Yπάρχει μια παλιά εβραϊκή παροιμία που λέει πως «ο Θεός δεν μπορεί να βρίσκεται παντού. Γι’ αυτό έφτιαξε τη μάνα». Η ανάδοχη μάνα είναι άλλη κατηγορία - πάει μαζί με τους αγγέλους. Από την Κάλλια Καστάνη

Η ιστορία της αναδοχής δεν ξεκινάει με ρητά, αλλά με μια πικρή αλήθεια: υπάρχουν και μάνες που ξέφυγαν από το «θεϊκό σχέδιο» - προβληματικές, άρρωστες, μόνες, δυστυχισμένες, αδύναμες μητέρες που αφήνουν τα παιδιά τους ή τα εγκαταλείπουν στην προστασία των ιδρυμάτων. Κάνουν μια επιλογή, πιθανόν κακή. Για κείνες, συνήθως, είναι επιλογή επιβίωσης. Από κει και πέρα, παίρνει μπρος ο νόμος της φυσικής επιλογής. Από τα εγκαταλελειμμένα παιδιά, τα πιο «δυνατά», τα υγιή, τα «τέλεια» μωρά συνήθως υιοθετούνται και βρίσκουν ένα σπίτι, μετά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής τους. Υπάρχουν όμως τα άλλα, τα «άτυχα»: μωρά με βεβαρυμένο ιστορικό, με προβλήματα υγείας, με ειδικές ανάγκες, παιδιά «δύσκολα», άλλης φυλής, άλλου χρώματος. Αυτά, καλείται να τα μεγαλώσει η ανάδοχη μάνα, δηλαδή η γυναίκα που, κόντρα σε όλα τα εμπόδια, θα επιλέξει τη μητρότητα. Ο άγγελος επί γης, δηλαδή.

«Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΗΣ»

Η Κυριακή είναι συνταξιούχος ιδιωτική υπάλληλος. Παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών – ενός γιού, 39 ετών και μιας κόρης, 30 ετών. Εκείνη είναι γύρω στα 56. Ήταν σχεδόν 50 όταν πήρε κοντά της την μικρή Μ.Κ. «Πάντα είχα αδυναμία στα παιδιά. Από παλιά, σκεφτόμουν κι έλεγα στα παιδιά μου πως όταν θα σταματούσα να δουλεύω, θα αφοσιωνόμουν σ’ αυτά – σ’ ένα βρεφοκομείο, σ΄ ένα ορφανοτροφείο, κάπου. Τη Μ. τη γνώρισα μέσω της ανιψιάς μου, η οποία είναι γιατρός και έκανε την πρακτική της στο μέρος που γεννήθηκε η μικρή. Το παιδί θα έκανε κάποιες επεμβάσεις και χρειαζόταν συνοδούς για το νοσοκομείο. Ήταν μόλις τεσσεράμισι μηνών. Προσφερθήκαμε εγώ, η ανιψιά μου και η κόρη μου. Μείναμε στο πλευρό της έναν, ενάμιση μήνα – ύστερα απ’ αυτό δεν γινόταν να την αποχωριστώ. Την αγάπησα πάρα, πάρα πολύ. Και τα παιδιά μου και ο άντρας μου το ίδιο. Αλλά δεν την πήρα αβασάνιστα την απόφαση. Το σκέφτηκα πολύ. Η μικρή είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας και όλοι μου έλεγαν πως αυτό το παιδί δεν θα είναι ποτέ φυσιολογικό. Από την άλλη, έφερνα διαρκώς μπροστά μου, το μουτράκι της το κλαμένο, κάθε φορά που έφευγα, το σαγονάκι της που έτρεμε – είπα πως «αν την αφήσω, θα με κυνηγάει παντού αυτή η εικόνα, δεν θα ξανακοιμηθώ ήσυχη ποτέ.

