Στο Βελιγράδι, μετά την κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Novi Sad, οι κάτοικοι έφερναν στους φοιτητές που είχαν αποκλείσει τη σχολή τους φαγητό, στρώματα και μαξιλάρια. Η κινητοποίηση απέκτησε συνελεύσεις, ομάδες εργασίας και εκστρατείες από πόρτα σε πόρτα. Ενόψει των εκλογών της 25ης Οκτωβρίου 2026, είχε και εκλογικό ψηφοδέλτιο, πετυχαίνοντας εν τέλει ιστορική νίκη όταν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και τερμάτισε τη 14ετή διακυβέρνηση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς και του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος. Ας πούμε ότι η απόσταση ανάμεσα σε μια κατάληψη και στη διεκδίκηση της εξουσίας καλύφθηκε με σχεδόν δύο χρόνια οργανωμένου αγώνα.
Και αυτή η απόσταση είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του νέου κύματος διαμαρτυρίας στην Ευρώπη. Η προσοχή στρέφεται εύκολα στους κώδικες των νεότερων διαδηλωτών, στις αναφορές τους στην ποπ κουλτούρα, στα βίντεο που κυκλοφορούν προτού φτάσει η πορεία στον προορισμό της. Οι διεκδικήσεις τους, όμως, αφορούν πράγματα πολύ λιγότερο καινούργια, το σχολείο, το σπίτι, τον μισθό, την ευθύνη εκείνων που κυβερνούν.
Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις για τις συνθήκες εκπαίδευσης συνάντησαν την ευρύτερη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η στέγαση βρίσκεται στο επίκεντρο. Στην Ιταλία, η πίεση στα εισοδήματα τροφοδοτεί τις διαδηλώσεις. Οι αφορμές και οι πολιτικοί συσχετισμοί διαφέρουν, αλλά η συνάντηση φοιτητών, εργαζομένων και συνδικάτων φαίνεται να δυσκολεύει την περιγραφή όσων συμβαίνουν ως μιας ακόμη νεανικής έκρηξης.
Η ονομασία "εξέγερση της Gen Z" προσφέρει έναν εύχρηστο τίτλο. Αφήνει, ωστόσο, εκτός κάδρου όσους συμμετέχουν χωρίς να ανήκουν στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα και αποδίδει στη γενιά κάτι που χρειάζεται πολιτική εξήγηση. Γιατί επιστρέφουν στον δρόμο άνθρωποι που μεγάλωσαν βλέποντας άλλους να διαδηλώνουν για παρόμοια ζητήματα; Και τι έχουν μάθει από τις προηγούμενες κινητοποιήσεις, πέρα από το πώς να οργανώνουν την επόμενη;
Οι πλατείες και οι υποσχέσεις τους
Στην Ελλάδα, το 2008 έχει ένα όνομα: Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου από αστυνομικό στις 6 Δεκεμβρίου προκάλεσε πολυήμερη εξέγερση. Για τους συνομηλίκους του, ήταν μια βίαιη πρώτη επαφή με την πολιτική, μέσα από τη διαπίστωση ότι ένας μαθητής μπορούσε να σκοτωθεί από εκείνον που υποτίθεται ότι εγγυάται την ασφάλειά του.
Όσοι μπήκαν τότε στην ενήλικη ζωή συνάντησαν λίγο αργότερα την κρίση χρέους και τη λιτότητα. Το 2011, η διαμαρτυρία απέκτησε σταθερή διεύθυνση στις πλατείες. Στη Μαδρίτη, οι κινητοποιήσεις της 15ης Μαΐου οδήγησαν στην κατασκήνωση της Puerta del Sol. Οι συγκεντρωμένοι διεκδικούσαν "πραγματική δημοκρατία", συνδέοντας την οικονομική κρίση με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Η πλατεία επέτρεπε να μείνουν μαζί άνθρωποι που δεν είχαν προηγουμένως κοινή πολιτική στέγη.
