Στις 27 Οκτωβρίου, δεκατρείς ημέρες πριν από την έναρξη της COP31, ο υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας Alparslan Bayraktar δήλωσε ότι η χώρα εξετάζει νέες εξαγορές και συμφωνίες έρευνας υδρογονανθράκων μέχρι το τέλος του έτους. Στις 9 Νοεμβρίου, η ίδια χώρα θα υποδεχθεί στην Αττάλεια τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Είναι σαφές ότι οι δύο ειδήσεις περιγράφουν με ακρίβεια το πολιτικό περιβάλλον της συνόδου. Οι κυβερνήσεις αναζητούν μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια και ταυτόχρονα καλούνται να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τα καύσιμα που θερμαίνουν τον πλανήτη. Και είναι αλήθεια ότι σε συνθήκες πολέμου και ανατιμήσεων, συχνά αντιμετωπίζουν την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου ως την πιο άμεση απάντηση. Οι επενδύσεις αυτές, όμως, σχεδιάζονται για να λειτουργούν πολύ περισσότερο από όσο διαρκεί μια έκτακτη κρίση.
Η χώρα που ετοιμάζεται να φιλοξενήσει τις συνομιλίες για το κλίμα σχεδιάζει, λοιπόν, να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στους υδρογονάνθρακες. Πρόκειται για μια αντίφαση που διατρέχει ολόκληρη τη διεθνή διαπραγμάτευση, καθώς ενώ οι κυβερνήσεις έχουν συμφωνήσει στη μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα, εξακολουθούν να επενδύουν στην παραγωγή τους, επικαλούμενες την ενεργειακή ασφάλεια.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στις δεσμεύσεις και στις επενδυτικές αποφάσεις θα βρεθεί στο επίκεντρο της COP31, της ετήσιας διάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα, που θα πραγματοποιηθεί στην Αττάλεια από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου 2026. Το ζητούμενο είναι πώς οι συμφωνίες θα αρχίσουν να καθορίζουν όσα χρηματοδοτούν και κατασκευάζουν τα κράτη, από την παραγωγή ενέργειας έως τις υποδομές προστασίας από πλημμύρες και καύσωνες.
Μια σύνοδος με δύο διαφορετικά κέντρα βάρους
Η COP31 έχει μια ασυνήθιστη κατανομή αρμοδιοτήτων. Η Τουρκία φιλοξενεί τη διάσκεψη, με τον υπουργό Περιβάλλοντος Murat Kurum να έχει προταθεί για την προεδρία της, ενώ ο Αυστραλός υπουργός Κλίματος και Ενέργειας Chris Bowen αναλαμβάνει τον ρόλο του προέδρου των διαπραγματεύσεων. Η διευθέτηση προέκυψε έπειτα από τον ανταγωνισμό των δύο χωρών για τη διοργάνωση.
Οι χώρες του Ειρηνικού, που είχαν συνδέσει τις προσδοκίες τους με την αυστραλιανή υποψηφιότητα, διατηρούν παρουσία στην προετοιμασία. Οι προσυνοδικές συναντήσεις του Οκτωβρίου οργανώθηκαν με τη συνεργασία των Fiji, Tuvalu και Αυστραλίας, ενώ για τα μικρά νησιωτικά κράτη, οι διατυπώσεις για τη θερμοκρασία και τη χρηματοδότηση αφορούν τη δυνατότητα να διατηρήσουν κατοικήσιμες εκτάσεις, υποδομές και πρόσβαση σε γλυκό νερό.
Η έδρα της συνόδου έχει κι αυτή τη δική της γεωγραφική σημασία. Η Αττάλεια βρίσκεται στη Μεσόγειο, μια περιοχή που το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ευάλωτη στην άνοδο της θερμοκρασίας, στην πίεση στους υδάτινους πόρους και στους παράκτιους κινδύνους. Για την Ελλάδα, η διαπραγμάτευση αφορά την ίδια ζώνη μέσα στην οποία σχεδιάζονται η αγροτική παραγωγή, ο τουρισμός και οι πόλεις της.