Ας πέσουμε καλύτερα στα βαθιά και ο Θεός βοηθός». Βοήθησε ο Θεός. Όλα πήγαν καλά. Ύστερα από αλλεπάλληλα χειρουργεία, το προβλήματα της Μ. αποκαταστάθηκαν. Τώρα είναι μια χαρά. Το μόνο που πιθανόν θα χρειαστεί είναι κάποιες μικρές πλαστικές επεμβάσεις. «Με τη φυσική της οικογένεια, έχουμε μικρή επαφή. Τα ξέρει όλα για την αναδοχή, της έχω μιλήσει – φυσικά με την την προσοχή που αρμόζει στην ηλικία της, με λέξεις που δεν θα πληγώσουν την ψυχούλα της. Η απάντησή της ήταν «εντάξει, δεν με ενδιαφέρει και πολύ. Εσύ είσαι τώρα η μαμά μου κι έχω και τον μπαμπά μου και τα αδέρφια μου». Τώρα πια, οικογένειά της είμαστε εμείς – οικογένεια, άλλωστε, δεν είναι οι άνθρωποι που μεγαλώνουν ένα παιδί, που το χαϊδεύουν, το φροντίζουν, το αγαπάνε; Η αγάπη, κάνει την οικογένεια. Κι εγώ δεν νιώθω πως την αγαπώ λιγότερο τη Μ. από τα βιολογικά μου παιδιά - περισσότερο την αγαπάω, γιατί περάσαμε πολλά μαζί. Ο θησαυρός όλου του κόσμου είναι το γέλιο της, το χάδι της, η αγκαλιά της, το «σ’ αγαπώ μανούλα μου, σ’ αγαπώ πολύ». Ευτυχώς, είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό παιδί, ήρεμο και χαρούμενο. Θεωρώ τον εαυτό μου και την οικογένειά μου ευλογημένη που ο Θεός μάς την έστειλε. Να το ξέρετε, είμαστε πολύ πιο τυχεροί εμείς από εκείνη…».

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΔΟΧΗ;

Αν υπάρχει κάτι που μαθαίνεις, όταν ασχολείσαι με αυτό το θέμα, είναι ότι η αναδοχή είναι μια μορφή παιδικές προστασίας - δεν πρέπει να συγχέεται με την υιοθεσία. Δεν είναι το ίδιο. Γι’ αυτό το παιδί που «τοποθετείται» σε μια ανάδοχη οικογένεια, διατηρεί την ταυτότητά του (ονοματεπώνυμο κ.λπ) κι εξακολουθεί να είναι παιδί των φυσικών του γονιών και να διατηρεί τακτική επαφή μαζί τους.

Αυστηρά νομικά, αυτό που ισχύει για την ανάδοχη οικογένεια είναι ότι «βρέφη και παιδιά ώς 16 ετών που από έκτακτες ή χρόνιες ανάγκες, όπως ασθένεια γονέων, ατύχημα, φυλάκισή τους, διαπίστωση ακαταλληλότητας γονέων, διάλυση οικογένειας κ.λ.π. στερούνται οικογενειακών φροντίδων, δύνανται να τοποθετούνται σε οικογένειες που προσφέρονται γι' αυτό το σκοπό και που καλούνται να αναπληρώσουν τη φυσική οικογένεια». Σε όλα αυτά προσθέστε και τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, που απορρίπτονται ακόμα και από ευκατάστατους και – θεωρητικά – «ικανούς» γονείς.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η «αναπλήρωση» του γονιού (σ.σ. περίεργος όρος, για κάτι που είναι –αισθηματικά και αγαπητικά– τόσο αναντικατάστατο) γίνεται με πολλούς τρόπους. Υπάρχει π.χ. η «αναδοχή φιλοξενίας» - κωδικά γνωστή ως η «αναδοχή του Σαββατοκύριακου» - για όποιον θα ήθελε να φιλοξενήσει στο σπίτι του ένα παιδί το weekend, ή σε κάποια γιορτή, ή το καλοκαίρι. Η «μακροπρόθεσμη αναδοχή» για παιδιά που δεν πρόκειται να επιστρέψουν σπίτι τους, ενώ η «μεσοπρόθεσμη αναδοχή» που είναι η πιο συνηθισμένη. Διαρκεί πάνω κάτω δύο χρόνια, όσο διάστημα δηλαδή απαιτείται για να ξεπεράσει η φυσική οικογένεια την κρίση και να ξαναπάρει το παιδί κοντά της. Καμιά φορά, εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμη – πολλές φορές, τα παιδιά μένουν στις ανάδοχες οικογένειες και μετά την ενηλικίωσή τους ή υιοθετούνται απ’αυτές.

