Η εκδότρια της Madame Figaro, Ελένη Στασινοπούλου, γράφει στο Publisher's Note του τεύχους Απριλίου για τα "εχθρικά" prompts του μυαλού μας.
Ξαφνικά η μαγική λέξη είναι "prompt". Η τεχνητή νοημοσύνη μας έδωσε να κρατάμε στο χέρι ένα μαγικό ραβδί που λέγεται "εντολή" ή "οδηγία" ή, για να το πούμε με την ορολογία, prompt. Το σωστό prompt για το σωστό αποτέλεσμα. Το ιδανικό για την ιδανική εικόνα, το κείμενο, την παρουσίαση.
Η ζωή μετατρέπεται σε μια αλυσίδα από prompts και η σαφής διατύπωσή τους είναι ένα νέο ιερό δισκοπότηρο. Και πείτε μου τώρα εσείς: Με τι prompt να αντιμετωπίσω τον νου μου, μια δυσκολία, την ενίοτε ψυχολογική μου κατάπτωση; Πραγματικά, αν το AI ήταν το μυαλό μου, η επιστήμη του prompt engineering θα είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά.
Εκεί ακριβώς η αναλογία με την τεχνητή νοημοσύνη γίνεται χρήσιμη και ταυτόχρονα ελαφρώς ειρωνική. Αφιερώνουμε ώρες για να μάθουμε να γράφουμε καλύτερα prompts σε εργαλεία που ούτε καν σκέφτονται, ενώ τροφοδοτούμε τη σημαντικότερη νοημοσύνη που διαθέτουμε, τη δική μας, με φράσεις όπως "πάλι τα έκανα χάλια", "αν είχα πει κάτι άλλο". Κανένα AI δε θα παρήγε κάτι χρήσιμο με ένα τόσο εχθρικό prompt. Γιατί να το κάνει ο εγκέφαλός μας;
Κι όμως, αυτός ο εσωτερικός μονόλογος είναι ίσως το πιο ισχυρό εργαλείο που διαθέτουμε και ταυτόχρονα το πιο αδικημένο. Ο ψυχολόγος Ethan Kross, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος του έργου του ακριβώς σε αυτή την εσωτερική φωνή. Σε κείμενο για το βιβλίο του Chatter αναφέρει ότι ο εσωτερικός μας λόγος μπορεί να τρέχει με ρυθμό που αντιστοιχεί σε περίπου 4.000 λέξεις το λεπτό. Δηλαδή μέσα μας μιλάμε με ταχύτητα που φωναχτά θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη. Και αρκεί να σκεφτεί κανείς τι παράγει αυτή η φωνή όταν έχει μια κακή μέρα.

Ο Kross ονομάζει τη σκοτεινή εκδοχή αυτού του φαινομένου "chatter": την αγωνία, την καταστροφολογία, την αδιάκοπη αυτοκριτική που εμφανίζεται χωρίς να τη ζητήσει κανείς. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό μάθημα της εποχής των prompts: ότι το καλύτερο prompt που μπορείς να δώσεις στον εαυτό σου δεν αρχίζει από το "πρέπει". Αρχίζει από το "Τι θέλω να δω να συμβαίνει;". Δεν αρχίζει από την τιμωρία, αλλά από τη διαύγεια. Από μια πρόταση λίγο πιο συγκεκριμένη, λίγο πιο ήπια, λίγο πιο χρήσιμη. Ως εντολή που έχει νόημα. Ως φράση που μπορεί όντως να σε οδηγήσει κάπου.
Ίσως, τελικά, η εποχή μας να μη χρειάζεται άλλον έναν οδηγό για το πώς να μιλάμε στις μηχανές. Ίσως χρειάζεται έναν νέο κώδικα για το πώς να μιλάμε στον εαυτό μας. Λιγότερες σκληρές εντολές. Λιγότερος εσωτερικός πανικός. Λιγότερη τυφλή απαίτηση για άμεση τελειότητα. Και περισσότερες φράσεις που δε μας εξαντλούν, αλλά μας κατευθύνουν.

