Russell Brand: Ένοχος για βιασμό και σεξουαλικές επιθέσεις, χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις
Photo by Jack Taylor/Getty Images/Ideal Image
Η καταδίκη για βιασμό και σεξουαλικές επιθέσεις, η έρευνα πίσω από την υπόθεση και τα ερωτήματα για τη δύναμη της διασημότητας.
Οι αστυνομικοί αναζήτησαν παλιές κατόψεις κτιρίων, φωτογραφίες χώρων, ανθρώπους που μπορούσαν να θυμηθούν τι είχε συμβεί χρόνια νωρίτερα. Παρακολούθησαν εκατοντάδες ώρες από παραστάσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις και συνεντεύξεις του Russell Brand και διάβασαν τα βιβλία του, αναζητώντας στοιχεία που θα επέτρεπαν να ελεγχθούν οι καταθέσεις και οι δικές του εξηγήσεις.
Στις 5 Νοεμβρίου 2026, οι ένορκοι του Southwark Crown Court στο Λονδίνο έκριναν τον 51χρονο κωμικό και ηθοποιό ένοχο για έναν βιασμό και τρεις σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος τεσσάρων γυναικών. Τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε διαπράχθηκαν μεταξύ 2004 και 2009, την περίοδο δηλαδή που η καριέρα του επεκτεινόταν από το stand-up στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο.
Αθωώθηκε για δύο άλλες κατηγορίες βιασμού και μία κατηγορία απόπειρας άσεμνης επίθεσης, ενώ ο δικαστής Joel Bennathan απέρριψε το αίτημα να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση και ο Brand οδηγήθηκε υπό κράτηση. Η ποινή του αναμένεται να ανακοινωθεί τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου.
Τι χρειάστηκε για να φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο
Η αστυνομική έρευνα άρχισε μετά τις αποκαλύψεις του Σεπτεμβρίου του 2023 από τους Times, τους Sunday Times και την εκπομπή Dispatches του Channel 4, ενώ το ντοκιμαντέρ Russell Brand: In Plain Sight μεταδόθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με τη Μητροπολιτική Αστυνομία, οι ερευνητές συγκέντρωσαν περισσότερες από 400 καταθέσεις και εξέτασαν πάνω από 1.400 έγγραφα. Δεν υπήρχαν διαθέσιμα εγκληματολογικά ευρήματα ή υλικό από κάμερες ασφαλείας, ενώ η πάροδος του χρόνου περιόριζε και την αναζήτηση ψηφιακών στοιχείων. Οπότε χρειάστηκε να ανασυνθέσουν τις περιστάσεις κάθε καταγγελίας με άλλους τρόπους.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η δουλειά σπάνια χωράει στον τίτλο μιας είδησης. Είναι όμως ουσιώδης, ειδικά όταν η καθυστερημένη καταγγελία αντιμετωπίζεται στη δημόσια συζήτηση σχεδόν ως λόγος δυσπιστίας. Η βρετανική εισαγγελία επισημαίνει ότι οι γυναίκες της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν είχαν καταγγείλει τότε τα αδικήματα στην αστυνομία και ότι η μετάδοση της εκπομπής τις ώθησε να προσέλθουν, ανεξάρτητα η μία από την άλλη και για διαφορετικούς προσωπικούς λόγους.
Το ερώτημα μετακινήθηκε στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου
Ο Brand είχε αρνηθεί όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι σεξουαλικές επαφές ήταν συναινετικές. Η υπεράσπισή του περιλάμβανε επίσης τον ισχυρισμό ότι ορισμένα περιστατικά είχαν επανερμηνευτεί μετά τη δημοσιοποίηση των καταγγελιών το 2023. Οι ένορκοι άκουσαν τα στοιχεία και κατέληξαν σε διαφορετικές αποφάσεις για τις επιμέρους κατηγορίες.
Η εισαγγελία επικεντρώθηκε στις πράξεις και στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αποφεύγοντας υποθέσεις για το πώς "θα έπρεπε" να είχαν αντιδράσει οι γυναίκες. Συνέδεσε τη μέθοδο με την Operation Soteria, την εθνική πρωτοβουλία για τη βελτίωση της διερεύνησης και δίωξης υποθέσεων βιασμού.
Δυστυχώς, πολλές φορές, σε μια υπόθεση σεξουαλικής βίας, η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος συχνά εξετάζεται στη δημόσια σφαίρα με μεγαλύτερη επιμονή από τη συμπεριφορά εκείνου που καταγγέλλεται. Γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν μίλησε αμέσως, γιατί συνέχισε να επικοινωνεί. Έτσι, η συζήτηση μπορεί να απομακρυνθεί από το κρίσιμο ερώτημα της συναίνεσης.
Η σιωπή μέσα στους οργανισμούς
Η υπόθεση έχει και ένα δεύτερο, ήδη καταγεγραμμένο κεφάλαιο. Τον Ιανουάριο του 2025, το BBC ζήτησε συγγνώμη από ανθρώπους που είχαν αισθανθεί ότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν ανησυχίες για τον Brand. Η εσωτερική του ανασκόπηση εξέτασε οκτώ καταγγελίες συμπεριφοράς, δύο από τις οποίες είχαν διατυπωθεί όσο εκείνος συνεργαζόταν με τον οργανισμό, η μία επίσημα και η άλλη ανεπίσημα.
Στην ανασκόπηση, πάντως, καταγράφηκε η αντίληψη αρκετών συνεντευξιαζόμενων ότι ο Brand θα εξασφάλιζε τελικά αυτό που ήθελε και, επομένως, δεν είχε νόημα να μιλήσουν.