΄Οσο διαρκεί η αναδοχή, το Κέντρο Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η Μητέρα» που υλοποιεί το σχετικό πρόγραμμα διαθέτει για κάθε παιδί τοποθετημένο σε ανάδοχη οικογένεια ένα μηνιαίο επίδομα, που κλιμακώνεται ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού (συνήθως είναι της τάξης των 250-850 ευρώ), πλήρη ιατροφαρμακευτική και νοσηλευτική κάλυψη, χρήματα ειδικών θεραπειών, τα έξοδα για ρουχισμό, παπούτσια, σχολικές δαπάνες, φροντιστήρια κ.λπ. Κι επιπλέον συμβουλευτική βοήθεια και υποστήριξη από τους κοινωνικούς λειτουργούς, τον παιδίατρο και τον ψυχολόγο του Κέντρου.

Ένα κρίσιμο ερώτημα όμως είναι: ποιος μπορεί να γίνει ανάδοχος; Η απάντηση, αν μείνουμε στους τύπους είναι «σχεδόν ο καθένας», δηλαδή ο οποιοσδήποτε ενήλικας 30-50 χρονών, με καλή φυσική, ψυχική και συναισθηματική υγεία, εφόσον μπορεί και θέλει να μεγαλώσει το παιδί ενός άλλου. Επίσης οικογένειες (με ή χωρίς δικά τους παιδιά), μονογονεϊκές, ή συγγενικές, ακόμα και μεμονωμένα άτομα. Θρησκεία ή φύλο δεν εξετάζονται. Η διαφορά –ή αυτό που τελικά κάνει τον γονιό– βρίσκεται στην αγάπη.

Γιατί στην ουσία η αναδοχή είναι ένα δώρο: προσφέρεις φροντίδα, παρουσία, νοιάξιμο, αγκαλιά, χάδι, ζεστό φαγητό. Δίνεις οικογένεια, ασφάλεια και σταθερότητα σε ένα παιδί (ένα οποιοδήποτε παιδί, όχι δικό σου γέννημα) που τα έχει στερηθεί. Στέκεσαι πλάι του στη χαρά, γίνεσαι ασπίδα στη λύπη, στον πόνο ή στην αρρώστια. Για δυο μέρες, ένα μήνα ή για όσο χρειαστεί. Τίποτα δεν σε πληρώνει πραγματικά γι’ αυτό - μόνο η αγάπη που παίρνεις πίσω.

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ

Στα φυλλάδια του «ΜΗΤΕΡΑ» συναντάς συχνά ωστόσο άλλο ένα ρητό: «Αν υπάρχει χώρος στην καρδιά μας, υπάρχει και στο σπίτι μας». Η αγάπη, τελικά, δημιουργεί το χώρο, κι όσοι ασχολούνται με την αναδοχή το ξέρουν: η «αναπληρωματική» μάνα, πρέπει να διαθέτει μια γενναία, μεγάλη καρδιά.

Γι’ αυτό και η τελευταία ατάκα της ιστορίας ανήκει στην Κυριακή: «Να το τολμήσει ο κόσμος και να πάρει παιδάκια. Η αναδοχή σού αλλάζει τη ζωή, την προοπτική σου, βλέπεις τι πραγματικά έχει αξία και τι όχι. Αν μπει κανείς σε μια τέτοια διαδικασία –να μπει όμως με την ψυχή του, να το θέλει και να το αγαπάει–, θα δει πως θα του γίνει στόχος ζωής. Κι αυτός ο στόχος σε κρατάει δυνατό, ζωντανό, ήρεμο και γεμάτο. Όταν υπάρχει αγάπη, ανιδιοτελής, όλα βρίσκουν το δρόμο τους, ήσυχα και αβίαστα. Βοηθάει ο Θεός».

