Άλλο ένα βράδυ Παρασκευής ο διευθυντής σου σε ενημερώνει με μήνυμα στο app για μια νέα εργασία που πρέπει να έχεις έτοιμη τη Δευτέρα. Πού σταματά η επικοινωνία ανάμεσα σε συναδέλφους και πού ξεκινά το ψηφιακό εργασιακό bullying;
Από τη Σοφία Κωνσταντινίδη
Είναι η πρώτη σου μέρα στη νέα δουλειά κι εσύ έχεις επιλέξει το πιο σοφιστικέ κοστούμι της ντουλάπας σου, αφού θέλεις να δείχνεις στα καλύτερά σου. Αισθάνεσαι αγωνία αλλά και έξαψη ταυτόχρονα. Σε συστήνουν στους συναδέλφους, σε οδηγούν στο γραφείο σου, ενώ παράλληλα ο επικεφαλής σε ενημερώνει πως το τμήμα όπου ανήκεις επικοινωνεί και μέσω μιας digital ομάδας στο WhatsApp. Χωρίς κανείς να σε ρωτήσει, ακούς τον χαρακτηριστικό ήχο της ειδοποίησης. Είναι αυτονόητο ότι έχεις προστεθεί σ’ αυτήν. Αμέσως μπαίνεις στο νόημα, επιδιώκεις να δείχνεις πόσο ενημερωμένη είσαι, απαντάς πρώτη στην ομαδική συνομιλία.
Η πρώτη εβδομάδα κυλά χωρίς απρόοπτα, ώσπου ένα βράδυ, την ώρα που κάθεσαι στον καναπέ και παρακολουθείς την αγαπημένη σου τηλεοπτική σειρά, ακούς τον γνώριμο ήχο. Είναι ο προϊστάμενός σου, που σε ενημερώνει για μια έκτακτη σύσκεψη που θέλει να κάνετε το επόμενο μεσημέρι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προετοιμαστείς, οπότε κλείνεις την τηλεόραση και ξεκινάς να δουλεύεις. Και εννοείται πως δε θα κοιμηθείς από το άγχος. Σύντομα διαπιστώνεις ότι αυτό επαναλαμβάνεται σε σχεδόν εβδομαδιαία βάση κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην επαγγελματική επικοινωνία και στον ψηφιακό εκφοβισμό.
Όταν τα όρια χάνονται
Σήμερα, χάρη σε δωρεάν εφαρμογές μηνυμάτων για κινητά, μπορούμε να στέλνουμε φωτογραφίες, βίντεο, έγγραφα, να πραγματοποιούμε φωνητικές κλήσεις. Η ευκολία αυτή έχει μοιραία μεταφερθεί και στον χώρο εργασίας, αφού μια digital ομάδα σε app ή σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης συχνά γίνεται λευκή επιταγή για κάθε προϊστάμενο να επικοινωνεί με την ομάδα του όποτε το θελήσει. Ο πειρασμός να στέλνει ακόμα και σε ημέρες ή ώρες που θα ήταν ανόητο εκ μέρους του να το κάνει είναι μεγάλος. Επιπλέον, μέσω της εφαρμογής μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή ποιος έχει διαβάσει το μήνυμά του και ποιος όχι. Και ο έλεγχος χάνεται. Τι γίνεται όταν το αφεντικό ξεπερνά τα όρια;
Σύμφωνα με την ψυχολόγο και γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεύτρια Στέλλα Καρμίρη, "η πανδημία μάς έμαθε ότι μπορούμε να δουλεύουμε από παντού, αλλά όχι οποτεδήποτε. Η "ψηφιακή ευκολία” της επικοινωνίας μέσω εφαρμογών όπως το WhatsApp ή το Messenger έχει μετατρέψει τα κινητά μας σε μικρά γραφεία που δεν κλείνουν ποτέ. Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα: Όταν το επαγγελματικό μήνυμα στις 10:47 μ.μ. δεν είναι εξαίρεση, αλλά κανόνας, τότε δε μιλάμε απλώς για "ευελιξία”, αλλά για παραβίαση ορίων. Η διαφορά ανάμεσα στην επαγγελματική επικοινωνία και στον ψηφιακό εκφοβισμό βρίσκεται, κυρίως, στη συχνότητα, την πίεση και τη συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει το μήνυμα.
Αν υπάρχει συνεχής απαίτηση, υπονοούμενη απειλή ("Καλό θα ήταν να το έχεις έτοιμο”) ή αίσθηση ότι δεν έχεις το δικαίωμα να πεις "όχι”, τότε η κατάσταση αγγίζει τα όρια της ψυχολογικής κακοποίησης. Η υγιής επαγγελματική σχέση χρειάζεται οριοθέτηση και στην επικοινωνία με ψηφιακά μέσα: Να συμφωνούνται ώρες επικοινωνίας. Να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ "επείγοντος” και "μη επείγοντος”. Και, ίσως το πιο σημαντικό, να υπάρχει κουλτούρα σεβασμού του προσωπικού χρόνου. Η σιωπή μετά τις εννιά το βράδυ δεν είναι αγένεια, είναι αυτοφροντίδα. Και η διεκδίκηση ορίων δεν είναι ανυπακοή, είναι ψυχολογική ωριμότητα".
