Η Diane von Fürstenberg είναι ένα σύμβολο γυναικείας ανεξαρτησίας, κοσμοπολίτικης ζωής και επιχειρηματικής ευφυΐας, μια γυναίκα που κατάφερε να μετατρέψει ένα απλό φόρεμα σε μανιφέστο ελευθερίας, παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο και το όνομά της σε συνώνυμο της αυτοπεποίθησης. Η ζωή της μοιάζει περισσότερο με μυθιστόρημα παρά με τυπική βιογραφία: περιλαμβάνει βασιλικούς τίτλους, πολέμους, έρωτες, οικονομική κατάρρευση, θριαμβευτική επιστροφή και μια διαρκή παρουσία στο επίκεντρο της διεθνούς μόδας και κοινωνικής ζωής.
Γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1946 στις Βρυξέλλες με το όνομα Diane Simone Michelle Halfin. Η καταγωγή της και η οικογενειακή της ιστορία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ατρόμητου χαρακτήρα της. Ο πατέρας της, Léon Halfin, ήταν Ρουμάνος Εβραίος επιχειρηματίας, ενώ η μητέρα της, Liliane Nahmias, είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και επιβίωσε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, ζυγίζοντας μόλις 25 κιλά και έφερε στον κόσμο την Diane μόλις 18 μήνες μετά την απελευθέρωσή της. Μία εμπειρία που σημάδεψε βαθιά την οικογένεια και τη μετέπειτα κοσμοθεωρία της Diane. Η ίδια έχει πει πολλές φορές ότι μεγάλωσε με τη σιωπή και τη δύναμη της μητέρας της ως πρότυπο, μαθαίνοντας από μικρή ότι η ανεξαρτησία δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα και πως ο φόβος δεν είναι επιλογή, μια συμβουλή που η Diane ακολούθησε πιστά σε κάθε βήμα της πολυτάραχης ζωής της.
Σπούδασε στη Μαδρίτη και αργότερα οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, χωρίς ποτέ να σκοπεύει αρχικά να γίνει σχεδιάστρια μόδας. Η ζωή της άλλαξε όταν μετακόμισε στο Παρίσι και εργάστηκε ως βοηθός φωτογράφου, ερχόμενη σε επαφή με τον κόσμο της υψηλής ραπτικής και της καλλιτεχνικής μποέμ. Στη συνέχεια πήγε στην Ιταλία, όπου μαθητεύσε κοντά στον Angelo Ferretti, ιδιοκτήτη εργοστασίου υφασμάτων, μαθαίνοντας πρακτικά τη διαδικασία παραγωγής και σχεδιασμού.

Η είσοδός της στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας και η ενασχόλησή της με τη μόδα ήρθαν σχεδόν ταυτόχρονα με την προσωπική της ζωή. Στα φοιτητικά της χρόνια στη Γενεύη γνώρισε τον Πρίγκιπα Egon von Fürstenberg, γόνο της γερμανικής δυναστείας και κληρονόμο της περιουσίας της Fiat. Παρά τις αντιρρήσεις της πριγκιπικής οικογένειας λόγω της εβραϊκής της καταγωγής, το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1969. Η Diane, όμως, δεν επαναπαύτηκε στον τίτλο της πριγκίπισσας. Όπως έχει δηλώσει η ίδια, τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει η σύζυγος του Egon, αποφάσισε ταυτόχρονα ότι έπρεπε να έχει μια δική της καριέρα, να είναι ένας αυτόνομος άνθρωπος και όχι απλώς "η κυρία κάποιου". Μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη το 1972, κουβαλούσε μαζί της μια βαλίτσα γεμάτη με δείγματα από πλεκτά jersey φορέματα που είχε φτιάξει στο εργοστάσιο του Angelo Ferretti στην Ιταλία, όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενη.

Το 1974 ήταν η χρονιά που άλλαξε την παγκόσμια μόδα για πάντα. Η Diane παρουσίασε το "wrap dress", το κρουαζέ φόρεμα που δεν είχε φερμουάρ ή κουμπιά, αλλά αγκάλιαζε το σώμα με μια απλή κίνηση. Σε μια εποχή που οι γυναίκες διεκδικούσαν τη θέση τους στον εργασιακό χώρο και την κοινωνική απελευθέρωση, το wrap dress έγινε η στολή τους. Ήταν αρκετά κομψό για το γραφείο και αρκετά σέξι για το Studio 54. Η επιτυχία ήταν ιλιγγιώδης, με την Diane να πουλάει εκατομμύρια φορέματα και να γίνεται εξώφυλλο στο περιοδικό Newsweek το 1976, χαρακτηριζόμενη ως η πιο εμπορική γυναίκα στη μόδα μετά την Coco Chanel.

Η προσωπική της ζωή στη Νέα Υόρκη των 70s ήταν γεμάτη λάμψη, πάρτι και υψηλές γνωριμίες. Ήταν η μούσα και στενή φίλη του Andy Warhol, ο οποίος απαθανάτισε το πρόσωπό της στα διάσημα πορτρέτα του, και μέλος της παρέας του Bianca Jagger και του Halston. Παρά την επαγγελματική της άνοδο, ο γάμος της με τον Egon έφτασε στο τέλος του, αν και παρέμειναν φίλοι μέχρι τον θάνατό του. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τον Alexander και την Tatiana, οι οποίοι αποτελούν τη μεγάλη της αδυναμία. Η Diane συνέχισε να ζει έντονα, με σχέσεις που συζητήθηκαν, όπως αυτή με τον Richard Gere, αλλά πάντα διατηρούσε μια αύρα αξιοπρέπειας και ελέγχου πάνω στη δημόσια εικόνα της.

