Πέθανε στα 99 της χρόνια η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, σπουδαία και διακεκριμένη βυζαντινολόγος και πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.
Στα 99 της χρόνια απεβίωσε τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Η διακεκριμένη βυζαντινολόγος υπήρξε πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.

Μια ζωή γεμάτη διακρίσεις
Μια μεγάλη μορφή της ιστορίας, του πολιτισμού και των τεχνών μας άφησε σήμερα. Η κληρονομιά, όμως, που αφήνει στην Ελλάδα είναι ανεκτίμητη.
Η Ελένη Αρβελέρ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926. Ο πατέρας της, Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και η μητέρα της Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη, έφτασαν στην Αθήνα, στη συνοικία του Βύρωνα, με τα πρώτα τους παιδιά ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετά τη "Μεγάλη Καταστροφή".

Σε ηλικία 6 ετών, εκφωνεί τους πρώτους της πολιτικούς λόγους στη γειτονιά της, διαβάζοντας μια εφημερίδα ανάποδα υπέρ του Βενιζέλου.

Εντάσσεται στην Αντίσταση σε ηλικία 14 ετών, το 1942, στη συνοικία της στον Βύρωνα, όπου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά μηνυμάτων. Ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).

Αμέσως μετά τον πόλεμο, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη επιθυμεί να προσλάβει την καλύτερη φοιτήτρια της φιλολογίας. Παραβλέποντας τις πολιτικές απόψεις της Ελένης Αρβελέρ, την προσλαμβάνει ως γραμματέα του ιδρύματος που δημιούργησε για τα σπίτια των άπορων παιδιών. Παράλληλα, η Ελένη Αρβελέρ εργάζεται σκληρά για τη διεξαγωγή ερευνών για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Θα δώσει στην οικογένειά της όλα όσα κέρδισε, και για τις έρευνές της στη Μικρά Ασία.

Το 1953, η Ελένη Αρβελέρ αποφασίζει να μεταβεί στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Écoledes Hautes Études, όπου ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Ιστορίας (1960). Το 1956 γνωρίζει τον Jacques Ahrweiler, τον οποίο παντρεύεται το 1957.
Το 1964, την επομένη της κατάθεσης της διατριβής της "Βυζάντιο και Θάλασσα" στο γραφείο του επιβλέποντος καθηγητή της, γεννά την κόρη της Μαρί-Ελέν. Ανακηρύσσεται Διδάκτωρ Γραμμάτων (Docteurès Lettres) το 1966.
Ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS) της Γαλλίας (από το 1955) και διευθύντρια ερευνών από το 1964, εξελέγη καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Διετέλεσε διευθύντρια του τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της επιτροπής έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος (1970-1973) και στη συνέχεια η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I Panthéon-Sorbonne (1976-1981, επίτιμη πρόεδρος από το 1981).
Διορίστηκε η πρώτη γυναίκα Πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού (1982-1989). Στη συνέχεια, διορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού (1989-1991), του οποίου ήταν αντιπρόεδρος από το 1976 έως το 1989.
Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών (από το 1975), γενική γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (Ελλάδα) (1999-2012), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Dmitri Shostakovich.
Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Ήταν και επίτιμη διδάκτωρ πλήθους πανεπιστημίων (Λονδίνο, Χάρβαρντ, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Νιου Μπράνσγουικ, Λίμα, Χάιφα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού, Φριμπούργκ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη).

