I need a closure | Γιατί έχουμε τόση ανάγκη να ρίξουμε "αυλαία" σε σημαντικά κεφάλαια της ζωής μας;
Φωτογραφία: THIEMO SANDER/Madame Figaro
Όταν χωρίζεις, όταν απολύεσαι, όταν χάνεις έναν γονιό... Όταν συμβαίνουν δύσκολα πράγματα, αναζητάμε απαντήσεις. Γιατί συνέβη αυτό; Και πώς θα συνεχίσουμε την πορεία μας;
Από την Αλεξάνδρα Θεοδωροπούλου
Η Άννα είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη σχέση της. Ήταν όμως μια γενική αίσθηση που δεν μπορούσε ούτε να ορίσει ούτε να εξηγήσει. Δεν υπήρχε κάτι σαφές, αλλά σίγουρα κάτι συνέβαινε. Όταν ο σύντροφός της της ζήτησε να χωρίσουν, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε φανταστεί το πρόβλημα, αλλά ότι πράγματι υπήρχε.
Μετά από πολλές συζητήσεις, κλάματα, καβγάδες, αλληλοκατηγορίες η Άννα κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος να αισθανθεί κάπως καλύτερα ήταν να προσπαθήσει να προχωρήσει. Ένιωθε όμως ότι δεν μπορούσε να πάει παρακάτω αν δεν έκανε πρώτα μια ουσιαστική, ειλικρινή και βαθιά κουβέντα με τον πρώην σύντροφό της, με στόχο να οδηγηθούν σε ένα "κλείσιμο". Δεν είναι όμως μόνο η Άννα που ένιωσε αυτή την επιτακτική ανάγκη.
Το "κλείσιμο" –ή "closure", όπως αναφέρεται διεθνώς– έχει απασχολήσει την πλειονότητα των ανθρώπων που βγήκαν από κάποια σημαντική σχέση. Άλλοι το αντιμετωπίζουν πιο ώριμα και φιλοσοφημένα και άλλοι όχι και τόσο. Για παράδειγμα, η Reese Witherspoon έχει δηλώσει ότι θεωρεί πως το καλύτερο "κλείσιμο" είναι να πάρει ο κάθε σύντροφος την ευθύνη που του αναλογεί για τον χωρισμό και μετά να συνεχίσουν ο καθένας τη ζωή του κατανοώντας τι έκαναν λάθος και τι σωστά.
Η Ellen DeGeneres, από την άλλη, έχει εκφράσει μια άποψη που μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική. Έχει πει ότι το να χάσεις κάποιον που αγαπάς επειδή πέθανε μπορεί να φανεί πιο εύκολο ή κατανοητό από το να χωρίσεις και να ξέρεις ότι βρίσκεται κάπου και δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν είστε πια μαζί, ακριβώς επειδή στην πρώτη περίπτωση υπάρχει "κλείσιμο", ενώ στη δεύτερη όχι. Ας δούμε όμως τι λένε και οι ειδικοί.
Τι είναι το "κλείσιμο"
Είναι στην ανθρώπινη φύση, όταν συμβαίνει κάτι άσχημο και αναπάντεχο, να (ανα)ζητάμε μια εξήγηση. Να ψάχνουμε τις απαντήσεις που θα μας δώσουν μια λογική αιτία για ό,τι συνέβη και, τελικά, θα μας οδηγήσουν σε μια τακτοποίηση των δεδομένων, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε παρακάτω.
Αυτή η διαδικασία μπορεί να βοηθήσει κάποιους να θεραπευτούν, όπως αναφέρει ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής Νίκος Βουλαλάς, ο οποίος όμως προειδοποιεί: "Μια τέτοιου τύπου εξήγηση μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να κάνει πιο εύκολο το να ξεπεράσουμε το συγκεκριμένο γεγονός και να προχωρήσουμε στη ζωή μας. Από την άλλη, όμως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι για άλλους ανθρώπους μπορεί αυτή η εξήγηση να αποδειχτεί τελικά επιζήμια και όχι χρήσιμη".