Τι κουβαλά η Αττάλεια από το Ντουμπάι, το Μπακού και το Μπελέμ
Στην COP28, στο Ντουμπάι το 2023, συμφωνήθηκε η μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα στα ενεργειακά συστήματα. Η διατύπωση είχε πολιτικό βάρος, χωρίς όμως να αποτελεί κοινό, δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα διακοπής της παραγωγής και της χρήσης τους.
Στην COP29, στο Μπακού το 2024, το κέντρο της διαπραγμάτευσης μεταφέρθηκε στα χρήματα. Συμφωνήθηκε στόχος κινητοποίησης τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων ετησίως έως το 2035 για τις αναπτυσσόμενες χώρες, με τις ανεπτυγμένες να αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο. Παράλληλα, τέθηκε ο ευρύτερος στόχος να αυξηθούν οι χρηματοδοτικές ροές από δημόσιες και ιδιωτικές πηγές σε 1,3 τρισ. δολάρια ετησίως.
Φυσικά δεν πρόκειται για δύο ποσά που έχουν ήδη συγκεντρωθεί σε ένα ταμείο, ούτε για ισόποσες δεσμεύσεις κρατικών επιχορηγήσεων. Πίσω από τους μεγάλους αριθμούς παραμένουν ερωτήματα για την προέλευση των χρημάτων, τους όρους πρόσβασης και το ποιο μέρος τους θα είναι δάνειο.
Στην COP30, στο Μπελέμ της Βραζιλίας το 2025, συμφωνήθηκε να επιδιωχθεί τουλάχιστον τριπλασιασμός της χρηματοδότησης για την προσαρμογή έως το 2035. Η βραζιλιάνικη προεδρία ανέλαβε επίσης να αναπτύξει οδικό χάρτη για τη μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα. Πρόκειται για πρωτοβουλία της προεδρίας που αποσκοπεί στην εφαρμογή των προηγούμενων συμφωνιών. Η ύπαρξή της, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχει ήδη εξασφαλιστεί συναίνεση για κάθε βήμα της μετάβασης.
Αυτές τις εκκρεμότητες παραλαμβάνει η Αττάλεια. Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν σε μεγάλο βαθμό τι χρειάζεται να γίνει, αλλά διαφωνούν για την ταχύτητα, την κατανομή του κόστους και τις εγγυήσεις ότι οι υπόλοιποι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.
Το όριο του 1,5°C και η επικίνδυνη ευκολία της παραίτησης
Η φετινή έκθεση Emissions Gap Report του Περιβαλλοντικού Προγράμματος του ΟΗΕ εκτιμά ότι η πλήρης εφαρμογή των εθνικών κλιματικών δεσμεύσεων αφήνει τον κόσμο σε τροχιά ανόδου της θερμοκρασίας περίπου 2,6°C μέσα στον αιώνα, σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο.
Η ίδια έκθεση εξετάζει διαδρομή περιορισμένης υπέρβασης του 1,5°C και επιστροφής σε αυτό το επίπεδο έως το τέλος του αιώνα. Αλλά κόμη και αυτή απαιτεί πολύ ταχύτερες μειώσεις εκπομπών και αυξανόμενη απομάκρυνση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.
Η υπέρβαση, προφανώς, δεν προσφέρει λόγο να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια. Το μέγεθος και η διάρκειά της καθορίζουν πόσο θα αυξηθούν οι κίνδυνοι. Επίσης, η πιθανότητα να μειωθεί αργότερα η παγκόσμια θερμοκρασία δεν εγγυάται ότι θα αποκατασταθούν όλες οι απώλειες που θα έχουν μεσολαβήσει.
