Σε μία καθημερινότητα που αναδομείται on repeat, υπάρχουν μερικά σταθερά ραντεβού. Παντός καιρού. Το ραντεβού μας με τον πολιτισμό, την τέχνη, τη γεύση, το design, την αισθητική. Τη συνάντηση με το #theaftertaste, το οποίο κάθε εβδομάδα ξεχωρίζει τα καλύτερα από όσα συμβαίνουν στην πόλη που δεν σταματά να (ανα)γεννάται μέσα από την ύπαρξη της.
Είδαμε:
Μία θηλυκή παράσταση. Είναι δύσκολο να αποχωρήσεις από το "Κρυφτό" χωρίς να έχει μετατοπιστεί κάτι μέσα σου – ο βαθμός εξαρτάται από το πόσο ταυτίζεσαι με όσα διαδραματίζονται για εβδομήντα λεπτά στη σκηνή του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Είναι εύκολο να σου πω ότι πρόκειται για ένα απαιτητικό έργο. Όχι σε επίπεδο αποκωδικοποίησης, αλλά ενσυναίσθησης.

Τα φώτα χαμηλώνουν και το σκηνικό σε μεταφέρει στα Ιωάννινα. Εκεί, δύο ενήλικες αδερφές δεν προσπαθούν απλά να συμβιώσουν, αλλά να αντιληφθούν – ίσως και να αποδεχθούν η μία την άλλη. Δεν είναι απλό. Η σκιά της αυταρχικής τους μητέρας και της κοινωνίας που διαχρονικά αρέσκεται να κρίνει οτιδήποτε δραπετεύει από τα στενά όρια του επιτρεπτού και φυσιολογικού συνθέτουν ένα νοσηρό σκηνικό, από το οποίο δεν ξεφεύγει αβίαστα κανείς.

Είναι η Ηρώ (Μαριάννα Τουμασάτου), καλλιτέχνις στο επάγγελμα, διστακτική στη ζωή η μεγαλύτερη από τις δύο γυναίκες που παλεύει με τις αδυναμίες της και τη δική της ευαλωτότητα εκείνη που αγαπά, αλλά κατακρίνει σχεδόν για κάθε της κίνηση τη μικρότερη αδερφή της (Λένα Δροσάκη). Όταν η μητέρα τους πεθαίνει, οι σχέσεις δοκιμάζονται και οι κατηγορίες μετατρέπονται σε λεκτικές σφαίρες, οδηγώντας σε μια αλυσιδωτή ακολουθία τραγικών γεγονότων που ξεπερνά τα όρια της συγγένειας. Η κορύφωση γίνεται με σωστό βηματισμό, με την ερμηνεία της Λένας Δροσάκη να διακρίνεται για τη φυσικότητα και τη μετριασμένη συναισθηματική της ένταση.
Κάθε στοιχείο της παράστασης είναι λιτό, σχεδόν γυμνό. Όπως η μάχη που καλείται να δώσει ένας άνθρωπος όταν αναμετράται με οτιδήποτε αξιολογεί ως ξένο ή απλά το είδωλό του στον καθρέφτη. Την εσώτερη αλήθειά του. Αποφεύγοντας τις υπερβολές, η Βάσια Αργέντη, από την οπτική του σκηνοθέτη, επιλέγει να φανερώσει ένα – ένα τα συναισθήματα στη αφιλτράριστη μορφή τους, σαν να βρίσκεται σε διαμάχη μαζί τους με το μπαλάκι του νικητή να κάθεται σε αβέβαιη μεριά.

Στο κείμενο της δημιουργού κάθε σιωπή αποκαλύπτει μία ενοχή, κάθε παύση ένα αντιφατικό συναίσθημα, κάθε πράξη μία ασύμφωνη με τον ψυχισμό του ήρωα απόφαση. Η καταπίεση είναι υποβόσκουσα. Δεν διατυμπανίζει την ύπαρξή της. Λειτουργεί υποδόρια οδηγώντας στον – ψυχολογικό – θάνατο και σε ένα φινάλε που, αν μπορούσε η Ηρώ, θα είχε σίγουρα αποτρέψει. Ίσως επειδή το ουσιαστικό κρυφτό δεν είναι αυτό που παίζουμε με τους άλλους, αλλά τελικά με τον ίδιο μας τον εαυτό. Κάθε Τρίτη και Τετάρτη στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη.
Δοκιμάσαμε:
Την πιο γαστρονομική πίτσα των Νοτίων. Στη δημιουργική σκέψη του Μάριου Τσακίρη, η ζύμη δεν είναι απλά η βάση για toppings και συνδυασμούς υλικών που γεννούν αυτό που ονομάζουμε pizza. Είναι κάτι περισσότερο. Για τον consultant chef του Etien Pizza Bar, η ζύμη θυμίζει έναν λευκό καμβά, πάνω στον οποίο μπορεί είτε να ακολουθήσει την κλασική ιταλική πεπατημένη είτε να πειραματιστεί με τις πρώτες ύλες και να παρουσιάσει ευφάνταστες – απολαυστικές – γαστρονομικές προτάσεις. Αυτό είναι κάτι που διαπιστώνω όσο τον παρατηρώ να τοποθετεί την pizza στον ξυλόφουρνο, αλλά και μετά το πέρας του δείπνου μας – τότε που ξεκινά με μεράκι και υπομονή να πλάθει το ζυμάρι της επομένης.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Φτάνω στο Etien Pizza Bar, στον πυρήνα της Βούλας, με μία μικρή καθυστέρηση και ένα σύντομο άγχος. Χρειάστηκα – ευτυχώς – μόλις μερικά δευτερόλεπτα για να το αποβάλλω. Ο φουτουριστικός χώρος – γεμάτος από άτομα όλων των ηλικιών – σού γεννά μία οικειότητα. Όχι προσποιητή, ειλικρινής. Υπάρχει μία funky διάθεση στο στέκι που μετά την επιτυχία του στα Βόρεια αποφάσισε να αφήσει το δικό του αποτύπωμα και στα νότια προάστια της πόλης. Και ένα ζεστό άρωμα πίτσας που σε προετοιμάζει για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.

