Ο γοητευτικός ηθοποιός με το ξεχωριστό ερμηνευτικό του βάθος εξακολουθεί να μετατρέπει τη σκηνή αλλά και την οθόνη σε πεδίο μαγείας.
Μεγαλωμένος στον Σοχό Θεσσαλονίκης, ο Νίκος Ψαρράς ήταν παιδί ακόμη όταν ένιωσε την πρώτη έλξη για τη θεατρική τέχνη και άρχισε να παρακολουθεί μανιωδώς παραστάσεις την ώρα που οι συνομήλικοί του έτρεχαν στο γήπεδο. Αριστούχος της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ, σπούδασε με υποτροφία στη Νέα Υόρκη, πριν ξεκινήσει μια σπουδαία πορεία, γεμάτη συνέπεια, ήθος και διάρκεια. Φέτος πρωταγωνιστεί στη θεατρική επιτυχία Τελευταία έξοδος – Ρίτα Χέιγουορθ, που παίζεται στο Θέατρο Άνεσις σε σκηνοθεσία των Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου, αλλά και στην κινηματογραφική ταινία Τελευταία κλήση, που υπογράφει ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Sherif Francis.
Πάντα μιλάς για τους ρόλους που έχεις ερμηνεύσει με χαμόγελο, λες και αναφέρεσαι σε αληθινούς ανθρώπους. Έτσι τους αισθάνεσαι;
Αγαπάω τους ρόλους που έχω υποδυθεί και την αίσθηση που
μου αφήνουν κι από τον καθένα φεύγω πιο πλούσιος. Αυτοί οι χαρακτήρες αποκτούν σάρκα και οστά μέσα από τα δικά μου κύτταρα και το δικό μου νευρικό σύστημα. Τον Άντι, για παράδειγμα, τον οποίο υποδύομαι τώρα στην παράσταση Τελευταία έξοδος – Ρίτα Χέιγουορθ, είμαι βέβαιος ότι θα τον κουβαλάω για πολλά χρόνια μέσα μου. Είναι ένας ήρωας που έχει μια πολύ αθώα και καθαρή ματιά απέναντι στα πράγματα, που δε χάνει την ελπίδα του και πιστεύει βαθιά στη φιλία και στο όνειρο, ενώ είναι ένας αδικημένος άνθρωπος ο οποίος βιώνει ψυχική και σωματική κακοποίηση επί 19 χρόνια!
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεις τους ρόλους σου έχει αλλάξει στο πέρασμα του χρόνου;
Ναι, σίγουρα. Όσο περνάνε τα χρόνια αλλάζουν και οι ίδιοι οι ρόλοι, γίνονται πιο δύσκολοι, πιο περίπλοκοι, πιο απαιτητικοί, πιο μεγάλοι. Μεγαλώνουμε εμείς, μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις των θεατών. Για έναν ηθοποιό δεν υπάρχει χειρότερο σχόλιο από το να ακούσει ότι είναι ίδιος με πέρσι. Δεν μπορείς να είσαι ίδιος – και εκεί βρίσκεται η μαγεία της δουλειάς μας. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να βγούμε να πούμε τα λόγια μας, αυτό είναι το πιο απλό... Οφείλουμε να "πούμε" τι κρύβεται ανάμεσα στα λόγια, ανάμεσα στις συλλαβές. Υπάρχει ένας ολόκληρος εσωτερικός μονόλογος που τρέχει κάτω από τις λέξεις την ώρα που παίζεις.
Στην ταινία Τελευταία κλήση, που προβάλλεται στους κινηματογράφους, υποδύεσαι έναν παρουσιαστή ειδήσεων. Αυτός τι τύπος είναι;
Υποδύομαι τον κεντρικό παρουσιαστή ειδήσεων, τη "φίρμα" ενός τηλεοπτικού καναλιού. Είναι ένας άνθρωπος του συστήματος, μπλεγμένος σε διάφορα πολιτικά γρανάζια, με κρυφά χαρτιά.
Η ιστορία διαδραματίζεται παραμονή μιλένιουμ. Ένας εγκληματίας κρατάει ομήρους μια οικογένεια με την απειλή μιας χειροβομβίδας και υπό την επήρεια ουσιών και όλο αυτό μεταδίδεται ζωντανά στην τηλεόραση.

