Τα καινούρια βήματα της συλλέκτριας έργων τέχνης και low profile συζύγου του Σταύρου Νιάρχου.
Όσοι παρακολουθούν το διεθνές σύμπαν της τέχνης και του σύγχρονου lifestyle, το όνομα της Dasha Zhukova τους είναι κάτι παραπάνω από γνωστό. Η κόρη της μοριακής βιολόγου Elena Zhukova – η οποία το 2024 παντρεύτηκε με τον μεγιστάνα των media, Rupert Murdoch – δεν άργησε να ανακαλύψει το ενδιαφέρον της για την τέχνη και την καλή ζωή.
Το 2008 ίδρυσε το Garage Museum of Contemporary Art (αρχικά ως Garage Center for Contemporary Culture) στη Μόσχα. Ένα ίδρυμα το οποίο έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους οργανισμούς σύγχρονης τέχνης στη Ρωσία. Σήμερα, περιλαμβάνει εκθέσεις, εκπαίδευση και αρχειακή έρευνα για τη ρωσική τέχνη. Η Zhukova έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή του σε διεθνές πολιτιστικό κέντρο, συνεργαζόμενη με κορυφαίους αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες.
Ο γάμος της με τον Ρώσο επιχειρηματία και φιλάνθρωπο Roman Abramovich, ο οποίος διακρίνεται επίσης για την αδυναμία του στην τέχνη, συνέβαλε καθοριστικά στην εξέλιξη των ενδιαφερόντων της Mrs. Zhukova. Μπορεί η εν λόγω σχέση να έκανε τον κύκλο της και να οδηγήθηκε στο διαζύγιο, όμως, το ενδιαφέρον της φωτογενούς Dasha για την τέχνη παρέμεινε ακμαίο. Λέγεται ότι συνιστά έναν από τους συνδετικούς κρίκους με τον σύζυγό της, Σταύρο Νιάρχο, με τον οποίο ενώθηκε με τα ιερά δεσμά του γάμου το 2020.

Σήμερα, η Dasha Zhukova θεωρείται μία από τις πιο γνωστές συλλέκτριες έργων τέχνης παγκοσμίως – είναι συνιδρύτρια της Artsy, μιας ψηφιακής πλατφόρμας για αγορά και ανακάλυψη έργων τέχνης, συμβάλλοντας στον εκδημοκρατισμό της πρόσβασης στην τέχνη.
Φαίνεται, όμως, ότι η ενασχόληση με την τέχνη δεν ήταν αρκετή. Για αυτό, και πήρε την απόφαση να προχωρήσει σε ένα καινούριο επαγγελματικό βήμα: εκείνο της ενεργούς δραστηριοποίησης με το real estate, κάτι που έγινε γνωστό την άνοιξη του 2026. Η Zhukova δεν λειτουργεί ως συμβατική developer, αλλά ως δημιουργός ενός νέου μοντέλου "branded" κατοικίας, όπου η αρχιτεκτονική, η τέχνη και η κοινότητα συνυπάρχουν. Projects όπως το Ray Harlem στη Νέα Υόρκη ενσωματώνουν κατοικίες με πολιτιστικούς χώρους (όπως το National Black Theatre), καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις και κοινωνικές λειτουργίες, διαμορφώνοντας ένα υβριδικό μοντέλο mixed-use ανάπτυξης που συνδυάζει real estate με πολιτιστική παραγωγή.
Παράλληλα, η στρατηγική της εστιάζει στη δημιουργία "κοινοτήτων εμπειρίας", όπου τα κτίρια λειτουργούν σαν "μουσεία όπου ζεις", με studios καλλιτεχνών, εκθεσιακούς χώρους και προγράμματα για τους κατοίκους. Μέσω έργων σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, η Φιλαδέλφεια και με επεκτάσεις σε Phoenix και Nashville, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το αστικό real estate ως εργαλείο κοινωνικής σύνδεσης και ευεξίας, αντιμετωπίζοντας ακόμη και φαινόμενα όπως η αστική απομόνωση.