Το δικαίωμα στην αποσύνδεση
Σίγουρα η διαχείριση της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής μέσα στην τόσο απαιτητική καθημερινότητα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Κάθε άλλο. Η διατήρηση της σωστής ισορροπίας μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής μπορεί μερικές φορές να γίνει αληθινή πρόκληση. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες αυτό το δικαίωμα κατοχυρώνεται από τον νόμο και οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα να απενεργοποιούν το κινητό τηλέφωνο και τη συνείδησή τους με ηρεμία. Στη χώρα μας κανένας νόμος δεν εγγυάται ακόμη ότι το αφεντικό δε θα στείλει μήνυμα εκτός του ωραρίου εργασίας. Από την άλλη, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να απαντήσει...
Όπως συμβαίνει με κάθε άλλη τοξική σχέση, έτσι και εδώ το ζητούμενο είναι να μπει ένα τέλος. Όμως, πόσο εύκολο είναι να θέσουμε τα όριά μας όταν έχει γίνει ήδη μια κακή αρχή; Σύμφωνα με τη Στέλλα Καρμίρη, "το γεγονός ότι απαντήσαμε ένα βράδυ δε σημαίνει ότι δεσμευόμαστε να το κάνουμε για πάντα. Πολλές φορές από ευγένεια ή φόβο μήπως φανεί ότι "δεν είμαστε συνεργάσιμοι” θολώνουμε τα όριά μας. Όμως σίγουρα τα όρια μπορούν να καθοριστούν ξανά, αρκεί να το κάνουμε με σαφήνεια και χωρίς ενοχή. Όπως συχνά λέμε οι ψυχολόγοι, "τα όρια δε χάνονται τη στιγμή που κάποιος τα παραβιάζει, χάνονται τη στιγμή που εμείς τα εγκαταλείπουμε”. Οπότε, η επανατοποθέτηση μπορεί να γίνει με ήρεμο και επαγγελματικό τρόπο.
Για παράδειγμα, μπορείς να γράψεις: "Χθες το βράδυ είδα το μήνυμά σας και το χειρίστηκα, αλλά από εδώ και πέρα θα προτιμούσα να συζητάμε εντός ωραρίου, ώστε να μπορώ να είμαι πιο αποδοτική”. Δε χρειάζεται άμυνα ή δικαιολογία, αλλά σταθερός ευγενικός τόνος και συνέπεια στην εφαρμογή. Το πιο σημαντικό είναι να διδάξουμε στους άλλους πώς να μας φέρονται, όχι μέσα από αντιπαράθεση, αλλά μέσα από συνέπεια στη στάση μας. Τα όρια, άλλωστε, δεν είναι τοίχος, είναι χάρτης: Δείχνουν πώς μπορούμε να συνεργαζόμαστε με σεβασμό και ισορροπία".
Η Gen Z δίνει το παράδειγμα
Στις μέρες πολλοί χαρακτηρίζουν τους Gen Zers "τεμπέληδες". Όμως η ουσία είναι αλλού. Αυτή η γενιά αναζητά τρόπους να κατακτήσει την ισορροπία μεταξύ της προσωπικής και της επαγγελματικής ζωής. Όταν κλείνει το laptop μόλις σχολάσει, αγνοώντας επαγγελματικά μηνύματα μετά το πέρας του ωραρίου εργασίας, στέλνει ένα σαφές μήνυμα. Διεκδικεί ένα ανθρώπινο ωράριο, υγιές εργασιακό περιβάλλον, ελεύθερο χρόνο για τους ίδιους, την οικογένειά τους, τις δραστηριότητες και τα ταξίδια τους.
Σήμερα οι νέοι επιζητούν εκείνες τις συνθήκες που θα τους κάνουν να νιώθουν καλά μέσα στο εργασιακό τους περιβάλλον, γι’ αυτό και είναι αμετακίνητοι στις διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες. Άραγε η Gen Z θα μπορούσε να εμπνεύσει τους παλαιότερους ώστε να θέσουν νέους κανόνες ενάντια και στο ψηφιακό bullying; Η θέση της ειδικού είναι σαφής:
"Η Gen Z δεν αλλάζει απλώς την αγορά εργασίας, αλλά και την ψυχολογία της. Πρόκειται για μια γενιά που μεγάλωσε online, είδε από κοντά την εξουθένωση των γονιών της και συνειδητοποίησε ότι "δουλεύω σκληρά” δεν πρέπει να σημαίνει "δουλεύω ασταμάτητα”. Η Gen Z εισάγει μια νέα ψυχολογική αξία: την αυτοφροντίδα ως επαγγελματική δεξιότητα. Δε θεωρεί αδυναμία το να θέτει όρια ούτε εγωισμό το να ζητά χρόνο για ζωή εκτός δουλειάς. Αντίθετα, το αντιλαμβάνεται ως στοιχείο υγείας.
Ναι, αυτή η στάση μπορεί να εμπνεύσει τους παλαιότερους. Γιατί φέρνει κάτι που λείπει χρόνια από το εργασιακό λεξιλόγιο: συναισθηματική ενσυνειδητότητα (emotional mindfulness). Η ιδέα ότι η παραγωγικότητα δε μετριέται σε ώρες, αλλά σε ψυχική ανθεκτικότητα. Και ότι το να αποσυνδέεσαι μετά τις έξι το απόγευμα ή αμέσως μετά τη λήξη του ωραρίου δεν είναι τεμπελιά, αλλά προστασία της ψυχικής υγείας. Αν η προηγούμενη γενιά έχτισε τον επαγγελματισμό πάνω στην υπερπροσπάθεια, η Gen Z τον επαναπροσδιορίζει μέσα από την ισορροπία. Και ίσως αυτός να είναι τελικά ο πιο ώριμος ψυχολογικά υγιής τρόπος να δουλεύουμε και να ζούμε".

