Η πρόσφατη ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του ιαπωνικού brand GU από τον Francesco Risso, τον ευρηματικό δημιουργό που επαναπροσδιόρισε τον οίκο Marni, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα μεταγραφή στον λαμπερό κόσμο της fashion ελίτ. Είναι το πιο πρόσφατο δείγμα μιας τεκτονικής αλλαγής που αναδιαμορφώνει τον χάρτη της παγκόσμιας βιομηχανίας. Από τον διορισμό της Clare Waight Keller στην Uniqlo και του Kim Jones στη Bosideng, μέχρι την ένταξη του Daniel Fletcher στον κινεζικό οίκο Mithridate, γίνεται σαφές ότι το κέντρο βάρους της μόδας μετατοπίζεται. Η εποχή που η Ευρώπη κατείχε το αποκλειστικό μονοπώλιο της δημιουργικής αυθεντίας φαίνεται να δίνει τη θέση της σε μια νέα, αμφίδρομη σχέση, όπου η ασιατική επιχειρηματική ορμή συναντά τη δυτική σχεδιαστική κληρονομιά.
Γιατί όμως κορυφαίοι σχεδιαστές εγκαταλείπουν τα ιστορικά ατελιέ του Παρισιού και του Μιλάνου για τις αναδυόμενες δυνάμεις της Ανατολής; Η απάντηση υπερβαίνει κατά πολύ το δέλεαρ των υψηλών αμοιβών και αγγίζει δομικά ζητήματα της βιομηχανίας. Στη Δύση, οι καλλιτεχνικοί διευθυντές βρίσκονται συχνά εγκλωβισμένοι σε ένα αυστηρά χρηματοοικονομικό σύστημα, υπό την πίεση βραχυπρόθεσμων αποτελεσμάτων και της ανάγκης για συνεχή ψηφιακό θόρυβο. Αντίθετα, οι όμιλοι στην Κίνα και την Ιαπωνία προσφέρουν στους δημιουργούς ένα ευρύτερο πεδίο δράσης, μεγαλύτερη αυτονομία και, κυρίως, χρόνο για την οικοδόμηση ενός brand. Η πρόσβαση σε ατελιέ με δεκάδες εξειδικευμένους τεχνίτες και η εξάλειψη των παραγωγικών δυσκολιών που εμφανίζονται την Ευρώπη, επιτρέπουν στον σχεδιαστή να εστιάσει ξανά στην ουσία: τον ίδιο τον σχεδιασμό και την εξέλιξη των ιδεών.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Ασία δεν είναι ένας ενιαίος χώρος. Η Ιαπωνία, με μια μακρά παράδοση στην υψηλή αισθητική και την εσωστρεφή δημιουργικότητα, θεωρείται ο κόμβος του σχεδιασμού στην περιοχή. Εκεί, οι σχεδιαστές απολαμβάνουν μεγαλύτερη ελευθερία από τους περιορισμούς του marketing και των οικονομικών τμημάτων, επιτρέποντας στην τέχνη τους να ανθίσει. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ταχύτητα, όπου ένα σκίτσο μπορεί να γίνει τελικό προϊόν σε ελάχιστες ημέρες. Η πρόκληση για τους δημιουργούς της Δύσης είναι να ενσωματωθούν σε αυτή τη δυναμική, κατανοώντας τις ανάγκες ενός πολιτισμικά σίγουρου και απαιτητικού Κινέζου καταναλωτή, χωρίς να χάσουν τη δική τους αισθητική υπογραφή.
Η στρατηγική επιλογή των ασιατικών εταιρειών να προσλαμβάνουν σχεδιαστές από τη Δύση δεν αποσκοπεί απλώς στην αναγνωρισιμότητα των ονομάτων τους. Στην πραγματικότητα, "αγοράζουν" ένα ολόκληρο λειτουργικό σύστημα: την αρχιτεκτονική των συλλογών, τη γλώσσα των διεθνών μέσων ενημέρωσης και τη λογική που συνδέει την πασαρέλα με το λιανικό εμπόριο. Δεν πρόκειται για μια απόπειρα "δυτικοποίησης", αλλά για μια διαδικασία μετάφρασης και οικοδόμησης ικανοτήτων που θα επιτρέψει σε αυτά τα brands να γίνουν παγκοσμίως κατανοητά.
Παράλληλα, παρατηρούμε και την αντίστροφη διαδρομή. Δυτικοί κολοσσοί όπως η LVMH στρέφονται σε Ασιάτες δημιουργούς, όπως ο Nigo στον οίκο Kenzo, ενώ δημιουργούν σχεδιαστικά κέντρα στο Πεκίνο και τη Σεούλ για να βρίσκονται κοντά στις τάσεις που γεννιούνται εκεί. Η Ευρώπη διατηρεί ακόμα τη συμβολική της εξουσία στον τομέα της πολυτέλειας, όμως η Ασία δεν την ακολουθεί πλέον άκριτα. Η άνοδος αγορών όπως η Ινδία, με την τεράστια παράδοση στη χειροτεχνία, υπόσχεται περαιτέρω ανακατατάξεις.
Το μέλλον της μόδας δεν ανήκει σε μία μόνο ήπειρο. Διαμορφώνεται μέσα από αυτή τη γόνιμη ανταλλαγή, όπου η εμπειρία της Δύσης στο storytelling συναντά την παραγωγική υπεροχή και την ταχύτητα της Ανατολής. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι μια πλήρης παράδοση των σκήπτρων, αλλά μια αναγκαία εξισορρόπηση δυνάμεων που υπόσχεται μια μόδα πιο πολυφωνική, πιο τεχνικά άρτια και, τελικά, πιο συναρπαστική.


