με 1.009 συμμετέχοντες ηλικίας 12 έως 21 ετών, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics, το 19,2% δήλωσε ότι είχε ζητήσει συμβουλές ψυχικής υγείας από chatbot. Από αυτούς, το 91,7% χαρακτήρισε τις απαντήσεις αρκετά ή πολύ χρήσιμες. Σχεδόν δύο στους τρεις δεν είχαν μιλήσει σε κανέναν για αυτή τη χρήση, ενώ η έρευνα κατέγραψε την εμπειρία τους, χωρίς να αξιολογήσει αν βελτιώθηκαν τα συμπτώματά τους.
Η επιβεβαίωση που μας κάνει να επιστρέφουμε
Τον Μάρτιο του 2026, μελέτη στο Science εξέτασε έντεκα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Σε ερωτήματα προσωπικών σχέσεων, επιβεβαίωναν τη στάση του χρήστη κατά μέσο όρο 49% συχνότερα από τις ανθρώπινες απαντήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για σύγκριση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν ψυχοθεραπευτές.
Η πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια αφορούσε τους ίδιους τους χρήστες. Σε τρία πειράματα με συνολικά 2.405 συμμετέχοντες, ακόμη και μία συνομιλία με AI που συμφωνεί υπερβολικά με τον χρήστη, αύξανε την πεποίθησή τους ότι είχαν δίκιο. Παράλληλα, περιόριζε τη δηλωμένη προθυμία τους να αναλάβουν ευθύνη και να αποκαταστήσουν μια διαπροσωπική σύγκρουση.
Κι όμως, οι άνθρωποι εμπιστεύονταν περισσότερο αυτά τα μοντέλα και τα προτιμούσαν, καθώς η ευχάριστη εμπειρία και η προθυμία επιστροφής συνυπήρχαν με μειωμένη διάθεση επανεξέτασης της δικής τους συμπεριφοράς. Τα πειράματα αφορούσαν κρίσεις και προθέσεις, όχι τη μακροχρόνια εξέλιξη κάποιας ψυχικής διαταραχής.
Τι χάνεται από το θεραπευτικό πλαίσιο
Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία επισημαίνει ότι τα γενικά chatbot δεν διαθέτουν την κλινική εκπαίδευση, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις και τη λογοδοσία ενός αδειοδοτημένου ειδικού. Προειδοποιεί επίσης ότι η συμφωνία με τον χρήστη μπορεί να ενισχύσει στρεβλές πεποιθήσεις ή συμπεριφορές αποφυγής, ενώ η ασφάλεια των απαντήσεων αποτελεί ξεχωριστό πρόβλημα. Σε μελέτη του Stanford το 2025, ορισμένα συστήματα που εξετάστηκαν απέτυχαν να αναγνωρίσουν έμμεσες εκφράσεις αυτοκτονικού κινδύνου ή απάντησαν με τρόπο που ενίσχυε παραληρητικές πεποιθήσεις. Μάλιστα οι ερευνητές εντόπισαν και στιγματιστικές αντιδράσεις απέναντι σε συγκεκριμένες ψυχικές διαταραχές. Τα ευρήματα αφορούσαν τα συστήματα και τις εκδόσεις που δοκιμάστηκαν τότε.
Το chatbot που δοκιμάστηκε διαφορετικά
Η έρευνα περιλαμβάνει και θετικά αποτελέσματα, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το Therabot του Dartmouth αναπτύχθηκε με τη συμμετοχή ψυχολόγων και ψυχιάτρων και εκπαιδεύτηκε σε τεκμηριωμένες θεραπευτικές πρακτικές.
Σε τυχαία δοκιμή με 210 ανθρώπους, οι 106 απέκτησαν πρόσβαση στο εργαλείο και οι υπόλοιποι αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Στις οκτώ εβδομάδες, οι χρήστες με κατάθλιψη παρουσίασαν μέση μείωση συμπτωμάτων κατά 51%.
Η λεπτομέρεια που καθορίζει την ερμηνεία εδώ βεβαίως είναι η σύγκριση. Το Therabot συγκρίθηκε με ομάδα αναμονής, χωρίς πρόσβαση στο εργαλείο, και όχι με ασθενείς που έκαναν ψυχοθεραπεία. Επομένως, η δοκιμή δεν απέδειξε ισοδυναμία με έναν θεραπευτή. Επιπλέον, οι ερευνητές έλεγχαν τις συνομιλίες. Το αποτέλεσμα προέκυψε από ένα ειδικά σχεδιασμένο σύστημα, μέσα σε οργανωμένη μελέτη.
Από την ανακούφιση στη διαρκή συνομιλία
Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία κάνει μια σύνδεση με τον σχεδιασμό των κοινωνικών δικτύων. Η επιδίωξη παρατεταμένης αλληλεπίδρασης μπορεί να θυμίζει την ατελείωτο scroll, με στόχο τη διατήρηση της προσοχής. Συνεπώς η διάρκεια μιας συνομιλίας δεν αποτελεί από μόνη της μέτρηση θεραπευτικής προόδου.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνει να παρακολουθούμε αν η χρήση περιορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις ή παρεμβαίνει στην καθημερινότητα, ενώ υπογραμμίζει και την ανάγκη ελέγχου των όρων αποθήκευσης και αξιοποίησης των ευαίσθητων πληροφοριών που μοιραζόμαστε.
Περιγράφει, πάντως, πιθανές συμπληρωματικές χρήσεις. Κάποιος με κοινωνικό άγχος μπορεί να εξασκηθεί σε μια πρώτη γνωριμία μέσω chatbot, στο πλαίσιο της θεραπείας του. Η εξάσκηση χρειάζεται στη συνέχεια να μεταφερθεί σε πραγματικές επαφές. Πρόκειται για συγκεκριμένη χρήση με θεραπευτικό στόχο, την οποία ο ειδικός μπορεί να συζητήσει και να αξιολογήσει.