Στο Σύνταγμα, οι Αγανακτισμένοι έφεραν στο ίδιο σημείο διαφορετικές, συχνά ασύμβατες μεταξύ τους αντιλήψεις για την κρίση και την έξοδο από αυτήν. Η κοινή παρουσία δεν σήμαινε κοινό πρόγραμμα. Έτσι, αυτή η διαφορά θα αποκτούσε σημασία όταν η αγανάκτηση θα έπρεπε να μεταφραστεί σε αποφάσεις, ποιος είχε την εξουσιοδότηση να μιλήσει για όλους και τι ακριβώς θα ζητούσε;
Η Ισπανία έδωσε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες απαντήσεις στο ζήτημα της εκπροσώπησης. Το Podemos ιδρύθηκε το 2014 και αξιοποίησε τη δυσαρέσκεια απέναντι στη λιτότητα και στις πολιτικές ελίτ, συμβάλλοντας στη διάρρηξη του παραδοσιακού δικομματισμού. Δεν ταυτιζόταν με το σύνολο των Αγανακτισμένων. Έδειχνε, όμως, ότι μέρος της ενέργειας των πλατειών μπορούσε να περάσει στην κομματική πολιτική, με τους συμβιβασμούς και τις συγκρούσεις που συνεπαγόταν αυτή η μετάβαση.
Αλλού, το πρώτο αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο δραματικό. Στην Αίγυπτο, η εξέγερση του 2011 οδήγησε στην πτώση του Hosni Mubarak, ενώ το 2013, ο στρατός ανέτρεψε τον εκλεγμένο Mohamed Morsi. Η απομάκρυνση ενός ηγέτη είχε αποδειχθεί εφικτή, η εγκαθίδρυση μιας δημοκρατίας, όμως, πολύ δυσκολότερη, καθώς οι μηχανισμοί που μπορούσαν να καθορίσουν την επόμενη ημέρα δεν βρίσκονταν όλοι στην πλατεία Tahrir.
Τι μετρά ως νίκη
Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει αποτελέσματα που δεν χωρούν σε μια γενική διάγνωση επιτυχίας ή αποτυχίας. Το 2010, οι φοιτητικές διαδηλώσεις στην Αγγλία δεν εμπόδισαν την έγκριση ανώτατου ορίου πανεπιστημιακών διδάκτρων 9.000 λιρών ετησίως. Ήταν μια μεγάλη κινητοποίηση, με συγκεκριμένο αντίπαλο και σαφές αίτημα, που όμως ηττήθηκε στη συγκεκριμένη νομοθετική μάχη.
Το 2018, τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία πέτυχαν την απόσυρση των προγραμματισμένων αυξήσεων στη φορολογία των καυσίμων. Το κίνημα είχε ξεκινήσει διαδικτυακά, συγκεντρώνοντας ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων γύρω από την πίεση στο οικογενειακό εισόδημα. Η επιτυχία του υπενθύμιζε ότι η κοινωνική διαμαρτυρία μπορούσε να αποκτήσει δυναμική και έξω από τα συνηθισμένα περιβάλλοντα πολιτικής κινητοποίησης.
Στην ίδια χώρα, ωστόσο, οι μαζικές αντιδράσεις του 2023 δεν σταμάτησαν τότε την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64. Η μεταρρύθμιση ανεστάλη αργότερα, το 2025, στη διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό του 2026 - πράγμα που σημαίνει ότι μια πολιτική μπορεί να επιβληθεί παρά τις διαδηλώσεις και να παραμείνει τόσο αμφισβητούμενη ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.
Στην Πολωνία, οι γυναίκες έμαθαν πόσο προσωρινή μπορεί να αποδειχθεί μια νίκη. Οι κινητοποιήσεις με τα μαύρα συνέβαλαν το 2016 στην απόρριψη πρότασης για σχεδόν καθολική απαγόρευση των αμβλώσεων. Το 2020 όμως, απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου περιόρισε δραστικά την πρόσβαση στην άμβλωση και προκάλεσε νέο κύμα διαδηλώσεων, αποδεικνύοντας ότι η προηγούμενη υποχώρηση της εξουσίας δεν είχε εξασφαλίσει το δικαίωμα.
Ανάλογη αλληλουχία, σε διαφορετικό πολιτικό πεδίο όμως, καταγράφηκε στη Γεωργία. Το 2023, οι διαδηλώσεις οδήγησαν στην απόσυρση του νομοσχεδίου για τους "ξένους πράκτορες", το οποίο οι επικριτές του θεωρούσαν μέσο περιορισμού των ανεξάρτητων οργανώσεων και των μέσων ενημέρωσης. Το 2024, η κυβέρνηση το επανέφερε και το έκανε νόμο. Για όσους διαδήλωναν με ευρωπαϊκές σημαίες, η σχέση με την Ευρώπη αφορούσε τις ελευθερίες που θα μπορούσαν να ασκούν στη χώρα τους.