Πιστεύεις ότι έχουμε το πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα που μας αξίζουν;
Η Ελλάδα τα τελευταία δεκαέξι χρόνια έχει δεινοπαθήσει και θα έπρεπε να μας δίνουν συγχαρητήρια και μόνο που επιβιώσαμε! Ζήσαμε για σχεδόν μία δεκαετία με τρομερή ανασφάλεια, δεν ξέραμε αν θα έχουμε να πληρώσουμε το ρεύμα, αν θα μπορέσουμε να μεγαλώσουμε το παιδί μας κι αυτό είναι ένας φοβερός πόλεμος για την ψυχολογία μας. Και με το που σταθήκαμε κάπως στα πόδια μας, ήρθε ο Covid και ξαναγονατίσαμε. Η Ελλάδα του σήμερα δεν έχει καμία σχέση με τη χώρα που βρήκα εγώ πριν από είκοσι χρόνια, όταν επέστρεψα από την Αμερική. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα που περάσαμε έχουν αποτυπωθεί παντού. Βλέπεις γύρω σου κόσμο θυμωμένο και απογοητευμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 2010 έχουν πέσει κατακόρυφα οι γεννήσεις στη χώρα μας. Τι πιο θλιβερό για μια κοινωνία από το να φοβάσαι να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο!
Συμπληρώνεις τρεις δεκαετίες στο θέατρο με επιτυχίες, χαρές, αλλά και δυσκολίες. Τι γεύση σου έχουν αφήσει;
Στο ξεκίνημά μου, όταν ήρθα στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, πίστευα ότι ήταν φυσιολογικό που μου δίνονταν οι ευκαιρίες απλόχερα. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν προφανές ή αυτονόητο και ότι έχω σταθεί πολύ τυχερός. Με αγάπησε ο κόσμος της δουλειάς μου πολύ γρήγορα. Γιατί, για να συνεχίσεις να υπάρχεις σε αυτό τον χώρο, πρέπει να σε δεχτεί το σινάφι και να σου δώσει την επόμενη δουλειά. Τους ρόλους τους δίνουν και σου τους εμπιστεύονται οι άνθρωποι της δουλειάς. Οι θεατές είναι πάντα καλοπροαίρετοι. Το σινάφι μας είναι πάντα καχύποπτο.
Πώς κατάφερες όχι μόνο να γίνεις αποδεκτός από το σινάφι σου, αλλά και να κερδίσεις τον σεβασμό του;
Σε κάθε επάγγελμα δίνουμε διαρκώς εξετάσεις. Το θέατρο είναι μια πάρα πολύ απαιτητική δουλειά, το να κρατάς ισορροπίες με τους συναδέλφους κάθε βράδυ είναι δύσκολο πράγμα. Επιπλέον, ο καθένας μας κάνει την ίδια δουλειά με διαφορετικό τρόπο και πρέπει να σέβεσαι τον άλλο και τη μοναδικότητά του. Φέτος στο θέατρο είμαστε πολλές διαφορετικές γενιές και η συνύπαρξη είναι πάρα πολύ ωραία.
Πιστεύεις ότι είμαστε οι επιλογές μας;
Είμαστε αυτοί που είμαστε χάρη στις επιλογές μας.
Μίλησέ μου για τα χρόνια που πέρασες στην Αμερική.
Το κεφάλαιο "Αμερική" κράτησε εξίμισι χρόνια και ήταν ένα πολύ μεγάλο χαστούκι για μένα. Τα δύο πρώτα χρόνια που σπούδαζα στη Νέα Υόρκη ήταν πολύ ωραία. Έκανα κι ένα σίριαλ και τα πράγματα έρχονταν εύκολα, αβίαστα. Μετά προσγειώθηκα στον πλανήτη "Λος Άντζελες". Έμεινα εκεί τεσσεράμισι χρόνια. Τα πρώτα τριάμισι θεωρούσα ότι έχω διαλέξει λάθος επάγγελμα. Έφαγα τρομερή απόρριψη, πήγαινα στις οντισιόν και έφευγα πεπεισμένος ότι έκανα λάθος επιλογή στη ζωή μου. Αυτή η αίσθηση, όμως, η προσγείωση και η εκμηδένιση είναι χαστούκια τα οποία, όταν ασχολείσαι με τις τέχνες, σε πάνε μπροστά. Οι τέχνες δε θέλουν βόλεμα, δε θέλουν σιγουριά, πρέπει να έχεις ανασφάλεια.
