top article

Πριν από λίγο καιρό αποφάσισα να παρακολουθήσω στο Netflix, για πρώτη φορά, 22 χρόνια μετά την πρώτη της προβολή, την "αισθηματική κομεντί", όπως λέγαμε στα ’90s, Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ. Δεν ξέρω γιατί άργησα τόσο. Δεν είχα δει την ταινία ούτε όταν είχε βγει στις αίθουσες ούτε όταν πριν από 15 χρόνια την έβαλα στη λίστα με τα DVDs που θα νοίκιαζα γυρίζοντας από ένα επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο, όπου είχα μείνει για λίγες ημέρες στην περιοχή όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα. Αυτό που συγκράτησα, πέρα από την έντονη νοσταλγία για μια εποχή που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί, ήταν μια φράση της Anna Scott, της ηρωίδας που υποδύεται η Julia Roberts: "Κάποια μέρα θα ανακαλύψουν ότι δεν ξέρω να παίζω". Ναι, η ίδια γυναίκα που, σύμφωνα με το σενάριο, αμείφθηκε με 15 εκατ. δολάρια για την τελευταία της ταινία, πιστεύει ότι είναι κακή ηθοποιός.

Λίγες ημέρες μετά βγήκα για καφέ με τη Ράνια, συνάδελφο με την οποία κάποτε καθόμασταν σε απέναντι γραφεία. Η ιστορία της εν τάχει: Ξεκίνησε να γράφει σε περιοδικά στα μέσα της δεκαετίας του 2000 έχοντας στην πλάτη της ένα πτυχίο με άριστα, ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό εν εξελίξει, το οποίο τελικά παράτησε. Η πρώτη της διευθύντρια την προωθούσε ως "ταλέντο", την πλήρωνε με το καλημέρα σας με ταρίφα "πένας", έξι μήνες μετά την πρόσληψή της της ζήτησε να γράψει το editorial αντί για εκείνη. Κι όμως, παρά τα επιτεύγματά της, ήταν πεπεισμένη ότι ήταν μια "άσχετη" και ότι πολύ σύντομα ο χώρος θα ανακάλυπτε ότι η επαγγελματική της ανέλιξη βασιζόταν στο ότι απλώς είχε καταφέρει να πείσει τους άλλους ότι ήταν ικανή και θα την "ξερνούσε". Πείτε μου πώς το λέτε εσείς εκεί, να σας πω πώς το λέμε εμείς εδώ: impostor syndrome (σύνδρομο του απατεώνα).

Τι είναι το impostor syndrome

Ως όρος εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1978 στο άρθρο The Impostor Phenomenon in High Achieving Women: Dynamics and Therapeutic Intervention, που υπέγραψαν δύο γυναίκες κλινικοί ψυχολόγοι του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Τζόρτζια, η Pauline Clance και η Suzanne Imes. Στη μελέτη τους ασχολήθηκαν με τις φιλόδοξες και επιτυχημένες γυναίκες που θεωρούσαν τον εαυτό τους υπερεκτιμημένο, που πίστευαν ότι είναι μια "απάτη" έτοιμη να αποκαλυφθεί. Παρά τα χειροπιαστά στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ήταν ικανές, εκείνες ήταν πεπεισμένες ότι δεν άξιζαν αυτό που ζούσαν αποδίδοντάς το άλλοτε στην τύχη, άλλοτε στις συμπτώσεις, άλλοτε στην καπατσοσύνη τους, χάρη στην οποία έκαναν τους άλλους να πιστεύουν ότι είναι, π.χ., αποτελεσματικές στη δουλειά τους, ενώ κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις ίδιες, δεν ίσχυε.