Ωστόσο, υπήρξαν και σαφείς, άμεσες υποχωρήσεις. Στη Ρουμανία, τον Φεβρουάριο του 2017, οι διαδηλώσεις ανάγκασαν την κυβέρνηση να καταργήσει διάταγμα που αποποινικοποιούσε ορισμένα αδικήματα διαφθοράς. Οι συγκεντρώσεις συνεχίστηκαν, καθώς η απόσυρση του μέτρου δεν αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση που το είχε προωθήσει. Το αρχικό αίτημα είχε ικανοποιηθεί, αλλά η πολιτική σύγκρουση παρέμενε.
Το πλήθος χρειάζεται τρόπο να αποφασίζει
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην κινητοποίηση και στο αποτέλεσμά της απασχολεί τον δημοσιογράφο Vincent Bevins στο If We Burn. Μέσα από περισσότερες από διακόσιες συνεντεύξεις σε δώδεκα χώρες, εξετάζει πώς μεγάλες εξεγέρσεις της δεκαετίας του 2010 οδήγησαν συχνά μακριά από τις επιδιώξεις των ανθρώπων που τις ξεκίνησαν. Η ερμηνεία του στρέφεται στην οργάνωση, ποιος μπορεί να διαπραγματευτεί, να χαράξει στρατηγική και να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις όταν η αρχική ορμή υποχωρήσει;
Η Χιλή δείχνει πόσο σύνθετη μπορεί να γίνει αυτή η συνέχεια. Οι κινητοποιήσεις του 2019 άνοιξαν τη διαδικασία αντικατάστασης του Συντάγματος που είχε τις ρίζες του στη δικτατορία του Augusto Pinochet. Οι ψηφοφόροι απέρριψαν, όμως, δύο διαφορετικά σχέδια, το 2022 και το 2023, πράγμα που σημαίνει πως η συμφωνία ότι κάτι χρειάζεται αλλαγή, δεν εξασφαλίζει και συμφωνία για το περιεχόμενό της.
Η Zeynep Tufekci είχε περιγράψει μια κρίσιμη αδυναμία των κινημάτων που αναπτύσσονται μέσω των ψηφιακών δικτύων στο Twitter and Tear Gas. Η ταχύτητα της κινητοποίησης επιτρέπει να συγκεντρωθεί τεράστιο πλήθος προτού αποκτήσει τους τρόπους συλλογικής απόφασης που παλαιότερα χτίζονταν μέσα στη μακρά προετοιμασία μιας δράσης. Όταν χρειάζεται αλλαγή τακτικής ή διαπραγμάτευση, αυτή η έλλειψη γίνεται καθοριστική. Τα ίδια δίκτυα προσφέρουν, επίσης, στις αρχές δυνατότητες εντοπισμού και παρακολούθησης.
Η τεχνολογία, συνεπώς, δεν εξηγεί από μόνη της την έκβαση, αφού μπορεί να διευκολύνει την πρώτη συνάντηση, την ενημέρωση, τη συγκέντρωση χρημάτων και τη δημοσιοποίηση της καταστολής, αλλά η εμπιστοσύνη, η κατανομή ευθυνών και η συμφωνία για τα επόμενα βήματα απαιτούν επιπλέον δουλειά, συχνά αθέατη σε όσους παρακολουθούν μόνο τις ημέρες της μεγάλης προσέλευσης.
Η πολιτική επιστήμονας Erica Chenoweth κατέγραψε το 2020 υποχώρηση της αποτελεσματικότητας των μεγάλων μη βίαιων εκστρατειών, από περίπου 65% επιτυχία τη δεκαετία του 1990, σε λιγότερο από 34% για τη δεκαετία του 2010. Η έρευνα αφορούσε εκστρατείες με στόχους όπως η αλλαγή καθεστώτος ή η εθνική ανεξαρτησία, και δεν αποτελεί φυσικά στατιστική για κάθε διαδήλωση. Δείχνει, πάντως, ότι η εξάπλωση της διαμαρτυρίας δεν συνοδεύτηκε αυτομάτως από μεγαλύτερη δυνατότητα επίτευξης των πιο φιλόδοξων στόχων της.