 

«ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΩ ΚΡΙΣΗΣ»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΕΖΥΡΑΚΗΣ, Διοικητής του Κέντρου Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η Μητέρα»

Κύριε Βεζυράκη, πόσα παιδιά φιλοξενούνται στο Κέντρο;

Αυτή τη στιγμή έχουμε 192 παιδιά στις εγκαταστάσεις μας συνολικά και στις τέσσερις μονάδες μας (στα κεντρικά, στο Ίλιον, στο Αναρρωτήριο Πεντέλης, στην Παιδόπολη «Άγιος Ανδρέας» και στην Αγία Βαρβάρα) και άλλα 298 παιδιά σε ανάδοχες οικογένειες. Συνολικά, δαπανάται 1.200.000 ευρώ ετησίως για τη στήριξη του προγράμματος – υπάρχει όπως ξέρετε επιδοματική πολιτική για τους ανάδοχους, συν οι δαπάνες για την περίθαλψη, τις ειδικές θεραπείες ή οτιδήποτε άλλο χρειαστεί για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.

1.200.000 ευρώ, σ’ αυτή τη συγκυρία, είναι πολλά ή λίγα χρήματα;

Κάποιοι λένε ότι είναι πολλά. Το βέβαιο είναι ότι αν όλα αυτά τα παιδιά φιλοξενούνταν σε κάποιο ίδρυμα –κάτι που κανείς δεν επιθυμεί – η δαπάνη για τη συντήρησή του θα ήταν τετραπλάσια.

Η κρίση σας αγγίζει; Έχουν μειωθεί οι αιτήσεις αναδοχής;

Όχι, ο Έλληνας δεν έχει επηρεαστεί από την κρίση. Διέθετε πάντα και συνεχίζει να διαθέτει αποθέματα αγάπης. Θα έλεγα πως συμβαίνει το αντίθετο: αυτές τις στιγμές υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, έρχεται στην επιφάνεια το πρόσωπο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Υπάρχει διάθεση προσφοράς, απλώς οι δράσεις από μονάδα σε μονάδα διαφέρουν. Στον «΄Αγιο Ανδρέα», στην Παιδόπολη του Αλίμου, που φιλοξενεί παιδιά σχολικής ηλικίας 4-12 χρονών, οι εθελοντές είναι οργανωμένοι σε σωματείο, οργανώνουν events και τα χρήματα τα διαθέτουν σε δράσεις που αφορούν τα παιδιά, π.χ. τα πηγαίνουν στο λούνα παρκ. Εκεί, τους εθελοντές δεν τους χρειαζόμαστε τόσο για την ανατροφή των παιδιών, το τάισμα κ.λπ. Χρειάζεται περισσότερο ένας άνθρωπος να συνοδεύσει σε μια βόλτα, μια έξοδο, στην παραλία το καλοκαίρι, στο νοσοκομείο, κάποιος να είναι δίπλα τους σε περίπτωση που χρειαστεί να νοσηλευτούν, δηλαδή σε λειτουργίες κυρίως εκτός του φορέα. Οι εθελοντές μας λοιπόν επιλέγονται, κυρίως γι’ αυτές τις δράσεις. Στο ΄Ιλιον ή στην Πεντέλη, όπου φιλοξενούνται βρέφη, οι ανάγκες μας είναι διαφορετικές

Σας ρωτώ, γιατί συζητιέται έντονα πως οι Έλληνες αφήνουν σωρηδόν τα παιδιά τους στα ιδρύματα, αδυνατώντας πλέον να τα θρέψουν.