Την έννοια του "closure" περιέγραψε πρώτος ο κοινωνικός ψυχολόγος Arie Kruglanski κατά τη δεκαετία του ’90 ως "την επιθυμία να αποκτήσουμε ξεκάθαρη και οριστική γνώση σχετικά με ένα ζήτημα" που μας προκαλεί επώδυνα συναισθήματα. Αυτή η γνώση σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη ή/και πώς συμπεριφέρθηκαν τόσο οι άλλοι όσο και εμείς προσφέρει ένα αίσθημα ομαλής ολοκλήρωσης και τερματισμού, που μας βοηθά να αποδεχτούμε και να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός, να επιλύσουμε την αμφιθυμία μας γύρω απ’ αυτό, να πάρουμε αποφάσεις και να συνεχίσουμε τη ζωή μας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο αναφέρθηκε και ο ίδιος ο Kruglanski είναι η ανάγκη για "κλείσιμο" που νιώσαμε σχεδόν όλοι κατά τη διάρκεια της πανδημίας λόγω της τρομακτικής αβεβαιότητας και της διατάραξης της κανονικότητας που προκάλεσε αυτό το παγκόσμιο γεγονός. "Είχαμε ανάγκη από μια βεβαιότητα που να υπόσχεται ευνοϊκές και αισιόδοξες εξελίξεις και να μας κατευθύνει στο τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε τις προοπτικές μας" είχε δηλώσει τότε.
"Η πανδημία μάς έκανε να νιώσουμε απειλή, φόβο ή ευαλωτότητα και αναζητούσαμε τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα θα πάνε καλά". "Η ίδια ανάγκη εμφανίζεται συχνά όταν πρόκειται για τις σχέσεις μας με άλλους ανθρώπους, κυρίως όταν αυτές τερματίζονται (απότομα ή όχι) είτε με πρωτοβουλία δική μας είτε των άλλων" σημειώνει ο Νίκος Βουλαλάς και συνεχίζει: "Δεν τη νιώθουμε όμως μόνο σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και όταν βιώνουμε οποιαδήποτε απώλεια, όπως αυτή ενός αγαπημένου προσώπου, μιας δουλειάς, μιας κοινωνικής θέσης, μιας συνήθειας ή ενός τρόπου ζωής. Γενικά αισθανόμαστε την ανάγκη για "κλείσιμο” όταν τερματίζεται μια κατάσταση η οποία είχε για εμάς σημαντική αξία και ουσιαστικό νόημα".
Όμως δεν αισθανόμαστε όλοι την ανάγκη αυτή και σίγουρα όχι στον ίδιο βαθμό. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, φαίνεται ότι τα άτομα που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για "κλείσιμο" είναι εκείνα που τείνουν να λαμβάνουν γρήγορες αποφάσεις και έχουν ισχυρές απόψεις. Επίσης, εκτιμούν την τάξη και αντιπαθούν την αμφισημία. Αυτά τα χαρακτηριστικά βοηθούν τους ανθρώπους αυτούς να αναλάβουν δεσμεύσεις, αλλά, από την άλλη, διατηρούν το μυαλό τους και τον τρόπο σκέψης τους πολύ "κλειστό".
Αντίστοιχα, φαίνεται ότι τα άτομα με μικρότερη ανάγκη για "κλείσιμο" έχουν μεγαλύτερη δυσκολία στη λήψη αποφάσεων, αλλά μπορούν να ανεχτούν καλύτερα την αμφισημία και είναι πιο πιθανό να έχουν "ανοιχτό" μυαλό. Εκτός από την προσωπικότητά μας, οι περιστάσεις και η ιστορία της ζωής μας μπορούν να μας κάνουν να επιθυμούμε το "κλείσιμο" περισσότερο από άλλους.
Κάποιος που μεγάλωσε με γονείς που τον κακοποιούσαν, για παράδειγμα, μπορεί να φοβάται το άγνωστο επειδή είχε αρνητικές εμπειρίες με αβέβαιες καταστάσεις στην παιδική του ηλικία. Επίσης, μπορεί να αναζητάμε το "κλείσιμο" όταν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο μέλλον, όταν βρισκόμαστε σε πίεση χρόνου ή όταν αισθανόμαστε εξαντλημένοι.