Όσα αλλάζουν χωρίς να πέσει μια κυβέρνηση
Υπάρχουν αποτελέσματα που χάνονται όταν το μοναδικό κριτήριο είναι η αποχώρηση ενός ηγέτη. Η κινητοποίηση μπορεί να επηρεάσει την ψήφο, να καταστήσει ένα ζήτημα αναπόφευκτο στη δημόσια συζήτηση ή να δημιουργήσει οργανώσεις που θα συνεχίσουν να δρουν για χρόνια.
Το Fridays for Future προσφέρει ένα μετρήσιμο παράδειγμα. Έρευνα του ifo και συνεργαζόμενων ιδρυμάτων απέδωσε στις κινητοποιήσεις για το κλίμα περίπου το 7% των εκλογικών κερδών των Πρασίνων στη Γερμανία την περίοδο 2019–2021. Πρόκειται για μέρος της ανόδου τους, συγκεκριμένα 0,45 από τις 6,3 ποσοστιαίες μονάδες που κέρδισαν, όχι για επτά μονάδες στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα. Και μάλιστα η διάκριση αυτή είναι που περιορίζει τον εντυπωσιασμό και κάνει το εύρημα ουσιαστικότερο, με την παρουσία στον δρόμο να μπορεί να επηρεάσει συμπεριφορές και έξω από αυτόν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νέοι συγκροτούν ενιαίο πολιτικό σώμα, και φυσικά η ηλικία δεν εξασφαλίζει κοινή ιδεολογία, όπως ούτε και η αγανάκτηση οδηγεί αναγκαστικά στην ίδια κατεύθυνση. Το ποιος θα εκπροσωπήσει τη δυσαρέσκεια εξαρτάται και από όσους διαθέτουν ήδη κόμματα, πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και μηχανισμούς εξουσίας. Η κυβέρνηση που δέχεται την πίεση μπορεί να χάσει, εντούτοις και οι διαδηλωτές δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι εκείνοι που θα κερδίσουν.
Η επιστροφή στην Ελλάδα
Στις 28 Φεβρουαρίου 2025, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στην Ελλάδα για τους 57 νεκρούς των Τεμπών. Μαθητές και φοιτητές βρέθηκαν μαζί με εργαζομένους, γονείς και συνταξιούχους σε μία από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών. Και κάπως έτσι η απαίτηση για δικαιοσύνη είχε ξεπεράσει τα όρια μιας ηλικιακής ομάδας.
Όπως και στο Novi Sad έτσι και στα Τέμπη, μια καταστροφή σε σιδηροδρομική υποδομή προκάλεσε ευρύτερη αμφισβήτηση της κρατικής ευθύνης και της δυνατότητας ουσιαστικού ελέγχου της. Οι υποθέσεις έχουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και διαφορετική δικαστική και πολιτική εξέλιξη, όμως το κοινό ερώτημα είναι πώς εξασφαλίζεται ότι οι αρμόδιοι θα λογοδοτήσουν όταν η κοινωνία αμφιβάλλει για την προθυμία των θεσμών να ελέγξουν τον εαυτό τους.
Η γενιά που βγήκε στους δρόμους το 2008, όπως και εκείνη που ενηλικιώθηκε με τις πλατείες του 2011 γνωρίζει ότι μια συγκέντρωση μπορεί να μοιάζει ιστορική και η καθημερινότητα να παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, ενώ οι νεότεροι, μάλλον, παραλαμβάνουν αυτή την εμπειρία μαζί με τα προβλήματα που έμειναν άλυτα.
Η πολιτική σημασία της σημερινής επιστροφής στους δρόμους, πάντως, σίγουρα θα κριθεί και από το εάν αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία αποκτήσει διάρκεια, οργανώσεις που επιβιώνουν, συγκεκριμένες διεκδικήσεις, έλεγχο των κυβερνητικών δεσμεύσεων και δυνατότητα παρέμβασης όταν οι κάμερες έχουν φύγει. Και ας μην ξεχνάμε, millennials και Gen Z, ότι το επόμενο πρωί μιας μεγάλης διαδήλωσης, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει υπουργεία, προϋπολογισμό και διοίκηση, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι διαθέτουν όσοι διαδήλωσαν για να την υποχρεώσουν να αλλάξει αποφάσεις.


