Σε μία καθημερινότητα που αναδομείται on repeat, υπάρχουν μερικά σταθερά ραντεβού. Παντός καιρού. Το ραντεβού μας με τον πολιτισμό, την τέχνη, τη γεύση, το design, την αισθητική. Τη συνάντηση με το #theaftertaste, το οποίο κάθε εβδομάδα ξεχωρίζει τα καλύτερα από όσα συμβαίνουν στην πόλη που δεν σταματά να (ανα)γεννάται μέσα από την ύπαρξη της.
Είδαμε:
Την πρώτη έκθεση του Mr. Ethridge στη Gagosian. Δεν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Roe Ethridge αγενή. Η συμπεριφορά του στον χώρο, η ήρεμη στιλιστικά προσωπικότητά του, ο τρόπος που απλά μας υποδέχτηκε το βράδυ της Πέμπτης με τη Senior Director της Gagosian, τη Χριστίνα Παπαδοπούλου, στη γκαλερί επί της Αναπήρων Πολέμου, η ίδια του η τέχνη δεν μου το επιτρέπουν. Η σκέψη αυτή άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό μου όταν παρατήρησα τον τίτλο της νέας του έκθεσης, Rude in the Good Way.

Προσπάθησα να αντιληφθώ τι τον οδήγησε σε αυτή την επιλογή. Η αλήθεια είναι ότι το κράμα έργων που τη συνθέτουν μου φάνηκε αρκετά ευγενές. Οι εικόνες του είναι ζωντανές, οι λήψεις του αποτυπώνουν μικρές στιγμές ευτυχίας της καθημερινότητας – είτε εκείνες αφορούν μία γαστρονομική απόλαυση είτε την ίδια του τη σύντροφο, της οποίας το σώμα ισορροπεί ανάμεσα στον ερωτισμό και το ένδυμα σε αισθησιακά, όχι προκλητικά ενσταντανέ. Είναι τα πιο προσωπικά του έργα. Σε αυτές τις λήψεις, ο καλλιτέχνης και η Lulu Sylbert συνεργάζονται για να εξερευνήσουν πώς μπορούν να παραχθούν ερωτικές εικόνες αποφεύγοντας τις ανισότητες των σχέσεων εξουσίας, τις κοινωνικές διαφορές οι οποίες κατακερματίζονται στο πιο φυσικό σημείο: το ανθρώπινο σώμα.

Ο φακός του διακατέχεται από οικειότητα. Και αλήθεια. Άλλοτε στιλιζαρισμένη, σαν να ξεπήδησε από editorial ενός premium περιοδικού μόδας – στην έκθεση, θα βρεις και μία φωτογραφία που εξελίχθηκε σε εξώφυλλο διεθνούς γυναικείου περιοδικού τίτλου στην Ασία. Άλλοτε περισσότερο απλή, όπως η σύνθεση λουλουδιών που δημιουργεί μία ζηλευτή χρωματική ισορροπία κι ένα έμμεσο σχόλιο περί άνθισης. Στο Gohar Candle (2022), ο καλλιτέχνης εστιάζει σε ένα αναμμένο κερί του νεοϋρκέζικου brand Gohar, σε κοντινό πλάνο, παραπέμποντας σε παρόμοια θέματα στην ιστορία της τέχνης — ίσως πιο άμεσα στους φωτορεαλιστικούς πίνακες του Gerhard Richter στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι οποίοι με τη σειρά τους αντλούσαν έμπνευση από τις ζωγραφικές συνθέσεις τύπου vanitas του 16ου και 17ου αιώνα. Ένα κερί που βάλλεται από τον αέρα, αλλά η φλόγα του δεν σβήνει.