Σε πείσμωσε αυτή η εμπειρία;
Κοίτα, εγώ από τη φύση μου είμαι ένας πολύ ντροπαλός άνθρωπος. Για χρόνια προσπαθούσα σκληρά για να περιφέρω έναν Νίκο άνετο και χαλαρό, που όμως δεν ήμουν εγώ, ήταν ένας ρόλος που έπαιζα. Πίσω από αυτό τον τύπο υπήρχε ένας Νικολάκης, ο οποίος έτρεμε. Αυτός ο Νικολάκης δε με άφησε ποτέ να την "ψωνίσω". Εξάλλου, πάντα πίστευα ότι το θέατρο είναι μια ομαδική δουλειά, όχι ατομική. Με βοήθησε ότι δούλεψα στο Αμόρε, όπου υπήρχε το ανσάμπλ, δεν υπήρχε ο πρωταγωνιστής.
Έχεις αναρωτηθεί πότε πώς ένα τέτοιο ντροπαλό παιδί όχι μόνο επιβίωσε σε αυτό τον χώρο, αλλά και βρίσκεται ακόμη στην πρώτη γραμμή;
Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι από τότε που μεγάλωνα στον Σοχό, μια κωμόπολη της Θεσσαλονίκης, το θέατρο ήταν η μοναδική μου επιλογή. Ποτέ δεν ήθελα κάτι άλλο. Ήμουν ένα ντροπαλό παιδάκι μεν, πολύ ζωηρό δε – δεν ξέρω πώς συνδέονται αυτά μεταξύ τους! Πιτσιρικάς, για να βγάζω χαρτζιλίκι, διοργάνωνα θεατρικές παραστάσεις. Δε με χωρούσε ο τόπος στον Σοχό, παρότι πέρασα υπέροχα χρόνια εκεί, μέσα στη φύση, με δύο υπέροχους γονείς, που μας ξυπνούσαν με τραγούδια. Αυτή είναι η ανάμνηση που κρατάω από τα παιδικά μου χρόνια. Οι γονείς μου ήταν μαζί από παιδιά και πολύ αγαπημένοι. "Έφυγαν" σχεδόν μαζί, μέσα σε ενάμιση χρόνο έχασα και τους δύο.
Θυμάσαι ποια ήταν τα πρώτα σου ερεθίσματα σχετικά με την τέχνη;
Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που δεν είχε καμία σχέση με τις τέχνες, αλλά θυμάμαι ότι ένιωθα ένα τρελό χτυποκάρδι τη δεκαετία του ’80 όταν έρχονταν οι θίασοι στη Θεσσαλονίκη και Δευτέρες βράδυ έκαναν διπλή παράσταση στον Σοχό. Καθόμουν πάντα μπροστά, στην πρώτη σειρά. Είχα δει από τη Μαρία Αλιφέρη και τον Σπύρο Καλογήρου μέχρι τον Σταμάτη Γαρδέλη και όλους τους σταρ της εποχής. Σιγά σιγά, από την εφηβεία και μετά, πήγαινα στη Θεσσαλονίκη με τους φίλους μου – εκείνοι για να δουν τον ΠΑΟΚ κι εγώ για να δω παραστάσεις στο Κρατικό Θέατρο. Πίστευα από τότε ότι αυτό είναι ένα επάγγελμα που μπορώ να κάνω και να είμαι και πολύ καλός. Έδωσα δύο φορές εξετάσεις στο ΚΘΒΕ και με έκοψαν, οπότε διαπίστωσα ότι μάλλον δεν είμαι και τόσο καλός! Έτσι όμως συνειδητοποίησα ότι είναι μια δουλειά που θέλει πολύ διάβασμα και προετοιμασία, θέλει να προσπαθείς συνεχώς. Την τρίτη φορά, λοιπόν, μπήκα πρώτος και τελείωσα αριστούχος.