Την περίοδο του διαζυγίου της μάλιστα, η καριέρα της επίσης βρέθηκε σε κρίση. Η αγορά είχε αλλάξει, το wrap dress είχε κορεστεί και η εταιρεία της σχεδόν κατέρρευσε και η ίδια αποφάσισε να πουλήσει την επιχείρηση και να μετακομίσει στο Παρίσι, όπου ίδρυσε έναν εκδοτικό οίκο. Για χρόνια αποσύρθηκε από το προσκήνιο, εργάστηκε στον χώρο των τηλεπωλήσεων και πέρασε φάση έντονης εσωτερικής αναζήτησης, την οποία η ίδια έχει περιγράψει ως "επαγγελματική και υπαρξιακή κατάρρευση”.
Ωστόσο, η μόδα ήταν στο αίμα της. Το 1997 έκανε ένα θριαμβευτικό comeback, επανιδρύοντας την εταιρεία της όταν παρατήρησε ότι οι νέες γυναίκες της εποχής έψαχναν στα vintage μαγαζιά για τα αυθεντικά της φορέματα από τα 70s. Η επιστροφή της ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες στην ιστορία του κλάδου, αποδεικνύοντας ότι το στιλ της είναι διαχρονικό. Αυτή τη φορά όμως έδωσε έμφαση στην προσωπική ιστορία, την αυθεντικότητα και το μήνυμα γυναικείας ενδυνάμωσης ακόμα περισσότερο. Η εταιρεία Diane von Fürstenberg εξελίχθηκε σε παγκόσμιο όμιλο με καταστήματα σε δεκάδες χώρες, αρώματα, αξεσουάρ και συνεργασίες με μεγάλους retailers.
Το 2001 παντρεύτηκε τον Barry Diller, πανίσχυρο Αμερικανό μεγιστάνα των media και πρόεδρο του ομίλου IAC. Η σχέση τους απασχόλησε έντονα τον Τύπο, ιδιαίτερα όταν ο Diller αποκάλυψε δημόσια ότι στο παρελθόν είχε σχέσεις με άνδρες, ενώ χαρακτήρισε τη Diane "τον έρωτα της ζωής του”. Οι δυο τους αποτελούν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο ισχυρά και ιδιαίτερα ζευγάρια της Νέας Υόρκης.

Οι μούσες της δεν ήταν μόνο μοντέλα, αλλά πραγματικές γυναίκες εξουσίας και πολιτισμού: η Bianca Jagger, η Lauren Hutton, η Jerry Hall, η Michelle Obama, η Oprah Winfrey. Στο κόκκινο χαλί, δημιουργίες της έχουν φορέσει από την Gwyneth Paltrow και την Madonna μέχρι τη Penélope Cruz και τη Jessica Alba, με το brand να ταυτίζεται με θηλυκότητα χωρίς επιτήδευση.
Παράλληλα με τη μόδα, η Diane von Fürstenberg ανέπτυξε έντονη φιλανθρωπική δράση. Ως πρόεδρος του Council of Fashion Designers of America (CFDA) από το 2006 έως το 2019, προώθησε τη διαφορετικότητα, τη στήριξη νέων σχεδιαστών, τη συμμετοχή των γυναικών στη βιομηχανία, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των μοντέλων και την προώθηση της υγιεινής εικόνας σώματος, ενώ θέσπισε αυστηρούς κανόνες για την προστασία των ανηλίκων στη βιομηχανία.. Ίδρυσε το DVF Awards, βραβεύοντας γυναίκες που αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εκπαίδευση και την ισότητα παγκοσμίως. Έχει χρηματοδοτήσει προγράμματα για γυναίκες στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, ενώ υποστηρίζει ενεργά οργανισμούς για πρόσφυγες, επιζώντες του Ολοκαυτώματος και θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Οι φιλίες της εκτείνονται από τον Andy Warhol και τον Halston μέχρι την Anna Wintour και την Hillary Clinton. Η ίδια κινείται με άνεση ανάμεσα στην τέχνη, την πολιτική, τα media και τη μόδα, λειτουργώντας ως γέφυρα μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τις αποτυχίες της, τις ερωτικές της περιπέτειες, τη μοναξιά και τους φόβους της, γεγονός που την έκανε ιδιαίτερα αγαπητή.

Σε δηλώσεις της έχει πει ότι "το πιο σημαντικό αξεσουάρ μιας γυναίκας είναι η αυτοπεποίθησή της” και ότι "η μόδα πρέπει να υπηρετεί τη ζωή, όχι να την περιορίζει”. Για την ίδια, το wrap dress δεν ήταν απλώς ένα σχέδιο, αλλά μια πολιτική πράξη: ένα ρούχο που επιτρέπει στη γυναίκα να ντύνεται μόνη της, να κινείται ελεύθερα και να ορίζει το σώμα της.
Σήμερα, η Diane von Fürstenberg θεωρείται ζωντανός θρύλος. Δεν είναι μόνο η γυναίκα που σχεδίασε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα φορέματα στην ιστορία, αλλά και μια προσωπικότητα που ενσάρκωσε την ιδέα ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημιουργός, επιχειρηματίας, μητέρα, ερωμένη, φιλάνθρωπος και παγκόσμιο σύμβολο. Η διαδρομή της, από την κόρη μιας επιζήσασας του Άουσβιτς μέχρι πριγκίπισσα, από την πτώση στην αναγέννηση και από το ατελιέ στη διεθνή επιρροή, αποτελεί μια από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες της σύγχρονης μόδας και του γυναικείου χειραφετημένου 20ού και 21ου αιώνα.