Φωτογραφήσεις μόδας, πορτρέτα, still-life λήψεις και φωτογραφίες εσωτερικών χώρων συνθέτουν τον πυρήνα της πρώτης του έκθεσης στην Αθήνα. Αν παρατηρήσεις τα έργα από αρκετά κοντά, μπορείς να διακρίνεις την εστίαση στη λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να προσδώσω έναν μόνο χαρακτηρισμό για το νέο εικαστικό "σώμα" του Roe Ethridge. Στη διαδρομή από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, η ατμόσφαιρα από pin-up μετατρέπεται σε ψυχεδελική αβίαστα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο γεννημένος στο Miami φωτογράφος βρήκε μία ταιριαστή στο έργο του βάση στην ελληνική πρωτεύουσα και η Gagosian ένα αρμονικό με τη φύση της εικαστικό ραντεβού μέχρι και τις 7 Μαρτίου.
Δοκιμάσαμε:
Μία οικεία μαγειρική πρόταση. Υπάρχει μία ενδιαφέρουσα ισορροπία στο Nonnas. Την υποπτεύεσαι με μία φευγαλέα ματιά στην πρώτη του χειμερινή γευστική κάρτα, τη συνειδητοποιείς όσο τα πιάτα καταφτάνουν στο τραπέζι. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Κατηφορίζω από το Κολωνάκι προς την Πλάκα με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία, ανυπομονώ να βρεθώ σε ένα cozy περιβάλλον – την ημέρα εκείνη ο υδράργυρος ήταν πραγματικά στα χαμηλά του και το πρόγραμμά μου αρκετά γεμάτο. Από την άλλη, τρέφω έναν γαστρονομικό δισταγμό για την ευρύτερη περιοχή της Πλάκας. Ίσως επειδή όσο και να με γοητεύει η ενέργεια της Ακρόπολης δεν μπορώ να παραβλέψω το τουριστικό της πρόσωπο. Διαψεύστηκα ευχάριστα.

Από την πρώτη στιγμή που περνάς την πόρτα του νεόκοπου – μετρά μόλις τρεις μήνες ζωής – εστιατορίου στην πλατεία Φιλόμουσου Εταιρίας αισθάνεσαι μία απροσποίητη οικειότητα. Μία ζεστασιά, η οποία θα μπορούσε να προέρχεται αποκλειστικά από την ανοιχτή κουζίνα του, γεννάται όμως από την ευρύτερη ατμόσφαιρα που επικρατεί. Η μουσική είναι στη σωστή ένταση, ο φωτισμός ήπιος, το design του έξυπνο και η αύρα του σε καλό συγχρονισμό με τη δική μου.

Η βραδιά μας ξεκινά με ένα crispy ασύρτικο από το κτήμα Μουσών, όσο ο σεφ – δημιουργός του Nonnas, Ηλίας Κιαζόλι, γνωστός από τη συμμετοχή του στον τέταρτο κύκλο του Masterchef και τη θερινή του θητεία στην κουζίνα του Poseidonion Grand Hotel στις Σπέτσες μάς υποδέχεται με ειλικρινή ενθουσιασμό και διάθεση να ανατρέψει όσα είχαμε αποφασίσει, γιατί όπως χαρακτηριστικά ανέφερε "δεν γίνεται να μην δοκιμάσετε αυτό κι εκείνο". Τον ακούσαμε. Κάπως έτσι, το χειροποίητο προζυμένο ψωμί με ελιές και τσαλαφούτι στη συνοδεία – πήραμε και δεύτερη μερίδα – έφτασε μαζί με απαλή σε υφή ταραμοσαλάτα, στην οποία το lime και το ελαιόλαδο δημιούργησαν μία ενδιαφέρουσα αντίθεση.