Οι γονείς σου πώς αντέδρασαν όταν έμαθαν ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός;
Η μητέρα μου με στήριξε, ο πατέρας μου όχι τόσο. Όταν μπήκα στη σχολή, δε μου μιλούσε για έξι μήνες. Και όταν, Πάσχα πια, τον ρώτησα "Γιατί δε μου μιλάς;", μου απάντησε "Θα γίνεις θεατρίνος και θα μας κοροϊδεύει το χωριό. Επάγγελμα είναι αυτό που διάλεξες; Ντρέπομαι να το πω στην αγορά". Του απάντησα ότι μόνο αυτή η δουλειά θα με κάνει ευτυχισμένο και μου είπε: "Αφού είσαι τόσο μάγκας, θα σπουδάσεις μόνος σου". Δε μου έδωσε ούτε μία δραχμή. Δούλευα μπάρμαν τα Σαββατοκύριακα και στις διακοπές για να σπουδάσω. Όταν οι γονείς μου ήρθαν στις τελικές εξετάσεις μου και ο Ανδρέας Βουτσινάς τους έδωσε συγχαρητήρια, ο πατέρας μου σκέφτηκε ότι μάλλον είχα διαλέξει σωστά και με βοήθησε να κατέβω στην Αθήνα για να δει αν θα τα καταφέρω.
Και τα κατάφερες. Τι είναι αυτό που σου αρέσει περισσότερο σ’ αυτή τη δουλειά;
Ότι διατηρεί την ψυχή σου νέα. Είναι ένα φοβερό επάγγελμα που σε κρατάει σε εγρήγορση. Λέμε "παίζω" –αυτό είναι το ρήμα που χρησιμοποιούμε– και το παιχνίδι έχει πάρα πολλή χαρά και ελευθερία, αλλιώς δεν είναι παιχνίδι. Δε γίνεται αλλιώς, πρέπει να είσαι ελεύθερος για να παίξεις. Και σίγουρος.

Έχω την αίσθηση πως για τις γυναίκες ηθοποιούς δεν ισχύει το ίδιο.
Εξαρτάται από την πορεία που θέλεις να έχεις σ’ αυτή τη δουλειά. Εάν η καριέρα σου έχει στηριχτεί στην εξωτερική σου εμφάνιση, είναι φοβερά επίπονο. Αλλά δεν είναι εκεί η ουσία αυτής της δουλειάς. Οι ρυτίδες στο μέτωπο είναι εύσημα, γι’ αυτό δεν πρέπει να πειράζουμε το πρόσωπό μας.
Κοιτάζοντάς πίσω, τι θα άλλαζες;
Αν με πήγαινες πίσω μία εικοσαετία, νομίζω πως θα έκανα τα ίδια λάθη, τις ίδιες επιλογές. Με κάποια θα στενοχωριόμουν πολύ που θα τα ξαναζούσα, αλλά δε θα έκανα κάτι άλλο. Δεν έχω να μετανιώσω για καμία επιλογή μου. Το καλό είναι ότι κατάλαβα γρήγορα πως ήταν σημαντικό να επιλέξω ρόλους που μπορεί να μη μου έφερναν πολλά χρήματα και να μη με έκαναν πολύ γνωστό, αλλά θα με κρατούσαν σε εγρήγορση, θα μου επέτρεπαν να δοκιμαστώ σε διαφορετικά πράγματα. Για παράδειγμα, είχα μόλις απολυθεί από τον στρατό και ήμουν στο Αμόρε, όταν με πήρε ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης και μου πρότεινε έναν βασικό ρόλο στη σειρά Εγκλήματα. Εγώ τότε προτίμησα να κάνω μια σειρά στην ΕΡΤ 1 που λεγόταν Η συκοφαντία του αίματος.
Γενικότερα, δεν είμαι από τους ανθρώπους που αναπολούν και μετανιώνουν γι’ αυτά που κάνουν, γιατί είναι σαν να αυτομαστιγώνεσαι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις με ό,τι έχει ήδη συμβεί είναι να συμφιλιωθείς μαζί του, όχι να το αφορίζεις ή να το αναπολείς. Αυτοί που πληγώνουν πιο πολύ είναι οι άνθρωποι. Εκείνοι που ήρθαν στη ζωή σου, σε παίξανε και τους έχασες. Και δε μιλάω μόνο για ερωτικούς συντρόφους, αλλά και για φίλους. Άλλωστε, εμένα αυτό με τροφοδοτεί στη δουλειά μου: η συνάντηση με ωραίους ανθρώπους. Οι ρόλοι είναι μια καλή αφορμή για να γνωρίσεις υπέροχους ανθρώπους. Οι συναντήσεις είναι αυτές που μας συντροφεύουν. Αυτά κρατάω: στιγμές και ανθρώπους.