Αυτό είναι ένας μύθος και απορώ γιατί λέγεται. Μπορεί να έχει αυξηθεί η ανάγκη των κοινωνικών υπηρεσιών, όμως, κατηγορηματικά σας λέω πως κανείς δεν αφήνει το παιδί του λόγω κρίσης. Τα παιδιά που εγκαταλείπονται, εγκαταλείπονται κυρίως γιατί η μόνη μητέρα κάνει χρήση ναρκωτικών, είναι αλλοδαπή, έχει προβλήματα ψυχικής υγείας, είναι χαμηλού νοητικού επιπέδου ή γιατί το ευκατάστατο ζευγάρι γέννησε παιδί με αναπηρία και δεν θέλει να το κρατήσει.

Για πόσα παιδιά μιλάμε ακριβώς. Υπάρχει κάποιος μέσος όρος ;

Φέτος, είχαμε 98 εισαγωγές από την αρχή του έτους.

Δεν τοποθετούνται όμως όλα τα παιδιά σε ανάδοχες οικογένειες…

Όχι, το πρώτο μας μέλημα είναι να επιστρέψει τα παιδί στη φυσική του οικογένεια. Αν δεν το καταφέρουμε, αμέσως μετά, με το θεσμό της υιοθεσίας και της αναδοχής προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε το παιδί σε ένα οικογενειακό περιβάλλον. Εδώ μπαίνουν στη μέση τα «θέλω» των υποψηφίων γονέων. Συνήθως, τα παιδιά που είναι υγιή υιοθετούνται. Για τα υπόλοιπα, υπάρχει η αναδοχή. Στατιστικά, από τα 110 εξιτήρια που είχαμε από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα, τα 25 παιδιά επέστρεψαν στη φυσική τους οικογένεια, 47 παιδιά υιοθετήθηκαν και 17 τοποθετήθηκαν σε ανάδοχες οικογένειες. Υπάρχουν όμως και 21 παιδιά, δηλαδή πάνω κάτω ένα 20% που δεν τα θέλει κανείς γιατί π.χ. έχουν μια βαριά αναπηρία. Αυτά θα παραμείνουν σε ιδρυματικό περιβάλλον μέχρι να ενηλικιωθούν.

Λένε πως η αναδοχή είναι κάτι σαν «πρόβα υιοθεσίας». Αν είναι έτσι, δεν είναι δύσκολος ο αποχωρισμός, όταν τελικά το παιδί επιστρέψει στη φυσική του μητέρα;

Μα είναι σαφές από την αρχή πως το παιδί κάποια στιγμή θα επιστρέψει στην φυσική του οικογένεια – άλλωστε επικοινωνεί διαρκώς μ’ αυτή και οι ανάδοχοι γονείς καλούνται να το ενθαρρύνουν να το κάνει. Επειδή όμως είναι βέβαιο πως ο αποχωρισμός αφήνει κάποια προβλήματα, γι’ αυτό ακριβώς η διαδικασία διερεύνησης της προσωπικότητας των υποψήφιων ανάδοχων και έγκρισης της αίτησης αναδοχής είναι ίδια και εξίσου αυστηρή με κείνη της υιοθεσίας. Δεν εγκρίνονται όλες οι αιτήσεις. Για να γίνει κάποιος εθελοντής ανάδοχος δεν αρκεί να περάσει την πόρτα μας. Θα ζητήσουμε και θα ελέγξουμε τα στοιχεία του, την επικοινωνία του, κάποια πιθανή οργανική παθολογία ή π.χ. το ποινικό του μητρώο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να πω πως οι συνάνθρωποί μας που επιλέγουν -είτε την υιοθεσία είτε την αναδοχή- έχουν κάνει την προσωπική τους υπέρβαση.

Η χαρά της προσφοράς είναι η ανταμοιβή τους. Και η δική σας. Πίκρες έχει αυτή η δουλειά;

Ναι, έχει. Η μεγαλύτερη πίκρα είναι ότι για κάποια παιδιά βλέπεις πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Θα φύγουν κάποια στιγμή, για να πάνε μόνο σε ένα άλλο ίδρυμα. Και ξέρεις πως δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσουν οικογένεια.

Ιούλιος 2018

>