Τα τσιγαριστά χόρτα – προσωπική μου αδυναμία σε κάθε μενού – ήταν τραγανιστά εξωτερικά και συνοδευόταν από τριμμένη ντομάτα και ξινοτύρι σε ένα πιάτο με αρκετό χρώμα και φρεσκάδα. Η τυροκαυτερή τιμά το όνομά της με τις ψητές κόκκινες πιπεριές να δίνουν τη δική τους sweet spicy γεύση, ενώ το κουνουπίδι – μία από τις πρώτες ύλες που αξιοποιείται όλο και περισσότερο τελευταία σε εστιατορικές διευθύνσεις της πόλης – είναι ένα μικρό ποίημα με αρκετές εκπλήξεις. Φιλική συμβουλή: να το απολαύσεις ζεστό, τη στιγμή δηλαδή που προσγειώνεται στο τραπέζι.

Ακολούθησε το καλύτερο πιάτο, για εμένα, του μενού: σκιουφιχτά με γίδα σε έναν ισορροπημένο συνδυασμό που αποπνέει ζεστασιά και μετουσιώνει εξαιρετικά τη φιλοσοφία του σεφ να δίνει ένα σύγχρονο touch σε παραδοσιακές συνταγές. Ευχάριστη έκπληξη και η soy sauce, η οποία προσδίδει μία γλυκύτητα ως ένα βασικό συστατικό στην καλοψημένη πανσέτα. Τη συνδυάσαμε με έναν μαστιχωτό πουρέ πατάτας με βουτυρένιο άρωμα και ρύζι basmati σε μία wild εκδοχή, ενώ στις επιλογές υπάρχουν και τα βραστά λαχανικά. Φινάλε με μερικές ακόμα στιγμές χαλάρωσης στο μαρμάρινο τραπέζι ή στους αναπαυτικούς καναπέδες και την υπόσχεση την επόμενη φορά να δοκιμάσουμε και το αποδομημένο παστίτσιο. Αν ψάχνεις μία μοντέρνα διεύθυνση με νοσταλγική ματιά, ήρεμη διάθεση και γευστική μνήμη, νομίζω ότι μόλις της βρήκες. Το Nonnas σερβίρει στον φιλόξενο του χώρο και πρωινό και late brunch.
Ξεχωρίσαμε:
Μία διαφορετική επιστροφή. Αντιμετωπίζω κάθε νέο βήμα του Harry Styles με ανυπομονησία. Ο Βρετανός σταρ της μουσικής σκηνής καταφέρνει κάθε φορά να εξελίσσεται, να παίζει με τον ήχο του διατηρώντας παράλληλα τις pop βάσεις του - και αυτό το extra mile είναι κάτι που θαυμάζω στους ανθρώπους, όχι μόνο στους καλλιτέχνες. Συνειδητοποιείς, λοιπόν, ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα σήμερα το πρωί ήταν να ανοίξω το Spotify μου και να πατήσω play στο comeback single του.
Δεν χρειάζεται κανείς περισσότερα από δέκα δευτερόλεπτα προκειμένου να αντιληφθεί ότι το Aperture είναι διαφορετικό. Όχι καλό ή κακό. Αλλιώτικο, νέο για τον ίδιο. Ο Harry Styles επιλέγει να ακολουθήσει μία πειραγμένη συνταγή για τη μουσική του επιστροφή. Ένα ενδιαφέρον κράμα ήχου που ακροβατεί ανάμεσα στους Tame Impala και τους Daft Punk και ξεπερνά σε διάρκεια τα πέντε λεπτά, πηγαίνοντας κόντρα στον άτυπο fast-consuming κανόνα που θέλει τα singles σήμερα να μην υπερβαίνουν τα τρία (λεπτά). Δεν θα τρεντάρει εύκολα στο TikTok - ίσως να μην τον απασχολεί καν, δεν θα αρέσει σε όλους από το πρώτο play, θα δώσει όμως ένα ξεκάθαρο στίγμα του επερχόμενου album του, "Kiss All The Time. Disco, Occasionally” και μία ψυχεδελική εσάνς - πολύ καλή η προσθήκη κρουστών - στις καινούριες του μελωδίες. Ίσως, και μία νέα, πειραματική κατεύθυνση στη μουσική του διαδρομή.