Το μενού καταφτάνει στο τραπέζι μαζί με το cocktail μου – ένα δροσιστικό aperitivo με χρώμα και γεύση που παραπέμπει στην Ιταλία. Ξεκινάμε με Vitello Tonato σε remake παραλλαγή. Το μοσχαρίσιο νουά ισορροπεί με τη σάλτσα τόνου σωστά με το ponzu και το mizuna να προσθέτουν μία ενδιαφέρουσα νότα σε ένα καλοδουλεμένο πρώτο πιάτο. Συνεχίσαμε με ένα τραγανιστό εξωτερικά και υφάλμυρο στην τελική επίγευση τηγανόψωμο με ρικότα, μέλι τρούφας και φουντούκι – ονομάζεται fritella, αλλά και με τα καλύτερα ίσως χειροποίητα chips πατάτας με λιωμένο Pecorino Sardo και μαγιονέζα τρούφας. Πολλές φορές, μέσα από συνηθισμένες και φαινομενικά απλές συνταγές αναδεικνύεται η ικανότητα ενός chef να επιλέγει τις πρώτες ύλες, να τις επεξεργάζεται και να μεταφράζει τη σύνδεσή τους σε κάτι που σε κάνει να επιστρέφεις.

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Μάριος Τσακίρης στο Etien Pizza Bar. Στον αντίποδα των περιττών υπερβολών, ο chef εστιάζει στα υλικά που μπαίνουν στην κουζίνα του: το αλεύρι εισάγεται από τον artisanal μύλο Molino Paolo Mariani στην κεντρική Ιταλία και αλέθεται σε κυλινδρόμυλο τιτανίου, διατηρώντας αναλλοίωτα τα θρεπτικά συστατικά και γευστικά χαρακτηριστικά του. Το μείγμα αλεύρων έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά για το εστιατόριο, αποδίδοντας τη χαρακτηριστική υφή και γεύση στη ζύμη: τραγανή εξωτερικά, αφράτη εσωτερικά και με σωστή υγρασία, μετά από 48 ώρες ωρίμανσης. Η ντομάτα είναι ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο, με την αρωματική Π.Ο.Π. ποικιλία San Marzano της ιταλικής εταιρείας Nolano να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και να προσφέρει αυτή τη φρέσκια νότα που αντιλαμβάνεσαι από το πρώτο bite.

Από τις gastropizzas της γευστικής κάρτας, η Mari(o)nara, ένα ευφυές παιχνίδισμα με το όνομα του chef κάνει την έκπληξη με τις αντζούγιες στο "σώμα" και τα καπαρόμηλα στην κορυφή – προσωπικό μου highlight, όσο η pepperoni e ricotta μένει πιστή στο όνομά της ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στη σωστή ένταση. Αν κινείσαι σε αυτό το spicy μονοπάτι, τότε η fuoco με πικάντικο σαλάμι Καλαβρίας είναι εκείνη που δεν πρέπει να παραλείψεις, ενώ ανάμεσα στα κυρίως θα βρεις και τις κλασικές pasta επιλογές, με την Cacio e Pepe να παραμένει πιστή στη λιτή της ταυτότητα.

Φινάλε με αριστοτεχνικό Baba au rum με αχλάδι ποσέ και montee βανίλια και την υπόσχεση σύντομα να ανταμώσουμε ξανά στη Βούλα, εκεί που η ναπολιτάνικη ψυχή παραμένει αυθεντική.
Ξεχωρίσαμε:
Το νέο store της Zoe Keros. Επισκέφτηκα το κατάστημά της απροειδοποίητα. Μπορεί το τσουχτερό κρύο και ένας τραυματισμός στο πόδι να μην μου επέτρεψαν να δώσω το παρών στο festive gathering λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, όμως, επειδή in Zoe Keros we trust και το shopping στο Golden Hall είναι από τις αγαπημένες μου anti-stress δραστηριότητες, δεν θα μπορούσα να μην βρεθώ στο νέο σύμπαν της Ελληνίδας σχεδιάστριας και επιχειρηματία.

Στον έναν χρόνο από την τελευταία φορά που τη συνάντησα -στο ίδιο σημείο -, η Zoe Keros κατόρθωσε να μετατρέψει το pop-up store της σε έναν καλαίσθητο, μόνιμο shopping προορισμό με όλα όσα χαρακτηρίζουν τη ραφή και τη γραφή της: statement jackets, κεντήματα με χαρακτήρα και έμφαση στη λεπτομέρεια, κομμάτια ήσυχης πολυτέλειας που μπορούν να φορεθούν από το πρωί έως το βράδυ, σε κάθε περίσταση και αφορμή.

Η φετινή χειμερινή πρόταση του brand εμπλουτίζεται με ιδιαίτερα πλεκτά, διακοσμημένα με χειροποίητα κεντήματα, καθώς και παλτό από 100% μαλλί σε κομψές αποχρώσεις που συνδυάζονται αβίαστα με κάθε προσωπικό στιλ, σε αρμονική συνδιαλλαγή με τα γνωστά pieces του δημοφιλούς brand.