Αυτό υπογραμμίζει και η Rachel Cleetus, διευθύντρια του προγράμματος για το κλίμα στην Union of Concerned Scientists, στην ανάλυσή της ενόψει της COP31. Συνδέει την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών με τη χρηματοδότηση της προσαρμογής και των ζημιών που ήδη υφίστανται οι ευάλωτες κοινωνίες, αφού η συζήτηση για τον κόσμο του 2100 οφείλει να περιλαμβάνει και την προστασία εκείνων που κινδυνεύουν σήμερα.
Ο αριθμός που χρειάζεται προσοχή: 35% έως το 2035
Μία από τις κεντρικές προτάσεις της διοργάνωσης είναι να καλύπτει ο ηλεκτρισμός το 35% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2035. Ο στόχος αφορά μεταφορές, κτίρια και βιομηχανία, όχι μόνο ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή παραγωγή περισσότερου ρεύματος.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, σε ανάλυση που εκπονήθηκε έπειτα από αίτημα Τουρκίας και Αυστραλίας, εκτιμά ότι οι ήδη διαθέσιμες τεχνολογίες μπορούν να φέρουν οικονομικά αποδοτικά το ποσοστό στο 33%, από περίπου 23% σήμερα. Η πρόσφατη κρίση στα Στενά του Ορμούζ ενισχύει το οικονομικό επιχείρημα για περιορισμό της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Η δυνατότητα, πάντως, δεν ισοδυναμεί με αυτόματη εφαρμογή. Χρειάζονται δίκτυα, επενδύσεις και βοήθεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις για το αρχικό κόστος του νέου εξοπλισμού. Χρειάζεται επίσης επέκταση της ηλεκτροπαραγωγής χαμηλών εκπομπών, ώστε να ενισχυθούν τα κλιματικά οφέλη.
Εδώ βρίσκεται μια πολιτική ευκαιρία της COP31. Η καθαρή ενέργεια μπορεί να συζητηθεί με όρους καθημερινής ασφάλειας. Πόσο εκτεθειμένος παραμένει ένας οικογενειακός προϋπολογισμός στην επόμενη διακοπή εφοδιασμού και ποιος μπορεί να πληρώσει την εγκατάσταση που θα μειώσει αυτή την έκθεση.
Τα χρήματα υπάρχουν πρώτα ως απόφαση
Στις 22 Οκτωβρίου, το Ταμείο Απωλειών και Ζημιών ανακοίνωσε ότι δέσμευσε προσωρινά 21,6 εκατ. δολάρια για το Νεπάλ, μετά τις καταστροφικές πλημμύρες στο σύστημα ποταμών Bhote Koshi–Trishuli–Narayani. Η καταστροφή είχε εκδηλωθεί στις 26 Αυγούστου και το επίσημο αίτημα υποστήριξης κατατέθηκε στις 31 Αυγούστου.
Η απόφαση επιτρέπει στη χώρα να υποβάλει χρηματοδοτικό αίτημα εκτός της κανονικής περιόδου, όμως αυτό δεν αποτελεί ανακοίνωση ότι το ποσό έχει ήδη καταβληθεί.
Αυτή η διοικητική λεπτομέρεια περιγράφει ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της κλιματικής χρηματοδότησης. Μεταξύ της αναγνώρισης μιας ανάγκης και της άφιξης των χρημάτων μεσολαβούν διαδικασίες, αξιολογήσεις και χρόνος. Για μια χώρα που πρέπει, όμως, να αποκαταστήσει υποδομές και να στηρίξει πληγέντες, η ταχύτητα πρόσβασης είναι μέρος της αξίας της βοήθειας.
Το ίδιο ισχύει για τους όρους της. Μια επιχορήγηση και ένα νέο δάνειο μπορεί να εμφανίζονται και τα δύο σε έναν συνολικό χρηματοδοτικό στόχο, αλλά έχουν διαφορετικές συνέπειες για τον προϋπολογισμό της χώρας που τα λαμβάνει. Γι’ αυτό η συμφωνία του Μπελέμ επισημαίνει την ανάγκη δημόσιων πόρων, επιχορηγήσεων και χρηματοδότησης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους.