Επισήμως το impostor syndrome δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή, αλλά φαινόμενο το οποίο βιώνει ένα άτομο, παρόλο που η χαμηλή αυτοπεποίθηση και η αίσθηση της αποτυχίας είναι συμπτώματα που έχουν συσχετιστεί με την κατάθλιψη. Επιτυχημένες celebrities που έχουν μιλήσει ανοιχτά για το ότι έχουν υποφέρει από αυτό κάποια στιγμή στη ζωή τους είναι οι Cara Delevingne, Emma Watson και Lady Gaga αλλά και οι Ryan Reynolds, Tom Hanks και Robert Pattinson. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2016 στο Insider, το impostor syndrome επηρεάζει εξίσου άντρες και γυναίκες, ενώ οι άντρες θεωρείται ότι υποεκπροσωπούνται στα αποτελέσματα των ερευνών λόγω των κοινωνικών προσδοκιών για το φύλο: ντρέπονται να το παραδεχτούν. Γενικότερα το impostor syndrome βιώνεται από άτομα που έχουν ξεχωρίσει σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα και αποτελούν τμήμα μιας κλειστής ελίτ: υψηλόβαθμα στελέχη σε επιχειρήσεις, καλλιτέχνες, διδακτορικούς φοιτητές και ακαδημαϊκούς.

Reality check

Η Ράνια, όταν η οικονομική κρίση σάρωσε τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα και το περιοδικό στο οποίο εργαζόταν έκλεισε, δεν ήταν από τις δημοσιογράφους που επιβίωσαν στον χώρο. Παρότι οι συνάδελφοί της την παραδέχονταν ως μία από τις πιο ικανές επαγγελματίες, εκείνη, θεωρώντας ότι είχε έρθει το υποτιθέμενο πλήρωμα του χρόνου για την "αποκάλυψή" της, δεν έκανε σοβαρές προσπάθειες να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά της άξιζε. Αντ’ αυτού, κατέληξε να γίνει γραμματέας σε ένα δικηγορικό γραφείο. Ο χώρος όμως δεν την είχε "ξεράσει" ποτέ, όπως η ίδια ανέμενε. Αυτό που της συνέβη ήταν το ότι έπεσε θύμα της προβληματικής της αυτοεκτίμησης και οδηγήθηκε στην αποτυχία.

Με παρόμοιο τρόπο, γυναίκες και άντρες σαμποτάρουν την καριέρα τους αμφισβητώντας συνεχώς τις δεδομένες ικανότητές τους. Ακόμα κι όταν εξελίσσονται στην ιεραρχία, βιώνουν παράλληλα μια αίσθηση ότι μετά την ανέλιξή τους θα υπάρχουν ακόμα περισσότερες πιθανότητες να αποκαλυφθεί ότι δεν την αξίζουν. Πώς όμως μπορεί κάποιος να ξεφύγει από αυτό τον φαύλο κύκλο; Κοιτάζοντας το τέρας της υποτιθέμενης απάτης του κατάματα. Μόνο έτσι μπορεί να καταλάβει ότι πρόκειται περί οπτασίας, μόνο έτσι μπορεί να το εξαϋλώσει. Να αποδεχτεί ότι απλώς αισθάνεται ότι είναι μια "απάτη" και να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι. Κατανοώντας ότι βιώνει τις συνέπειες του impostor syndrome, δίνοντας ένα όνομα στην εμπειρία του, την κάνει πιο διαχειρίσιμη.

Στη συνέχεια πρέπει να προχωρήσει στο "reality check". Να καταγράψει όλα του τα επιτεύγματα: τους βαθμούς του στο πανεπιστήμιο, τα "μπράβο" που άκουσε από τους καθηγητές ή τους προϊσταμένους του. Όλες τις φορές που επιλέχθηκε για την εκτέλεση σημαντικών καθηκόντων. Είναι δυνατόν να ξεγέλασε τόσους ανθρώπους; Είναι δυνατόν όλοι να έκαναν λάθος; Να καταγράψει επίσης όλες τις δεξιότητες που διαθέτει αλλά και το πόσο σκληρά έχει εργαστεί: τις υπερωρίες που έκανε, τα Σαββατοκύριακα που κλείστηκε σπίτι για να δουλέψει. Πώς γίνεται μετά από τόσες θυσίες να μην αξίζει τη θέση;