Μοιράζεσαι τη ζωή σου με τη διακεκριμένη δραματουργό, σκηνοθέτιδα και συγγραφέα Έλενα Καρακούλη. Πώς είναι να συνεργάζεσαι με τον άνθρωπό σου;
Αν δε λειτουργούσε, δε θα το επαναλαμβάναμε. Κάτι γίνεται με την Έλενα, κάτι πολύ ωραίο, γι’ αυτό ξαναβρισκόμαστε επί σκηνής. Μου αρέσει να δουλεύω μαζί της. Όταν βλέπω ανθρώπους που ξέρουν τι θέλουν, που δε φοβούνται τη δουλειά και φλέγονται το ίδιο μ’ εμένα, γεμίζω χαρά και αισιοδοξία και όσο κουρασμένος κι αν είμαι, μπορώ να αντέξω και να δουλέψω παραπάνω. Όλα παίζουν τον ρόλο τους, αλλά ο άνθρωπος που είναι δίπλα μας μας επηρεάζει σίγουρα. Η Έλενα με καταλαβαίνει.
Πώς διατηρείται μια σχέση "φρέσκια";
Είναι σημαντικό να μιλάς με τον άνθρωπό σου. Νομίζω ότι οι συζητήσεις λύνουν πολλά προβλήματα. Όταν δε μιλάς και κλείνεσαι, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Πρέπει να συζητάμε, να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να εντοπίζουμε τυχόν προβλήματα, να μην τα παραβλέπουμε. Να σκεφτόμαστε τι κάνουμε λάθος, τι ξεχάσαμε, να λέμε: "Να το ξαναδούμε αυτό", "Μήπως να προσπαθήσουμε έτσι;". Και πού και πού να τα παρατάμε όλα και να φεύγουμε μαζί για ένα τριήμερο, να καθαρίσει λίγο το μυαλό μας. Δεν το κάνουν αυτό οι άνθρωποι. Μαζεύουν, μαζεύουν και κάποια στιγμή γίνεται η έκρηξη και όλοι αναρωτιούνται από πού ήρθε!
Η πατρότητα τι καινούριο έφερε στη ζωή σου;
Όταν έγινα πατέρας, σταμάτησα να είμαι το κέντρο του κόσμου και έγινε κάποιος πολύ πιο σημαντικός από μένα. Ένιωσα ότι υπάρχει μια πρωτόγνωρη αγάπη, που τη δίνεις απλόχερα χωρίς να περιμένεις κανένα αντάλλαγμα. Ότι μπορείς να γνωρίσεις από την αρχή όλο τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού και καλείσαι να του τον εξηγήσεις. Είναι μοναδική η αγάπη και η χαρά που εισπράττεις και δίνεις όταν είσαι γονιός.
Τι άλλο σου δίνει χαρά;
Να έχω ηρεμία και να περιτριγυρίζομαι από χαρούμενους ανθρώπους. Δεν αντέχω πλέον την τοξικότητα, γι’ αυτό και έχω βγάλει από τη ζωή μου πολλούς ανθρώπους που δηλητηρίαζαν την καθημερινότητά μου. Έχω πάρα πολλούς γνωστούς, αλλά λίγους φίλους, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.

Σου λείπει κάτι από τον νεότερο εαυτό σου;
Μου λείπει ο αυθορμητισμός που είχα και δεν τον έχω πια. Ήμουν πιο καλοπροαίρετος με όλους και πολύ πιο ανοιχτός.
Στον Σοχό επιστρέφεις συχνά;
Μέχρι πέρσι που ζούσε η μητέρα μου πήγαινα συχνά. Αλλά θα σου πω ένα μυστικό: Στις "σκοτεινές" στιγμές μου, όταν κουράζομαι ή χάνω το κουράγιο μου, πάντα το μυαλό μου τρέχει στον Σοχό και σ’ εκείνη την παραλία της Θεσσαλονίκης που την περπατούσα πάνω κάτω γεμάτος όνειρα. Θυμάμαι να τελειώνει το φροντιστήριο και να φυσάει κι εγώ να κουκουλώνομαι με το μπουφάν για να πάω στο σπίτι και να σκέφτομαι: "Τι ωραία θα ήταν να είχα τώρα γύρισμα και στην άλλη γωνία να υπήρχε μια κάμερα!". Και να κάνω σενάρια... "Αν με κυνηγούσαν, πώς θα έτρεχα;". Και να τρέχω. Όλος μου ο κόσμος ένα γύρισμα και μια μεγάλη σκηνή.
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το Ξενοδοχειο Life Gallery, Λεωφ. Θησέως 103, Εκάλη, lifegallery.gr.