Οι διαφωνίες έχουν ήδη αρχίσει
Οι ΗΠΑ έχουν αποχωρήσει από τη Συμφωνία του Παρισιού, με την αποχώρηση να ισχύει από τις 27 Ιανουαρίου 2026. Η απώλεια της αμερικανικής συμμετοχής δυσκολεύει τόσο την πολιτική συνεργασία όσο και τη συζήτηση για τη χρηματοδότηση.
Στην Ευρώπη, προσχέδιο διαπραγματευτικής στρατηγικής που παρουσίασε το Reuters στις 12 Οκτωβρίου έδινε προτεραιότητα στην εφαρμογή των υφιστάμενων δεσμεύσεων και στην παράταση του προγράμματος εργασίας για τη μείωση των εκπομπών έως το 2040. Το ίδιο προσχέδιο δεν άφηνε περιθώριο για νέες χρηματοδοτικές δεσμεύσεις στην COP31. Ως προσχέδιο, βεβαίως, δεν ταυτίζεται με τελικό αποτέλεσμα της συνόδου. Αποτυπώνει, όμως, την ένταση ανάμεσα στην απαίτηση για περισσότερη δράση και στην απροθυμία ανάληψης πρόσθετου κόστους.
Η Κίνα έχει ήδη δηλώσει ότι θέλει να θέσει στη διαπραγμάτευση τους δασμούς και τους περιορισμούς στην καθαρή τεχνολογία της. Η διάδοση φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων συναντά πλέον τη σύγκρουση για την προστασία της εγχώριας βιομηχανίας. Η ενεργειακή μετάβαση έχει γίνει ταυτόχρονα κλιματική πολιτική και πεδίο εμπορικού ανταγωνισμού.
Ακόμη και το χρονοδιάγραμμα της επιστημονικής ενημέρωσης αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας. Η συνεδρίαση της IPCC τον Οκτώβριο ανεστάλη χωρίς συμφωνία για τον χρόνο δημοσίευσης των επόμενων εκθέσεών της. Ορισμένες χώρες ζητούν έγκαιρη ολοκλήρωση ώστε να ενημερωθεί ο παγκόσμιος απολογισμός του 2028, ενώ άλλες περισσότερο χρόνο για ουσιαστική συμμετοχή επιστημόνων από χώρες με λιγότερους πόρους.
Τι θα συνιστούσε πραγματικό αποτέλεσμα
Μια συμφωνία για τον εξηλεκτρισμό θα είχε αξία αν συνοδευόταν από σχέδια εφαρμογής, υποδομές και πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Η πρόοδος στην προσαρμογή θα φαινόταν σε σαφέστερες διαδρομές διάθεσης πόρων και η αξιοπιστία των δεσμεύσεων για τα ορυκτά καύσιμα θα κρινόταν από το αν επηρεάζουν τις πραγματικές ενεργειακές αποφάσεις.
Η COP31 μπορεί να συντονίσει αυτή την προσπάθεια, να ορίσει κανόνες και να αυξήσει την πίεση στις κυβερνήσεις, ωστόσο η υλοποίηση θα κριθεί μετά την Αττάλεια, στους εθνικούς προϋπολογισμούς, στις άδειες έργων και στις επενδύσεις.
Όταν κλείσει η σύνοδος, το χρήσιμο ερώτημα θα είναι ποια απόφαση άλλαξε κάτι που επρόκειτο ήδη να συμβεί. Ποιο νοικοκυριό απέκτησε πρόσβαση σε καθαρότερη και ασφαλέστερη ενέργεια, ποια υποδομή θα αντέξει στην επόμενη καταστροφή, ποια χρηματοδότηση έφτασε εγκαίρως. Οι κυβερνήσεις έχουν μάθει να συνυπογράφουν την ανάγκη της μετάβασης, αλλά στην Αττάλεια πρέπει να δείξουν τι είναι διατεθειμένες να αλλάξουν για να την πραγματοποιήσουν.