Ποιος έχει την ευθύνη να βάλει ένα τέλος;
Με άλλα λόγια, πρέπει να περιμένουμε το "κλείσιμο" να έρθει από τους άλλους ή από τον ίδιο μας τον εαυτό; "Το πιο αποτελεσματικό "κλείσιμο” μπορούμε να το προσφέρουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας" λέει ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής Νίκος Βουλαλάς.
"Αρχικά αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις δικές μας πράξεις και συμπεριφορές και στη συνέχεια προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τις πράξεις και τις συμπεριφορές των άλλων χωρίς να περιμένουμε να το κάνουν εκείνοι, αλλά δίνοντας χρόνο στον εαυτό μας να επεξεργαστεί την κατάσταση και να βγει από τη σύγχυση. Ωστόσο, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο να χρειαστεί να αποδεχτούμε ότι δε θα υπάρξει ποτέ μια απολύτως ικανοποιητική για εμάς απάντηση όταν κάτι τελειώνει".
Πρόσεξε τι εύχεσαι (γιατί ίσως συμβεί)
Πιστεύουμε ότι το να κλείσουμε οριστικά ένα κεφάλαιο είναι εποικοδομητικό, γιατί έτσι θα καταλήξουμε σε αποφάσεις και θα κατανοήσουμε δύσκολες καταστάσεις. Μερικές φορές όμως το "κλείσιμο" που αναζητάμε δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, μπορεί να λαχταράμε απαντήσεις από ένα άτομο που αρνείται να μας μιλήσει και, όταν τελικά αποφασίσει να μας δώσει μια εξήγηση, αυτό μπορεί να μας προκαλέσει περισσότερο πόνο.
Όπως τονίζει ο Νίκος Βουλαλάς, "το "κλείσιμο” δεν είναι μια απαραίτητα ευχάριστη ούτε μια ανώδυνη διαδικασία. Η ιδέα μπορεί να μας ελκύει επειδή φέρει μαζί την υπόσχεση ότι θα τερματίσει τον πόνο μας. Αλλά χρειαζόμαστε χώρο τόσο για τη χαρά όσο και για τη θλίψη, επειδή μερικές φορές είναι αλληλένδετες".
Η ζωή σπάνια προσφέρει απλές λύσεις και συνήθως μια ικανοποιητική λύση δε συνδέεται με το τι κάνει ή λέει κάποιος άλλος, αλλά εξαρτάται από το αν αποδεχόμαστε τις πληροφορίες που έχουμε συλλέξει και από το αν εμπιστευόμαστε την πηγή αυτών των πληροφοριών. Ας πάρουμε το παράδειγμα μιας σχέσης και ας σκεφτούμε: Τι μας λένε οι άλλοι και τι λέμε εμείς για να ολοκληρώσουμε τον κύκλο μιας σχέσης που έχει τερματιστεί; Πόσο έτοιμοι είμαστε να επεξεργαστούμε και να αποδεχτούμε όσα θα ακούσουμε από τους άλλους;
"Κλείσιμο" για κάποιους μπορεί να είναι μέχρι και η αποδοχή ότι "ήταν θέλημα Θεού" ή του ghosting. Κάπως έτσι κλείνουν τα κεφάλαια. Αν, πάλι, η λέξη "κλείσιμο" μας φαίνεται πολύ περιοριστική, το να το σκεφτούμε ως λήψη μιας απόφασης ή επίτευξη ενός συμπεράσματος μπορεί να μας κάνει να το δούμε πιο θετικά, επειδή το "κλείσιμο" συχνά υπονοεί ένα τέλος τόσο οριστικό, που μπορεί να μην είναι ρεαλιστικό. Καθώς η ζωή αλλάζει και προχωράει, μερικές φορές επανεξετάζουμε ζητήματα που νομίζαμε ότι είχαν επιλυθεί.
Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον Νίκο Βουλαλά, ψυχολόγο-ψυχοθεραπευτή.