Μήπως όλοι νιώθουμε λίγο "απατεώνες";

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε το 2015 και φέρει τη σφραγίδα του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Τέξας, το 70% του γενικού πληθυσμού βιώνει κάποια στιγμή στη ζωή του την αίσθηση ότι είναι μια "απάτη", παρότι η συγκεκριμένη εμπειρία δεν αναγνωρίζεται και δεν καταγράφεται ως impostor syndrome. Μια άλλη έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Journal of General Internal Medicine τον Δεκέμβριο του 2019, ανεβάζει το ποσοστό στο 82%.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε η δημοσιογράφος Julia Carpenter έγραψε στη Wall Street Journal για ένα νέο είδος μισθολογικού impostor syndrome, που έρχεται να προστεθεί στο ήδη γνωστό και το οποίο βιώνουν οι οικονομικά επιτυχημένοι millennials. Οι σημερινοί τριαντάρηδες ή σαραντάρηδες, που επιβίωσαν από την παγκόσμια οικονομική κρίση στην αρχή της καριέρας τους, συνέχισαν να δουλεύουν σκληρά και κατάφεραν μετά από χρόνια να ανελιχθούν στην επαγγελματική ιεραρχία και να αμείβονται καλά, πλέον νιώθουν όλο και πιο συχνά ότι δεν αξίζουν τον μισθό τους και ότι κάποια στιγμή αυτό θα αποκαλυφθεί και όλα θα πάνε κατά διαόλου.

Αισθανόμαστε, λοιπόν, όλοι τρωτοί και ευάλωτοι; Προφανώς ναι, ευτυχώς όχι πάντα, σίγουρα όχι όλοι στον ίδιο βαθμό. Ας θυμηθούμε τη σκηνή από την ταινία Ο διάβολος φοράει Prada, όπου η προσωπική βοηθός-για-όλες-τις-δουλειές Andrea Sachs (Anne Hathaway) πάει να αφήσει το "book" του περιοδικού Runway στη Miranda Priestly (Meryl Streep) και αντιλαμβάνεται πόσο ευάλωτη είναι η "σιδηρά" διευθύντριά της. Πού καταλήγουμε; Στο γνώθι σαυτόν. Στο ότι πρέπει να ξέρουμε ποιες και ποιοι είμαστε, να κατανοούμε ότι είναι οκέι να έχουμε φόβους –ακόμα και παράλογους– και να μη σταματάμε στιγμή να προσπαθούμε να βελτιωνόμαστε.

Για την ιστορία, η Ράνια άργησε, αλλά κατάλαβε ότι δεν ήταν "απάτη" και ότι άξιζε την επιτυχία που είχε βιώσει στην αρχή της καριέρας της. Κι αυτό αφού την απέλυσαν από το δικηγορικό γραφείο. Πώς; Ξεκίνησε να διαβάζει οδηγούς για τη σωστή σύνταξη του βιογραφικού της και άρχισε να καταγράφει όλα της τα επιτεύγματα για τα οποία ήταν περήφανη. Την ίδια περίοδο συνάντησε τυχαία μια συνάδελφό της από τα "παλιά" –εκείνα που είχε προσπαθήσει να ξεχάσει, αλλά δεν ξεχνιόνταν– η οποία της πρότεινε να γίνει αρχισυντάκτρια στο περιοδικό που η ίδια είχε εν τω μεταξύ αρχίσει να εκδίδει. Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει, γιατί το αξίζεις.

Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις

Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για Mόδα, Ομορφιά, Συγχρονη Ζωή, Πολιτισμό, Design και Γαστρονομία στο madamefigaro.gr

Ιούλιος 2018

>