Οι δηλώσεις που έγραψαν ιστορία
Στις 24 Ιουλίου 2024 σε συνέντευξη που έδωσε στo ΕΡΤnews και στην εκπομπή "Συνδέσεις" με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από τη μεταπολίτευση, είχε πει πως "το μοντέλο της Μεταπολίτευσης είναι επιτυχημένο, ελπίζω να γίνει καλύτερο". "Εμείς οι Έλληνες θεωρούμε τη μεταπολίτευση περίοδο ιστορική, όχι μόνο όρο πολιτειακό. Είναι η εποχή που μπήκαμε στην Ευρώπη και πάψαμε να είμαστε Βαλκάνια", είχε προσθέσει.
"Τη χούντα την κάναμε ιστορική περίοδο. Ξέρουμε πότε άρχισε, αλλά δεν ξέρω αν ποτέ τελειώνει. Γιατί αν η Μεταπολίτευση που την έχουμε κάνει και χρονική περίοδο μπορούσε να είναι μια σταθερή περίοδος, θα ήταν πάντοτε μια περίοδος προόδου. Αν το τέλος της Μεταπολίτευσης είναι να κάνουμε πάντοτε κάτι καλύτερο, ελπίζω να μην τελειώνει ποτέ", είχε πει πει ακόμη η κυρία Αρβελέρ.
Όπως είχε δηλώσει τότε η κυρία Αρβελέρ: "Εκείνο το οποίο εμένα μου έχει κάνει εντύπωση στη Μεταπολίτευση είναι ότι υπάρχει μια αυθόρμητη συμφιλίωση, γίναμε όλοι φίλοι ξαφνικά, χωρίς καν να το ζητήσουμε, χωρίς καν να μας τα δώσουν.Το πήραμε μόνοι μας αυθόρμητα και αυτό είναι το τέλος της χούντας. Ελπίζω ότι Μεταπολίτευση είναι πάντοτε κάτι το καλύτερο, μια προσπάθεια για το καλύτερο. Από τη στιγμή που λέμε μεταπολίτευση λέμε Δημοκρατία". Και είχε καταλήξει: "Το ότι ο Καραμανλής κατάφερε, ως και το Κομμουνιστικό Κόμμα να το κάνει νόμιμο, δείχνει ότι γίναμε ένα μοντέρνο κράτος, ευρωπαϊκό και όχι πια τα παλιά Βαλκάνια που ήταν κινηματίες και δικτατορίες. Πρώτος βέβαια ο Καραμανλής και μετά αμέσως ο Αβέρωφ. Το ότι ήρθε ο Παπανδρέου κι έγινε και το δεύτερο μεγάλο κόμμα δείχνει ακριβώς ότι γίναμε πια ένα τελείως μοντέρνο κράτος. Το κλίμα όταν ήρθε και ο Παπανδρέου, έγινε ακριβώς το ελληνικό κλίμα, αλλά σε ευρωπαϊκό περιβάλλον, πράγμα το οποίο είναι ένα κατόρθωμα της συμπολίτευσης".
Για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας
Σε άλλη συνέντευξή της στην ΕΡΤ, τον Ιούνιο του 2022 είχε αναφερθεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο βάθος των αιώνων. Όπως είχε πει η ίδια, "η μεγάλη ιδέα να πάρουμε πίσω την Πόλη τέλειωσε με την καταστροφή του ’22".
"Οι Τούρκοι έχουν διαστρεβλώσει όλη την ιστορία. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απαντήσουμε ιστορικά. Όταν οι Τούρκοι, μετά από τόσες αιώνες, γιορτάζουν την Πτώση της Πόλης δείχνουν σε όλο τον κόσμο ότι η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν δική τους. Ότι την πήραν κάποτε και ότι ίσως κάποτε ίσως πρέπει να τη δώσουν πίσω" πρόσθεσε.
Αναφερόμενη στην Αγιά Σοφιά η Αρβελέρ είπε ότι δεν μετατράπηκε σε τζαμί επί Ερντογάν αλλά το 1453 και επισήμανε ότι "και ως μουσείο είχε βανδαλιστεί. Η Unesco ας ξυπνήσει και ας μη ζητάει μόνο τα αδύνατα, αλλά να κοιτάξει και τα δυνατά: να υπερασπίσει εναντίον των βανδάλων Τούρκων, Γκρίζων Λύκων ή άλλων την Αγιά Σοφιά, το μοναδικό αυτό μνημείο που έγινε τον 6ο αιώνα".
Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ κατέληξε λέγοντας ότι οι Έλληνες "πρέπει να είμαστε περήφανοι για την Αγιά Σοφιά όπως είμαστε και για τον Παρθενώνα".
